Δεύτερη ζωή – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Όταν έφτασε στην αυλόπορτα του σπιτιού που έμενε ο Αριστείδης, είδε τον κήπο περιποιημένο και αυτό τη χαροποίησε. Το σπίτι όμως ήταν κλειδαμπαρωμένο και όσο και αν χτυπούσε, απόκριση δεν πήρε. Αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στο χωριό και να επιστρέψει. Κατέληξε στο καφενείο της πλατείας. Εκεί κάτω από ένα πλάτανο αποφάσισε να απολαύσει το καφεδάκι της, κοιτώντας από ψηλά το υπέροχο ανάγλυφο του κάμπου που απλωνόταν και κάπου στο βάθος φαινόταν ένα απέραντο γαλάζιο. “Πόσο υπέροχος πίνακας αυτός που απλώνεται μπροστά μου!” σκέφτηκε. Τις σκέψεις της διέκοψε η φωνή ενός ηλικιωμένου.

– Τίνος είσαι εσύ τσούπρα;
-Έχω έρθει επίσκεψη σε ένα φιλικό σπίτι.
– Σε ποιο;
– Στο σπίτι του κυρίου Δελημάνη.
– Α είσαι φίλη της ιδιοκτήτριας;
– Του ιδιοκτήτη θέλετε να πείτε.
– Ωωω μωρή τσούπα. Ο Δελημάνης, ο γιος, έχει πεθάνει πάνου από δεκαπέντε χρόνια. Αυτή που το αγόρασε δεν ξέρω αν είναι παντρεμένη. Πάντα μόνη της έρχεται.

Η Αλκμήνη αισθάνθηκε σκοτοδίνη και χλώμιασε. “Μπάμπη, έλα να φάμε. Περιμένω” ακούστηκε η φωνή μιας ηλικιωμένης. “Με φωνάζει η κυρά μου και πάω να φάω” της είπε ο γέροντας και έφυγε. Η Αλκμήνη είχε παγώσει. Μετά το πρώτο σοκ την κατέκλυσαν σκέψεις. “Θα κάνει λάθος ο παππούς. Εγώ τόσα χρόνια με ποιον αλληλογραφώ; Παναγιά μου, θα τρελαθώ!”. Όταν ανέκτησε την ψυχραιμία της, αποφάσισε να ρωτήσει για το σπίτι τον καφετζή. Αυτός της είπε ότι το σπίτι άνηκε σε μια γυναίκα, αλλά λεπτομέρειες γνώριζε αυτός που περιποιόταν τον κήπο του σπιτιού. Η Αλκμήνη πήγε σε αυτόν, ώστε να μάθει την αλήθεια για την ιδιοκτησία του σπιτιού. Του είπε λοιπόν ότι κήπο όμοιο με αυτόν δεν είχε ξαναδεί. Αυτός φούσκωσε από χαρά. Η συζήτηση από τον κήπο σιγά σιγά μεταφέρθηκε στην ιδιοκτήτρια. “Άννα τη λένε, αλλά δεν ξέρω και πολλά γι’ αυτή. Συνήθως έρχεται στο χωριό κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα”. Η Αλκμήνη απέσπασε μια πολύ σημαντική πληροφορία.

Με βαριά καρδιά γύρισε στην Αθήνα. Πόνος της έπνιγε την καρδιά, αλλά δεν είπε τίποτα σε κανέναν για όσα συνέβησαν στο χωριό. Εκείνο το βράδυ μόνο έκλαιγε κλεισμένη στην κάμαρά της και διερωτόταν, “με ποιον αλληλογραφούσα τόσα χρόνια;”. Ένας λυγμός κάθε τόσο την έπνιγε και την έκανε να μονολογεί το όνομα του Αριστείδη. Την επόμενη μέρα δεν πήγε για δουλειά και παρά τις επίμονες προσπάθειες της Σοφούλας να μάθει γιατί δείχνει τόσο λυπημένη, εκείνη είπε ότι απλά δεν αισθανόταν καλά. Όλο το πρωί διάβαζε ένα ένα τα γράμματα του Αριστείδη. Καθισμένη στο πάτωμα τα άπλωνε και εκεί παρατήρησε κάτι, που την έκανε να απορήσει με τον εαυτό της. Από ένα σημείο και μετά, τα γράμματα άλλαζαν γραφικό χαρακτήρα. “Μα πώς δεν το πρόσεξα;” απορούσε.

Εκείνη την Κυριακή, η Αλκμήνη κάλεσε στο σπίτι για φαγητό τον Γιάννη και την Ντόρα. Ήθελε να αποκαλύψει σε όλους τι είχε συμβεί στο σπίτι στο χωριό και να τους μιλήσει για τη μυστηριώδη γυναίκα. Κάθισαν όλοι στο τραπέζι. Στην αρχή η συζήτηση ήταν χαλαρή και το κέφι βρισκόταν σε καλά επίπεδα. Η Αλκμήνη είχε ανοίξει συλλεκτικά κρασιά από το κελάρι της, γιατί αυτή τη μέρα θα τους άνοιγε την καρδιά της. Όταν ολοκλήρωσαν το γεύμα τους, η Αλκμήνη τους εξιστόρησε όσα έμαθε στο χωριό, ότι δηλαδή ο Αριστείδης ήταν νεκρός χρόνια πριν και ότι το σπίτι το είχε πλέον μια γυναίκα. Όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Την αρχική σιωπή έσπασε η ακατάσχετη φλυαρία όλων προς όλους και οι εικασίες.

Η Σοφούλα αγκάλιασε την Αλκμήνη, αλλά εκείνη την έσπρωξε απαλά. “Πριν δύο μήνες” είπε η Αλκμήνη, παίρνοντας τον λόγο, “μια Κυριακή, την πρώτη εκείνου του μήνα, πήγα χαράματα στο χωριό. Και μαντέψτε. Είδα δύο, όχι μία, γυναίκες να μπαίνουν στο σπίτι, να κάνουν βόλτα στον κήπο και να κόβουν λουλούδια. Πραγματικά ήσαν πολύ ευδιάθετες. Έτσι δεν είναι Ντόρα; Εσύ Σοφούλα τι λες;”. “Πού να ξέρω;” είπε η Σοφούλα. “Ε ναι πού να ξέρουμε εμείς; Αφού δε μας είπες τίποτα” συμπλήρωσε η Ντόρα. “Σήμερα θα τα μάθω όλα. Μάλλον τα ξέρω όλα, αλλά θέλω να μάθω το γιατί”. “Οι δυο γυναίκες ήσασταν εσείς” είπε και παγωμένη σιωπή επικράτησε. “Μετά το πρώτο σοκ συνήλθα και ψάχνοντας σε υπηρεσίες και χρησιμοποιώντας παλιούς γνωστούς, έμαθα ότι η περιουσία του Αριστείδη, όσα δεν έχασε τότε με την άδικη τιμωρία για κατάχρηση, ανήκουν σε εσάς”. “Δεν πας καλά!” ούρλιαξε η Ντόρα και έκανε να φύγει, αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. “Σήμερα δε φεύγει κανείς. Όλοι μαζί θα φύγουμε μετά για το χωριό. Επίσης έμαθα καλή μου Σοφούλα, γιατί είχες επιτεθεί στην ανιψιά της κυρά Ευδοξίας. Πήγα και τη βρήκα. Θυμήθηκα ότι την είχε φέρει προσωρινά η θεία της στο σπίτι και μια μέρα ήθελε να μου πει κάτι, αλλά εσύ την έδιωξες κακήν κακώς. Ε πήγα τώρα και τη βρήκα και έμαθα ότι είχε βρει εσένα και την Ντόρα να σκαλίζετε χαρτιά στο γραφείο του Αριστείδη. Τότε ήταν που του στήσατε την παγίδα; Τότε πλαστογραφήσατε την υπογραφή του και για χρόνια τον γραφικό του χαρακτήρα;” είπε. “Αλκμήνη, συγγνώμη” είπε η Σοφούλα και έβαλε τα κλάματα. Ιδέα της Ντόρας ήταν και έμπλεξα. Όταν ήθελα να ξεμπλέξω, με απειλούσε και αυτή και ο Γιάννης”. “Εμείς;” ούρλιαξε ο Γιάννης, “εσύ δε μας πρότεινες την πλαστογράφηση της υπογραφής και των γραμμάτων του;”. “Είσαι ψεύτης” ούρλιαξε η Σοφούλα. “Σωπάστε, είπε η Αλκμήνη, Θα γίνει εκταφή του Αριστείδη να δούμε τι συνέβη”. “Αυτοί τον σκότwσαv!” φώναξε η Σοφούλα. “Εσείς σκεφτήκατε τον εκβιασμό του και τη δολοφοviα του. Εσείς μάς βάλατε να τον απειλήσουμε με τη ζωή της Αλκμήνης, αν την ξανασυναντούσε, εσείς μας προτείνατε το αρσενικό στο νερό του!” είπε η Ντόρα. “Εμείς; εσείς τα σκεφτήκατε όλα. Μας μπλέξατε και μετά μας απειλούσατε!” είπε τρέμοντας ολόκληρη η Σοφούλα. Οι αλληλοκατηγορίες συνεχίστηκαν για ώρα. Τελικά τον λόγο πήρε η Αλκμήνη, “εγώ ποτέ κακό δε σας έκανα, πάντα βοηθούσα, το ίδιο και ο Αριστείδης μου” είπε με παγωμένο βλέμμα. “Μια ψωνάρα ξιπασμένη ήσουν” αντέτεινε ο Γιάννης. “Ναρκομανείς ήσασταν και οι δυο. Θα πήγαιναν όλα χαμένα” είπε ειρωνικά ο άντρας της Σοφούλας. “Τέλος πάντων. Τώρα θα πάμε στο χωριό. Εσείς οι τέσσερις με το αυτοκίνητο της Σοφούλας και εγώ με το δικό μου. Θα πάμε, γιατί πρέπει κάτι να σας δείξω. Μη σκεφτείτε να κάνετε καμιά ανοησία, γιατί τα έχω όλα ηχογραφήσει και θα πάνε αμέσως στην αστυνομία” είπε η Αλκμήνη και αντέτεινε προς το μέρος τους ένα όπλο.

Αμέσως επιβιβάστηκαν στα αυτοκίνητα και ξεκίνησαν για το χωριό. Η μέρα ήταν βροχερή. Ο δρόμος για το χωριό από ένα σημείο και μετά ήταν πολύ άσχημος, με πολλές στροφές και εκείνη τη μέρα η ορατότητα δεν ήταν καλή λόγω βροχής και ομίχλης. Σε μια στροφή η Σοφούλα αντιλήφθηκε ότι κάτι συνέβαινε με τα φρένα, αλλά δεν πρόλαβε να σκεφτεί κάτι περισσότερο. Στην επόμενη στροφή με τα πολλά εικονοστάσια το αυτοκίνητο της Σοφούλας έπεσε στον γκρεμό. Στον πρόσωπο της Αλκμήνης σχηματίστηκε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Δύο μέρες μετά, η Αλκμήνη σπάραζε στο νεκροταφείο για τον χαμό τους. Όλοι την λυπούνταν περισσότερο από τους συγγενείς των νεκρών.

Όταν η Αλκμήνη επέστρεψε στο σπίτι, έκατσε στην αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου του Αριστείδη, πέταξε στον αέρα τις γόβες της και αναστέναξε ανακουφισμένη. Λίγο μετά ακούστηκαν βήματα να ανεβαίνουν από το υπόγειο. “Πώς την πάτησαν έτσι;” είπε ο Αριστείδης γελώντας. “Αν εκείνη την ημέρα δεν ερχόμουν στο χωριό, δε θα σε έβρισκα ποτέ. Αν δε σε ειδοποιούσε εκείνος ο κηπουρός, θα είχα μαύρα μεσάνυχτα. Αν αυτοί οι τέσσερις δεν ήταν τόσο ηλίθιοι, θα είχαν καταλάβει ότι με το αρσενικό δε σε σκότwσav. Με την περιουσία τι γίνεται;”. “Ααα ξέχασα να στο πω. Αρχικά με έβαλαν να σου μεταβιβάσω το σπίτι εδώ, για να είσαι ήρεμη και να μην υποπτευθείς κάτι. Σε όλους τους υπόλοιπους τίτλους είχαν και το όνομά μου. Έτσι ήθελαν, για να μη φαίνονται μόνοι και κινήσουν υποψίες. Νεκρός επίσημα δεν υπήρξα ποτέ. Οι ανόητοι δεν είχαν καταλάβει ότι προσποιούμουν τον άρρωστο και μετά στο δάσος τον πεθαμένο. Δεν έκαναν καν τον κόπο να με ενταφιάσουν. Απλά χάρηκαν και έφυγαν γρήγορα. Άρα, τα μισά μου ανήκουν. Τα υπόλοιπα θα τα εξαγοράσω από τα παιδιά τους”.

– Γιατί δε με ενημέρωσες; Γιατί, Αριστείδη;
– Φοβόμουν. Με είχαν απειλήσει για τη ζωή σου. Εγώ για χρόνια ήμουν χαμένος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μετά τη “δολοφονia” μου, έμενα σε ένα απόμερο σπίτι στο χωριό. Εκεί σταδιακά ξαναβρήκα τον εαυτό μου. Να σου πω, μου ψιλοάρεσε να είμαι νεκρός. Σε σκεφτόμουν πολύ, όμως τα χρόνια είχαν περάσει και δεν ήξερα πώς να σε προσεγγίσω. Τους φοβόμουν, ας τους είχα ξεφύγει. Φοβόμουν για σένα.
– Μας στέρησαν τη ζωή, μας έκαναν κακό αναίτια, αλλά τώρα μάς δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία, μια δεύτερη ζωή.
Δάκρυα κύλησαν στα μάτια των δύο και χώθηκε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κάνοντας σχέδια για το μέλλον.

Φωτεινή Νικολοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading