Ζωή σε τέσσερις πράξεις: Ύβρις – Πράξη Πρώτη

Στον αόρατο ιστό της μοίρας, τέσσερις σκιές πλέκουν τη ζωή μας. Δεν έχουν πρόσωπο, ούτε φωνή, κι όμως παρεμβαίνουν στις πιο σκοτεινές στιγμές, όταν η ψυχή έχει χάσει το δρόμο της.

Ύβρις: η αλαζονεία που καίει τα όρια, η φλόγα που τυφλώνει και παρασύρει σε ακραία μονοπάτια, οδηγώντας τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του και τους θεούς.
Άτη: η πλάνη που έρπει αθόρυβα, θολώνει τον νου, ναρκώνει τη σκέψη, και οδηγεί δίχως έλεος, εκεί που το λάθος φαντάζει σωστό, στο χάος.
Νέμεσις: η αόρατη δικαστής που δε λυπάται, που ισορροπεί το άδικο με το δίκαιο, ανελέητη και σιωπηλή. Η αναπόφευκτη ανταπόδοση, που φέρνει την ισορροπία πίσω στον κόσμο, με πόνο και καταστροφή.
Τίσις: η κρύα σιωπή της τιμωρίας, η ολοκλήρωση του κύκλου, το ακατανίκητο κάλεσμα της δικαιοσύνης. Η αποκατάσταση της τάξης με σκληρά κι αμετάκλητα μαθήματα.

Δεν μπορείς να δεις την πορεία τους, μα αν ανοίξεις το “κουτί”, ξεπροβάλλουν η μία μετά την άλλη, χωρίς κανένα έλεος σ’ αυτόν που τις “ξύπνησε”. Υπάρχουν για να θυμίζουν πως κάθε αδικία έχει το τίμημά της κι αν αρχίσει ο χορός τους, δεν υπάρχει επιστροφή. Έρχονται ακάλεστες και κανείς δεν γλιτώνει το τίμημα. Αργά ή γρήγορα…

*****

Ύβρις – Πράξη Πρώτη

Ύβρις: Είμαι η αρχή του τέλους. Με καλείς με τις σκέψεις σου, όταν πιστεύεις πως όλα σου ανήκουν. Σε αφήνω να ανέβεις, μόνο και μόνο για να δεις από πόσο ψηλά μπορεί να πέσεις…

Ανοιγόκλεισε τα μάτια κοιτώντας τον κέρσορα ν’ αναβοσβήνει πάνω απ’ τη φράση “ολοκλήρωση συναλλαγής”. Χαμογέλασε αμυδρά και πάτησε το κουμπί. “Η μεταφορά ολοκληρώθηκε”, διάβασε στην οθόνη.

– Υπόλοιπο λογαριασμού… μηδέν… ψιθύρισε ικανοποιημένος

Τέντωσε νωχελικά το κορμί του πάνω στην καρέκλα κι έπλεξε τα δάχτυλά του πίσω απ’ το σβέρκο του. Ένιωθε κουρασμένος, κουρασμένος αλλά ικανοποιημένος, ανέλπιστα ικανοποιημένος.

Ίσιωσε το κορμί του και πήρε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του, το άναψε αργά με τον μικρό μαύρο αναπτήρα κι αναστέναξε καθώς το βλέμμα του στάθηκε στις μισογεμάτες κούτες που γέμιζαν το χώρο. Είχε ακόμη δουλειά να κάνει, αλλά πήρε κουράγιο γνωρίζοντας καλά πως άξιζε όλη η κούραση του κόσμου. Με το τσιγάρο στα χείλη, σηκώθηκε και βάλθηκε να στριμώχνει εργαλεία σε μία κούτα και φακέλους σε μια άλλη. Δεν θα τα ξεχώριζε τώρα, μπορούσε να το κάνει κι αργότερα αυτό. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να γεμίσει τις κούτες, ν’ αδειάσει το μαγαζί και να την κάνει από εκεί μέσα μια ώρα γρηγορότερα.

Αρκετά αργότερα είχε μαζέψει τα περισσότερα. Όλα τα μικροεργαλεία βρίσκονταν σε δύο στοιβαγμένες κούτες δίπλα στην εξώπορτα. Ακριβώς απέναντι, τέσσερις κούτες γεμάτες με φακέλους με όσα απ’ τα έγγραφα χρειαζόταν. Μια κούτα με τον υπολογιστή, το πληκτρολόγιο και το ποντίκι του, καθώς και διάφορα είδη γραφείου και μία ακόμη με τον εκτυπωτή και όσα πακέτα με κόλλες Α4 είχε βρει. Τα μεγαλύτερα μηχανήματα θα τα αποσύνδεε και θα τα κουβαλούσε μαζί με τον μεταφορέα, το είχαν ήδη συμφωνήσει. Το μόνο που έμενε ήταν να αποσυναρμολογήσει το γραφείο του, γιατί ολόκληρο δεν χωρούσε στο φορτηγάκι. Κοίταξε το ρολόι του, κόντευε δώδεκα τα μεσάνυχτα. Το φορτηγό θα ερχόταν στις επτά, ίσα που προλάβαινε να πάει σπίτι, να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί λίγο. “Καλύτερα να ξεμοντάρω το γραφείο αύριο, ίσως με βοηθήσει κι αυτός ο βλάκας ο μεταφορέας, τόσα λεφτά θα πάρει!” σκέφτηκε και έβγαλε τα κλειδιά απ’ την τσέπη του μπουφάν του.

Έκλεισε τα φώτα και βγήκε απ’ το μαγαζί. Φτάνοντας στην πόρτα, γύρισε κι έριξε μια ματιά πίσω του. Με άχρωμο ύφος κοίταξε τον κενό χώρο. Για λίγα δευτερόλεπτα το βλέμμα του στάθηκε πάνω στο γραφείο στο βάθος. Πάνω του μια οθόνη υπολογιστή, ένα ξεθωριασμένο μπλε σημειωματάριο και μια ασημί μολυβοθήκη με στυλό και μολύβια. Αυτά δεν θα τα έπαιρνε, δεν του ανήκαν, “ας τα πάρει η άλλη, η… νόμιμη κληρονόμος”, σκέφτηκε και το πρόσωπό του πήρε ένα ύφος αηδίας.

Όταν γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του κι η κόρη του είχαν ήδη κοιμηθεί. “Ευτυχώς…” σκέφτηκε, ήταν κουρασμένος, δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο και ξάπλωσε αθόρυβα στο διπλό κρεβάτι. Σαν να τάραξε λίγο τον ύπνο της γυναίκας του, αλλά τα μάτια της παρέμειναν κλειστά, δεν τον είχε καταλάβει. Ρύθμισε το ξυπνητήρι στις πέντε και σαράντα πέντε κι έκλεισε τα μάτια του. Σύντομα βυθίστηκε σ’ ένα βαθύ, χωρίς όνειρα, ύπνο.

Φτάνοντας το πρωί στο μαγαζί, με ένα πλαστικό ποτήρι καφέ στο δεξί χέρι κι ένα τσιγάρο να κρέμεται στα χείλη, διαπίστωσε πως ο μεταφορέας ήταν ήδη εκεί και τον περίμενε. Έφτασε κοντά του με αργά και σταθερά βήματα και ψέλλισε μια “καλημέρα” μέσα απ’ τα δόντια του, ξεκλειδώνοντας την πόρτα.

– Θα χωρέσουν όλα σ’ ένα δρομολόγιο. είπε με αυστηρό ύφος, βλέποντάς τον να περιεργάζεται το χώρο

– Ναι αφεντικό, νομίζω θα χωρέσουν. Να βάλουμε πρώτα τα μηχανήματα…

– Είναι στο πίσω μέρος, πάμε να τα αποσυνδέσουμε.

Τελικά δεν χώρεσαν όλα και έπρεπε να κάνουν και δεύτερο δρομολόγιο. Βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του, αλλά ήξερε πως δεν γινόταν αλλιώς.

Στο πρώτο δρομολόγιο πήραν όλα τα μηχανήματα και το γραφείο, αφού το ξεμόνταραν. Επέστρεψαν να πάρουν τις κούτες.

– Αυτά θα τα πας μόνος, εγώ θα έρθω σε λίγο με το αμάξι μου. του είπε κοιτώντας τον με αδιάφορο βλέμμα

– Εντάξει… ψέλλισε εμφανώς ενοχλημένος ο μεταφορέας, που σκέφτηκε πως ίσως θα έπρεπε να τα κατεβάσει απ’ το φορτηγάκι χωρίς βοήθεια

Όταν άκουσε τη μίζα του φορτηγού να γυρίζει, στάθηκε στη μέση του άδειου χώρου και κοίταξε γύρω του. Οι υπόλευκοι, λερωμένοι σε σημεία τοίχοι. Το ταβάνι, με εμφανή τα σημάδια υγρασίας στη δεξιά γωνία, που είχαν μείνει από τότε που είχε πλημμυρίσει ο πάνω όροφος, με μια υποψία μούχλας στην άκρη. Η κόκκινη, σκουριασμένη σκάλα που οδηγούσε στο μικρό παταράκι που έκαναν τις μικροεπισκευές. Το ανοιχτόχρωμο καφέ γραφείο, με την μικρή οθόνη και το ξεθωριασμένο απ’ τη χρήση πληκτρολόγιο. Το κλιματιστικό στον αριστερό τοίχο. Άψυχα αντικείμενα, που έκρυβαν μνήμες, μνήμες που γίνονταν κραυγές μέσα του… Κούνησε το κεφάλι του, σαν να προσπαθούσε να διώξει όσα πέρασαν απ’ το μυαλό του κι έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη του μπουφάν του. Έβγαλε από μέσα έναν μικρό, μαύρο φακό. Πάτησε με τα δάχτυλά του το κουμπί και τον αναβόσβησε. Δούλευε. Με μια σταθερή, γεμάτη θυμό κίνηση, τον ακούμπησε στο γραφείο, δίπλα στην ασημί μολυβοθήκη, ακριβώς πάνω σε κάτι μουτζουρωμένα κίτρινα post it. “Πληρωμή Ανδρέου – κάθε 5 του μήνα” διάβασε στο πάνω πάνω. Στένεψε τα μάτια κι έσφιξε τα χείλη “Θα το έχω κατά νου… αδερφέ” είπε μ’ ένα ύφος που έσταζε ειρωνεία.

Προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα, βγήκε απ’ το μαγαζί και κλείδωσε χωρίς να ρίξει άλλο βλέμμα στο εσωτερικό. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε την ταμπέλα πάνω απ’ την πόρτα “Τεχνική – Κατασκευαστική Μπάντης & Τελιούσης Ο.Ε.”. ‘Ο Τελιούσης μας τελείωσε! Μόνο Μπάντης πια!’ έκανε το λογοπαίγνιο στο μυαλό του και χαμογέλασε.

– Πώς είσαι Στέλιο μου; μια γυναικεία φωνή πίσω του, τον έκανε να σοβαρέψει το ύφος του αμέσως

– Κυρία Ελένη μου… καλά… τι καλά δηλαδή; Τα ξέρετε… τα μάτια του υγράνθηκαν ξαφνικά

– Τι να πω βρε αγόρι μου; Όλοι στη γειτονιά φαρμακωθήκαμε, νέος άνθρωπος… κούνησε το κεφάλι της θλιμμένα η ηλικιωμένη γυναίκα

– Δεν υπάρχουν λόγια… είπε εκείνος κι έσφιξε τα κλειδιά που κρατούσε στο δεξί του χέρι

– Και πώς να μείνεις εδώ πια παλικάρι μου… καταλαβαίνω… Το καινούριο μαγαζί…;

– Στην άλλη πλευρά της πόλης κυρία Ελένη, να είμαι πιο κοντά στο σπίτι μου, μη χάνω χρόνο στα δρομολόγια, καταλαβαίνεις…

– Βέβαια, βέβαια, καλά έκανες. Τώρα θα έχεις και διπλή δουλειά, δεν είσαι για χασομέρια. Η γυναίκα του, πώς είναι;

– Πώς να είναι; Χάλια η καημένη, απ’ τη μια προσπαθεί να στηρίξει τον μικρό, απ’ την άλλη έχει και την εγκυμοσύνη που την ταλαιπωρεί, πόσα ν’ αντέξει κι αυτή;

– Τι την βρήκε τη δόλια! Ο Θεός να της δίνει δύναμη! Κι εσύ να είσαι κοντά της, φίλος του ήσουν, αν δεν της σταθείς εσύ, τότε ποιος;

– Αλίμονο! Σαν αδερφός της θα είμαι πια, έχει ανάγκη από στήριξη η γυναίκα! Είμαι κι εγώ γονιός και ξέρω! Ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου θα το κάνω!

– Μπράβο Στέλιο μου! Μπράβο αγόρι μου! Να την βοηθήσεις τη γυναίκα, έχει τόσα στο κεφάλι της! Τουλάχιστον να έχει ένα εισόδημα απ’ τη δουλειά του άντρα της, να τα βγάλει κι αυτή πέρα! Θα φορτωθείς εσύ βέβαια όλη τη δουλειά, αλλά και τι να γίνει;

“Μη φοβάσαι κυρά Ελένη, σαν αδερφός θα της σταθώ! Ένας εγώ κι ένας ο Κάιν” χαχάνισε σ’ αυτή τη σκέψη όταν μπήκε στο αυτοκίνητό του. Κοίταξε το ρολόι του και γύρισε το κλειδί στη μηχανή. “Με τούτα και μ’ εκείνα γλίτωσα και το κουβάλημα. Τόση ώρα ο άλλος θα τα έχει κατεβάσει ήδη όλα!” συνέχισε τη σκέψη του και χαμογέλασε αυτάρεσκα. Πάτησε το γκάζι και ξεκίνησε για την καινούρια του ζωή.

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ζωή σε τέσσερις πράξεις: Ύβρις – Πράξη Πρώτη”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading