Θαμμένα μυστικά

Η Ανάστα, ήταν ένα κλειστό παιδί, γεννημένη στη μέση της δεκαετίας του σαράντα, χωρίς φίλες, πάντα κρυμμένη πίσω από την φούστα της μητέρας της. Στα δεκαοχτώ της, ασχημόχτιστη όπως ήταν και χωρίς ίχνος θηλυκότητας, οι γονείς της ξεκίνησαν την εύρεση γαμπρού, να του την πασάρουν, να γλυτώσουν από την ευθύνη της.

Κανένας δεν έριχνε τα μάτια του επάνω της. Η πόλη τους μικρή, γνωρίζονταν λίγο πολύ. Οι γονείς της είχαν απογοητευτεί, μέχρι που μια μέρα, μια θειά της και προξενήτρα, χτύπησε την πόρτα τους. Είχε καλά μαντάτα. Ο Ηλίας, από την άλλη άκρη της πόλης, δέχτηκε να την πάρει. Έκαναν τον σταυρό τους και ευχαριστούσαν το Θεό που θα τους απάλλασσε από ένα στόμα της πολυμελούς οικογένειάς τους, αφού αυτή ήταν μεγάλη πια, είχε μόλις ενηλικιωθεί, μπορούσε να κρατήσει νοικοκυριό. Δεν τους ένοιαξε που ο Ηλίας ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, δεν τους ένοιαξε που από όλους άκουγαν ότι ήταν μπεκρής, άχρηστος και προβληματικός, αφού, όχι μόνο έμεινε ανύπαντρος σε τέτοια ηλικία, αλλά είχε παραβατική συμπεριφορά και συχνές δοσοληψίες με την αστυνομία, από μικρό παιδί και απορούσαν όσοι τους ήξεραν, πώς δύο δουλευταράδες και νοικοκυραίοι άνθρωποι, έβγαλαν αυτό το ρεμάλι. Δεν τους ένοιαξε ούτε που η Ανάστα έκλαιγε και τους παρακαλούσε να μη την δώσουν σ’ αυτόν. Τους πρότεινε να την στείλουν στην Αθήνα σε έναν μακρινό συγγενή, μα δεν ήταν διατεθειμένοι να υποχρεωθούν σε κανέναν. Τους έλεγε πως τον φοβόταν, πως κάτι στο βλέμμα του την απωθούσε, μα η συμφωνία ήταν τελειωμένη.

Λιτός ο γάμος, έγινε πολύ γρήγορα, μη και άλλαζε γνώμη ο γαμπρός και τους έμενε αμανάτι η κόρη. Το σπίτι του βρωμούσε ποτό και τσιγάρο, παρά τις προσπάθειες της μάνας του, της Μελίνας, να τρέχει από πίσω του και να καθαρίζει. Μια μικροσκοπική φιγούρα, με κουσούρι στο ένα πόδι τους τελευταίους μήνες. “Ρευματικά είπαν οι γιατροί”, έτσι έλεγε στους γύρω της και προσπαθούσε να πείσει και τον εαυτό της. Το έσερνε, κούτσαινε κι όμως πουθενά δεν έκανε πίσω. Ο άντρας της τους εγκατέλειψε όταν εκείνη κατάλαβε, πολύ αργά πια για να το ρίξει, ότι ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους. Οι κακές γλώσσες έσπευσαν να τον βγάλουν κερατά, αφού μετά τον πρώτο γιο, τον Ηλία, δεν μπόρεσαν να κάνουν άλλο παιδί όσο κι αν προσπάθησαν και ξαφνικά, δεκαεννέα χρόνια μετά, στα σαράντα τρία πια η Μελίνα, έμεινε έγκυος. Δεν βάσταξε την ντροπή κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, έτσι έλεγαν. Εκείνη τα άκουγε όλα, ήξερε τι σχολίαζαν πίσω από την πλάτη της και υπέμενε.

Όσο μεγάλωνε ο μικρός της γιος κι έμοιαζε τόσο πολύ στον άντρα της, όπως ακριβώς και ο μεγάλος, έκλεισε τα στόματα όλων όσων την πλήγωσαν. Μπορεί να ήταν πολλά στη ζωή της, μα τον άντρα της τον είχε κορώνα στο κεφάλι της και δεν θα τον ατίμαζε ποτέ. Ούτε όμως προσπάθησε να τον κρατήσει. Αφού στα τόσα χρόνια κοινής πορείας δεν κατάλαβε με τι άνθρωπο μοιραζόταν τη ζωή του και άκουσε τον κόσμο, τον μέγα κριτή, τι νόημα θα είχε να του πει τα αυτονόητα. Την έκανε σκουπίδι, μπροστά στον γιο τους κι έκλεισε την πόρτα πίσω του για πάντα. Όταν γέννησε, μόνη πια, έμπηξε τα νύχια στο κρέας για να μεγαλώσει το μωρό και να ανέχεται τις συμπεριφορές, την σκληρότητα και τα μπλεξίματα του ενήλικα ήδη Ηλία.

Την ημέρα που μπήκε στη μέση για να γλιτώσει τον μικρό από τα χέρια του μεγάλου, την κλώτσησε τόσο δυνατά στο γόνατο, που ακούστηκε ένα κρακ και από τον πόνο σωριάστηκε κάτω. Έφτυσε πάνω της το σάλιο της αδιαφορίας του, πέταξε ένα “σας βαρέθηκα μάνα και μούλικο” και πήγε στο καφενείο να συνεχίσει εκεί το νταηλίκι του. Την σήκωσε στην αγκαλιά του έντρομος ο δεκαοχτάχρονος, της έφερε πάγο και με δάκρυα στα μάτια της είπε “Ή θα φύγω ή θα τον σκοtwσw τον κανακάρη σου, μάνα. Δεν πάει άλλο!”. Του ‘γνεψε καταφατικά, αφού φοβόταν τα χειρότερα, του έδωσε την ευχή της και δύο πενταροδεκάρες και τον αποχωρίστηκε. Συμφώνησαν να πουν ότι έφυγε στα καράβια. Ο κόσμος ήδη κουτσομπόλευε που έβλεπε μάνα και γιο με μελανιές. Είχαν τελειώσει προ πολλού οι δικαιολογίες κι έπρεπε επιτέλους να τον προστατέψει κι ας σήμαινε αυτό ότι θα έφευγε μακριά κι ας ένιωθε ήδη μισή, από το πρώτο λεπτό. Εκείνη την ημέρα που έχασε το παιδί της, έπαψε να είναι αρτιμελής ψυχικά και σωματικά.

Το πόδι της δεν επανήλθε ποτέ αφού δεν πήγε σε γιατρό. Επέλεξε να το κουκουλώσει κι αυτό, όπως ό,τι αφορούσε τον γιο της. Την πονούσαν αυτά τα μυστικά μέσα της πιο πολύ και από το κουσούρι που της άφησε η βία του γιου της πάνω της. Όταν λίγους μήνες μετά της είπε ότι θα παντρευτεί την Ανάστα, μια χαραμίδα ελπίδας τρύπωσε μέσα της. Ίσως αυτό το μικρό, γλυκό κορίτσι, που είχε την ηλικία του μικρού της, μαλάκωνε τον αγροίκο γιο της.

Από την πρώτη κιόλας νύχτα της κοινής τους ζωής, της έδειξε τον ανδρισμό του. Χωρίς ίχνος τρυφερότητας, χωρίς να τον νοιάζει αν ήθελε, αν πονούσε, βίαια και γρήγορα, πήρε την παρθενιά της και καμάρωνε για το κατόρθωμά του. Η Ανάστα κατάλαβε ότι δίπλα του, κάθε μέρα θα ήταν μία κόλαση. Δεν έπεσε έξω δυστυχώς. Της μιλούσε απότομα, της θύμιζε πόσο άσχημη ήταν και πως θα έπρεπε να τον ευχαριστεί που την παντρεύτηκε με αυτά τα μούτρα, λεηλατούσε το κορμί της όποτε είχε όρεξη, την έβριζε χυδαία, την χτυπούσε χωρίς λόγο. Δεν έβγαζε άχνα, φοβούμενη τα χειρότερα. Ποια χειρότερα δηλαδή; Εφιάλτης ήταν η κάθε της μέρα. Η πεθερά της, έχασε κάθε ελπίδα να γίνει άνθρωπος ο γιος της, μα ενώ έβλεπε, άκουγε, δεν προσπάθησε ποτέ να την υπερασπιστεί, να την προστατέψει. Αντιθέτως, μια ανακούφιση ένιωθε κι ας ντρεπόταν κάποιες στιγμές γι’ αυτό. Από τότε που ήρθε στο σπίτι τους η νύφη της, όλη του την βιαιότητα την εξαντλούσε στο νεανικό σώμα της κι άφησε εκείνη ήσυχη. Σπάνια πια ξεσπούσε πάνω της. Είχε βρει άλλο σώμα να τυραννάει. Ούτε στους γονείς της βρήκε καταφύγιο. Την έβλεπαν με μελανιές, με σχισμένα χείλη και δεν την τύλιξαν ποτέ στην αγκαλιά τους, δεν της είπαν ποτέ παράτα τον, είμαστε εμείς εδώ. Έκαναν πως δεν έβλεπαν, πως δεν άκουγαν, πως δεν ήξεραν.

Έμεινε έγκυος τον πρώτο μήνα κιόλας που ήταν παντρεμένοι. Δεν την σεβάστηκε ούτε σε αυτήν την κατάσταση. Όποτε γυρνούσε μεθυσμένος και είχε ορέξεις, την τραβούσε με βία ξυπνώντας την, κατέβαζε το παντελόνι του και εισχωρούσε μέσα της σα να ήταν άψυχη κούκλα. Κάθε μέρα, έβρισκε μια αφορμή να την χτυπάει. Όσο κι αν προσπαθούσε η Ανάστα να είναι αμίλητη, σχεδόν αόρατη για να μη τον εξοργίζει, εκείνος πάντα έβρισκε κάτι. Ανάλατο το φαγητό, αλμυρό το φαγητό, κρύο το φαγητό, ζεστό το φαγητό, βρώμικο το σπίτι, τον κοίταξε, δεν τον κοίταξε, του μίλησε, δεν του μίλησε. Για όλα έφταιγε εκείνη, για όλα έτρωγε ξύλο. Η Ανάστα το μόνο μέρος που προστάτευε με τα χέρια της, από την οργή του, ήταν η κοιλιά της. Φοβόταν για το μωρό μέσα της.

Είχε δύσκολη γέννα, η μαμή παιδεύτηκε πολύ. Το ίδιο και η Ανάστα. Ούτε λόγος να την πάει στο νοσοκομείο. “Όλες οι γυναίκες έτσι γεννάνε” της είπε, όταν τόλμησε να τον ρωτήσει πού θα γεννήσει. Εξαντλημένη πια, κράτησε την κόρη της στην αγκαλιά της και την έσφιγγε, την φιλούσε, σα να ήρθε στον κόσμο για να την σώσει, να την αγαπήσει, να της φανερώσει και μια άλλη πτυχή της ζωής, αν υπήρχε. Εκείνη σχεδόν στα δεκαεπτά της και βίωσε μόνο προδοσία, εξευτελισμό, πόνο και μοναξιά. Η κόρη της ήταν η ευκαιρία να πιστέψει πως δεν γεννήθηκε μόνο για να υποφέρει, αλλά και για να δώσει και να πάρει αγάπη.

Το κοριτσάκι μεγάλωνε και δεν έμοιαζε σε τίποτα την Ανάστα. Ήταν μια ζωγραφιά, πανέμορφο, με δύο πράσινα λαμπερά μάτια, που εξέπεμπαν ελπίδα και αγάπη. Όλη μέρα, τριγυρνούσε γύρω από την Ανάστα. Τον Ηλία τον απέφευγε κάθε μέρα και περισσότερο κι εκείνος, ξεσπούσε στην Ανάστα. Την κατηγορούσε πως εκείνη ήταν η αιτία, αφού τον κακολογούσε στο κορίτσι τους και τον φοβόταν, δεν τον πλησίαζε. Η μικρή Μελίνα, έβλεπε πόσο άσχημα φερόταν στη μαμά της κι ας μη της έπαιρνε μιλιά και τα μάτια της άλλαζαν χρώμα όταν έπεφταν επάνω του. Γινόντουσαν σκοτεινά και εχθρικά. Είχε φάει και η ίδια ξύλο από τον πατέρα της, αλλά αυτό που ανεχόταν η μαμά της, ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Πόσες φορές την είχε δει να καθαρίζει το αίμα από τις πληγές της και ποτέ μα ποτέ δεν είπε το παραμικρό. Ένα παράπονο, ένα δάκρυ, τίποτα. Υπέμενε αθόρυβα.

Κάπου εκεί στα δεκατρία, πήγε κλαίγοντας στην αγκαλιά της και της είπε ότι είδε πολύ αίμα στο χαρτί στην τουαλέτα κι ότι πονούσε πολύ η κοιλιά της. Η Ανάστα της είπε ότι έγινε γυναίκα πια και της εξήγησε τι σήμαινε περίοδος, τις αλλαγές στο σώμα της, τους πόνους εκείνων των ημερών, την υγιεινή που χρειαζόταν, αλλά και την ευλογία της εγκυμοσύνης που την συνόδευε για όταν ερχόταν η σωστή ώρα. Την ημέρα εκείνη κατάλαβε πόσο δύσκολο ήταν από μόνο του, να είσαι γυναίκα και η μαμά της είχε και τον τύραννο πατέρα της, να την διαλύει. Την θαύμασε και την λυπήθηκε ταυτόχρονα όσο ποτέ άλλοτε.

Ένα πρωινό του Αυγούστου, διέταξε τις δύο γυναίκες να πάνε εκείνες στον πάγκο στην λαϊκή να πουλήσουν τη σοδειά του, σταφύλια και καλαμπόκια. Κι άλλες φορές τους το είχε επιβάλλει, που δεν ήταν σε θέση από το ξενύχτι και το ποτό. Η Ανάστα πήγε να ξυπνήσει την Μελίνα, να την πάρει μαζί της μα το χέρι του έπεσε βαρύ πάνω στο μάγουλό της.
– Το κορίτσι θα μείνει εδώ.
Δεν την πόνεσε τόσο το χαστούκι όσο η ιδέα να αφήσει την κόρη της μόνη με κείνον. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει.
– Ηλία μου, η μάνα σου μεγάλωσε πια, το πόδι της την παιδεύει, ας μείνει να ξεκουραστεί, να πάρω βοηθό το παιδί.
– Άκουσες τι είπα; Που έχεις και γνώμη!
Υπάκουσε κι έφυγε μαζί με την πεθερά της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Φοβόταν τόσο πολύ μη ξεσπάσει πάνω στο παιδί.

Η Μελίνα κοιμόταν όταν άκουσε τα βαριά του βήματα. Δεν σάλεψε ούτε το βλέφαρό της. Μόνο η αίσθηση της ακοής γιγαντώθηκε και ο τρόμος στη ψυχούλα της. Μέχρι που αισθάνθηκε την ανάσα του στο λαιμό της και το χέρι του στο πόδι της και μπήκαν σε λειτουργία και η αίσθηση της όσφρησης με τη μυρωδιά από μπύρα, κρασί και ούζο ανακατεμένα, που της προκάλεσε αηδία και η αίσθηση της αφής του πάνω στο πόδι της, που την έκανε να παραλύσει από φόβο. Άνοιξε απότομα τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει με ύφος αρπαχτικού. Το κορίτσι περίμενε ότι θα την χτυπήσει, ότι θα γινόταν στόχος άλλης μιας κακής διάθεσής του και έκλεισε σφιχτά τα μάτια περιμένοντας. Όταν εκείνος άρχισε να οργώνει το κοριτσίστικο κορμάκι της, αγγίζοντάς την, κάτι μέσα της δεν της κολλούσε. Δεν την είχε χαϊδέψει ποτέ σαν παιδί, δεν της είχε δείξει ποτέ τρυφερότητα και αυτό που ένιωθε με τα χέρια του επάνω της, την τρόμαζε περισσότερο κι από το να την έδερνε. Μαζί με τα μάτια έσφιγγε και το σώμα της, οι μύες ήταν τόσο σφιγμένοι, που με δυσκολία τον άκουσε να λέει “έγινες κοπελάρα, είμαι ο πατέρας σου και θα με υπακούς”. Τότε μόνο άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε κατευθείαν στα δικά του, ενώ εκείνος άρχισε να της ξεγυμνώνει το σώμα, μα κυρίως την ψυχή. Προσπαθούσε να καταλάβει τι είδος ανθρώπου ήταν, αφού πατέρας δεν ήταν σίγουρα.
– Μπαμπά… είπε μόνο, με παρακλητικό τόνο στη φωνή, δάκρυα να καίνε τα μάγουλά της και έτρεμε ολόκληρη.

Με το χέρι της προσπάθησε να σπρώξει το δικό του, που τα δάχτυλά του άγγιζε κάθε σπιθαμή του δέρματός της. Όταν το άλλο του χέρι, βαρύ, ακινητοποίησε το δικό της, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τον συγκινήσει ή να τον εμποδίσει. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν, γιατί γινόταν. Για το μόνο που ήταν σίγουρη ήταν ότι τον σιχαινόταν. Η αίσθησή του πάνω της, ήταν αηδιαστική. Όταν τον είδε να λύνει την ζώνη του παντελονιού του, πάγωσε ολόκληρη. Τι θα της έκανε; Ήταν από πάνω της, τον άκουγε να βογγάει, να την κοιτάζει και πονούσε τόσο πολύ. Πότε θα σταματούσε το μαρτύριο; Θα ήθελε να είχε την σωματική δύναμη να τον πετάξει από πάνω της και να τρέξει μακριά του, μα ήταν εγκλωβισμένη, μια μινιατούρα, ένα φυλλαράκι που έτρεμε από πόνο και θυμό, κάτω από το τον όγκο του πατέρα της και απλά παρακαλούσε να σταματήσει όλο αυτό επιτέλους. Λίγα λεπτά μετά, την ελευθέρωσε. Κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο, δίχως να του ρίξει ματιά.
“Εμένα θα με κοιτάς στα μάτια”, της είπε και με τον δείκτη του, ακούμπησε το πηγούνι της και σήκωσε το κεφάλι της προς το μέρος του.
Τα δάκρυά της, δεν σταματούσαν, μα προσπάθησε να υπακούσει, κοιτάζοντάς τον.
– Μη πεις κουβέντα στη μάνα σου, γιατί δεν το ‘χω πολύ να τη σkoτwσω στο ξύλο και θα φταις εσύ. Έγινα αντιληπτός;
– Ναι, απάντησε κοφτά το κορίτσι κι εκείνος με ένα χαμόγελο που δήλωνε την υπεροχή του, έφυγε.

Όταν γύρισαν οι δύο γυναίκες, η Μελίνα δεν έτρεξε όπως άλλες φορές στην αγκαλιά της μαμάς της. Ο Ηλίας ροχάλιζε στην κάμαρή του. Η Ανάστα πήγε στην κόρη της να την αγκαλιάσει και να της δώσει μια σοκολάτα που της αγόρασε. Η κόρης της όμως έμενε γυρισμένη στο κρεβάτι της, χωρίς ίχνος από τη γνωστή ζωντάνια της. Έκατσε στην άκρη, στα πόδια της, άπλωσε το χέρι να την χαϊδέψει και το παιδί τινάχτηκε, σα να τρόμαξε, σα να μην ήθελε.
“Τι συμβαίνει Μελίνα μου;”. Καμία απάντηση, καμία κίνηση. “Κοριτσάκι μου, πονάς πουθενά; Έγινε κάτι όσο έλειπα;”, άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Το παιδί γύρισε, την κοίταξε με άδειο βλέμμα, απάντησε ένα άψυχο “όχι” και γύρισε ξανά προς τον τοίχο. Πήγε πιο κοντά της, της χάιδευε τα μαλλιά και γεμάτη αγωνία την ρώτησε “σε χτύπησε;”, χωρίς να πάρει απάντηση. Ήθελε να πάει μέσα, να βγάλει πάνω του όλη της την πίκρα, όλο της τον θυμό, μα δεν έκανε τίποτα. Τι μπορούσε να κάνει; Ήταν στο έλεός του και το μισούσε. Πάνω της ας έκανε ό,τι ήθελε, αλλά στην κόρη της… δεν το άντεχε. Ούτε τον εαυτό της άντεχε που δεν είχε τον τρόπο να το αλλάξει.

Τρεις μέρες μετά, η Μελίνα είχε μετατραπεί σε σκιά του εαυτού της. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε και κοιτούσε τον Ηλία με τρόμο. Την πλησίασε πολλές φορές η Ανάστα, την παρακάλεσε να της πει τι είχε συμβεί, μα δεν απαντούσε. Το άλλοτε σπινθηροβόλο βλέμμα της ήταν άψυχο, κενό. Όταν το βράδυ της είπε πάλι να πάρει την μάνα του και να πάνε στη δουλειά το επόμενο πρωί, η ματιά της έπεσε πάνω στην κόρη της που άρχισε να τρέμει και χάθηκε στα σκοτάδια της.

Μόλις ξημέρωσε, σηκώθηκαν νύφη και πεθερά, ετοιμάστηκαν κι έφυγαν. Όταν δύο ώρες μετά ξύπνησε ο Ηλίας, φρέσκος και ορεξάτος κατευθύνθηκε στο δωμάτιο της κόρης του. Η Μελίνα πανικόβλητη, δεν έκανε την κοιμισμένη αυτή τη φορά. Προσπάθησε να τον καλοπιάσει.
– Μπαμπά, να σου ψήσω έναν καφέ;
– Να κάτσεις εκεί που είσαι και να μη μιλάς.
Την πλησίασε και με λύσσα την άγγιξε. Το κορίτσι άρχισε να ουρλιάζει “βοήθεια”, έσφιξε σε μπουνιές τις παλάμες της κι άρχισε να χτυπάει παντού τον μπαμπά της, χωρίς να στοχεύει. Ένα δυνατό χαστούκι την έριξε κάτω από το κρεβάτι και την έκανε να σωπάσει. Μόνο το κλάμα της ακουγόταν.
– Ποuτ@νas κόρη! Μη τολμήσεις ξανά να σηκώσεις το χέρι σου και κυρίως να μου αντισταθείς, γιατί θα πνίξω κι εσένα και την πουt@va τη μάνα που σε γέννησε, με τα ίδια μου τα χέρια και θα σας θάψω στο χωράφι, ακούς;
Στεκόταν όρθιος μπροστά στο παιδί που είχε σωριαστεί στο πάτωμα, την κλώτσησε στη κοιλιά και χίμηξε πάνω της, φωνάζοντας “είσαι δική μου, το κατάλαβες;”.

Η Μελίνα ανάσκελα, με τον πατέρα της πάνω της, σταμάτησε απότομα να κλαίει, γούρλωσε τα μάτια και έγνεψε καταφατικά με ένα μειδίαμα ανακούφισης. Εκείνος μόλις είχε τελειώσει και η τελευταία του φράση ήταν “έτσι, να είσαι καλό κορίτσι και θα περνάμε καλά”. Οι μαχαιριές στην πλάτη γρήγορες, εμμονικές και αμέτρητες. Το αίμα πεταγόταν παντού. Όταν έπεσε πάνω της νεκρός, η Μελίνα ατάραχη τον έσπρωχνε από πάνω της με τη βοήθεια της μαμάς της, που είχε πετάξει κάτω το μαχαίρι και έμειναν εκεί κατάχαμα, βαμμένες στο κόκκινο, αγκαλιασμένες, με τα δάκρυα να ξεπλένουν το αίμα από τα πρόσωπά τους.
– Με συγχωρείς που σε άφησα μόνη με το τέρας.
– Μανούλα μου!, αναφώνησε το κορίτσι, αφήνοντας πια τα αναφιλητά να την λυτρώσουν και λίγα λεπτά μετά, συνέχισε, Πώς και ήρθες τόσο νωρίς; Η γιαγιά;
– Ήσουν χάλια από τότε που έμεινες μαζί του. Δεν μπορούσα να διανοηθώ τόση απανθρωπιά, τόση ανωμαλία, τόση φρίκη. Είπα στη γιαγιά ότι δεν ένιωθα καλά. Φυσικά δεν το πίστεψε, κατάλαβε γιατί έφυγα. Φοβήθηκα μη σε δείρει άσχημα. Πού να φανταστώ! Θα με συγχωρέσεις ποτέ;
– Μαμά, διέπραξες φόνο! Τον σκότwseς για χάρη μου!
– Έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα! Πριν προλάβει να απλώσει χέρι πάνω σου. Σήκω! Πήγαινε κάνε μπάνιο και φέρε τα ρούχα σου.
– Μου είπε ότι αν αντισταθώ ξανά, θα μας έπνιγε και θα μας έθαβε στο χωράφι.
– Έννοια σου! Η απειλή του, εντολή μου! Θα τον υπακούσω για τελευταία φορά! Κάνε μπάνιο και φύγε. Πήγαινε στον πάγκο μας, στην γιαγιά και αν χρειαστεί καθυστέρησέ την.

Έμεινε μόνη μαζί του. Πήρε το τσεκούρι και έκοψε τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι. Τον έκανε κομμάτια, όπως πολλές φορές ονειρευόταν τα βράδια. Κάθε κομμάτι του κι εκδίκηση. Για τον αδερφό του, την μάνα του, την ίδια της, μα κυρίως για την κόρη της. Τον τεμάχιζε χωρίς ίχνος δισταγμού, έχοντας την εικόνα του πάνω στο παιδί τους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι υπήρχε ανθρώπινο ον που θα έκανε τέτοιο κακό στο ίδιο του το παιδί. Ούτε μπορούσε να δεχτεί ότι υπήρχε τιμωρία γι’ αυτό το έγκλημα. Μία ήταν η τιμωρία και την είχε διαπράξει με ευκολία. Εκείνη που υπέμεινε τόσα μαρτύρια δίπλα του, που δεν του είχε καν αντιμιλήσει ποτέ. Εκείνη που θεωρούσε κτήμα του, όπως και όλους τους άλλους. Τύλιξε το διαμελισμένο του σώμα χωριστά σε δύο σεντόνια κι έπειτα σε δύο σακούλες σκουπιδιών και το έβαλε στο καρότσι που μετέφεραν τα τελάρα από τη σοδειά τους. Με γρήγορες χειρουργικές κινήσεις καθάρισε το πάτωμα, το κρεβάτι, τον τοίχο, πέταξε τα σεντόνια, τα ρούχα της, έκανε μπάνιο και καθαρή, ψύχραιμη και ανάλαφρη, μετέφερε το καρότσι με το πτώμα, στην αποθήκη, μέσα στην αυλή. Το βράδυ, θα τελείωνε το έργο της, με το σκοτάδι σύμμαχο.

Στον πάγκο η Μελίνα ένιωθε ακριβώς όπως η μάνα της. Ψύχραιμη και ανάλαφρη κι ας έγινε μάρτυρας του άγριου φονικού του πατέρα της λίγη μόνο ώρα πριν. Είπε στη γιαγιά της ότι η μαμά δεν αισθανόταν καλά και πήγε εκείνη να την βοηθήσει. Η έμπειρη γυναίκα κατάλαβε την αλλαγή στην ψυχολογία της. Τις τελευταίες μέρες δεν έβγαινε από το σπίτι, ήταν αμίλητη, ανέκφραστη, αμέτοχη, αγέλαστη. “Τι έγινε ξαφνικά και κελαηδάει;”, σκεφτόταν, αλλά δεν μίλησε. Το σημαντικό ήταν ότι η εγγονή της επανήλθε στον παλιό, καλό εαυτό της κι αυτό έκανε διπλά χαρούμενη την ίδια. Την λάτρευε την συνονόματη μονάκριβή της.

Όταν γύρισαν σπίτι, βρήκαν την Ανάστα να φτιάχνει σουπίτσα. “Με τριγυρνάει καλοκαιρινή ίωση μάλλον”, δικαιολογήθηκε στη πεθερά της, ενώ τα μάτια μάνας και κόρης χαμογελούσαν συνωμοτικά.
– Ο Ηλίας;, ρώτησε η πεθερά της.
– Δεν τον ξέρεις τον γιο σου; Όταν ήρθα και με είδε έτσι χάλια, με έβρισε που έφυγα από τον πάγκο, χτύπησε την πόρτα κι έφυγε.

Έστρωσαν τραπέζι, έφαγαν κι έπιασαν τις δουλειές του σπιτιού και τον απογευματινό καφέ στην αυλή. Ο Ηλίας ακόμα δεν είχε δώσει σημείο ζωής. Η Μελίνα πήρε να σκουπίζει την αυλή και μπήκε στην αποθήκη να πάρει το μικρό κλαδευτήρι να περιποιηθεί τις τριανταφυλλιές της. Της έκαναν εντύπωση οι σακούλες στο καρότσι. Άνοιξε το ματωμένο σεντόνι και στη θέα του κομμένου κεφαλιού του γιου της, μαρμάρωσε. Δεν βγήκε κραυγή, ούτε ουρλιαχτό από τα σωθικά της όπως θα άρμοζε. Δάκρυα βουβά μόνο και λίγες κουβέντες. “Ο Θεός να με συγχωρέσει για όλες εκείνες τις φορές που σκέφτηκα να κάνω το ίδιο, όταν με χτυπούσες ανελέητα, μα πιότερο εκείνη την καταραμένη μέρα που με βiασes. Εμένα, την ίδια σου την μάνα, δεκαεννέα χρονών μαντράχαλος. Έκλαιγα, χτυπιόμουν, σου φώναζα “Τι πας να κάνεις; Γιατί;” κι εσύ συνέχιζες με εκείνο το ύφος που με έχει στοιχειώσει από τότε. Έμεινα έγκυος στο παιδί σου, με εγκατέλειψε ο πατέρας σου, πιστεύοντας ότι είμαι πουτ@va, με κατηγορούσε εκείνη τη μέρα μπροστά σου ότι πηδιόμουν με άλλον κι εσύ τα άκουγες με κρυφή ευχαρίστηση, που την έβλεπα στο βλέμμα σου. Γέννησα τον γιο σου και ορκίστηκα πως θα το πάρω το μυστικό στον τάφο μου. Για αδερφό σου τον ήξεραν όλοι, εσύ κι εγώ ξέραμε την αλήθεια. Δεν σταμάτησες λεπτό να του φέρεσαι βάναυσα. Πόσο ξύλο και εξευτελισμό δέχτηκε και δεν κατάλαβε ποτέ το γιατί. Εκείνος ήθελε μόνο να τον αγαπήσεις. “Πώς τον αντέχεις”;, με ρωτούσε κάθε τόσο. Έβλεπε τις δικές μου πληγές από τα χτυπήματά σου και τις δικές του κι έλεγε “θα τον σkoτώσw” κι εγώ ενώ ευχόμουν να βρει τη δύναμη να το κάνει, φοβόμουν μήπως γίνει το αντίθετο. Το αγάπησα αυτό το παιδί κι ας ήταν σπόρος ντροπής. Ήταν ό,τι δεν υπήρξες ποτέ. Ένα καλό, γλυκό, ευγενικό παιδί που σκορπούσε αγάπη, όπου εσύ μοίραζες πόνο. Όταν μου διέλυσες το γόνατο κι από τότε υποφέρω από πόνους, σε κάλυψα πάλι, ενώ μέσα μου ήθελα να σε σκοtwσw. Τελικά, ο Θεός έστειλε στη ζωή μας την Ανάστα για να μας απαλλάξει από σένα. Στο ορκίζομαι, θα το έκανα κι εγώ αν σε έπιανα πάνω από την Μελίνα μου. Δεν θα σου χαριζόμουν άλλο. Γιατί αυτό έγινε, το ξέρω. Το είδα στα πονεμένα μάτια της μικρής, στο κορμάκι της που έτρεμε τις τελευταίες μέρες και στην αγαλλίαση που είχε το ύφος της το μεσημέρι όταν ήρθε στη λαϊκή. Αναγνώρισα τα σημάδια γιατί το έζησα στο σώμα μου. Ξέρω την φρίκη αυτή. Χρησιμοποίησε τη δύναμη της μάνας η γυναίκα σου και δεν της φαινόταν. Θα την ευγνωμονώ όσο ζω που σου στέρησε πια τη δύναμη να μας κάνεις κακό. Μαύρη η μέρα που σε γέννησα, που έγινα η αιτία να πονέσουν τόσοι άνθρωποι από τα χέρια σου. Πήρες όμως, αυτό που άξιζες τελικά”.

Σκέπασε ξανά το κομμένο κεφάλι, σαν να μην ανοίχτηκε ποτέ η σακούλα.
Έκανε μεταβολή και βγήκε στην αυλή. Η Ανάστα και η Μελίνα που την ακολούθησαν αθόρυβα, για να είναι ήσυχες ότι το μυστικό τους δεν κινδυνεύει, τα άκουσαν όλα.

Ξεπερνώντας γρήγορα και αυτό το σοκ, από όσα έκρυβε η πεθερά και γιαγιά τους, την πλησίασαν, την αγκάλιασαν κι έμειναν εκεί, στην κόκκινη τριανταφυλλιά, αγκαλιασμένες σε κύκλο τριών γυναικών που δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα. Τα ομολογούσαν όλα τα μάτια τους. Τον έθαψαν αργά το βράδυ στο χωράφι και δεν ανέφεραν ποτέ ξανά ούτε το όνομά του. Στη γειτονιά ακουγόντουσαν τόσες διαφορετικές ιστορίες. Ο καθένας πρόσθετε και κάτι δικό του στα λόγια της μάνας του, όταν την ρωτούσαν πού χάθηκε ο Ηλίας. “Ίδιος ο πατέρας του σε όλα, έφυγε χωρίς να πει κουβέντα”. Τόσα μυστικά, τόσος πόνος, τόση ντροπή, θάφτηκαν μαζί του. Ο ίδιος άντρας είχε καταστρέψει τη ζωή τους. Ήταν ώρα να επουλώσουν τις πληγές τους και να ατενίσουν το μέλλον ελεύθερες.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading