– Χάλια είναι! Δεν τρώγεται! στρίγγλισε η Δέσπω και πέταξε με θυμό το κουτάλι στο πάτωμα
Η Χρυσούλα την κοίταξε και χωρίς να πει λέξη, ακούμπησε με αργές κινήσεις τη ζακέτα που έπλεκε και τις γκρι ξεθωριασμένες βελόνες πλεξίματος, δίπλα της, στο τραπεζάκι και σηκώθηκε όρθια. Έσκυψε, μάζεψε το κουτάλι απ’ το πάτωμα και χωρίς να πει λέξη, πήγε στην κουζίνα, έφερε ένα καθαρό και το ακούμπησε προσεχτικά μπροστά της.
– Θέλεις να σε βοηθήσω; της είπε χαμηλόφωνα
– Όχι, τίποτις δε θέλω από σένα! Άχρηστη! απάντησε η Δέσπω κι έσπρωξε το πιάτο κοιτώντας την με θυμό, με μίσος σχεδόν
Για λίγα δευτερόλεπτα η Χρυσούλα έμεινε να κοιτάζει το μισοφαγωμένο πιάτο. Έπειτα, πήρε το καθαρό κουτάλι, το έβαλε μέσα στην κοτόσουπα που άχνιζε ακόμη, πήρε στο άλλο της χέρι και το άδειο από νερό ποτήρι και τα μετέφερε στον πάγκο.
– Να σου κόψω λίγο πορτοκάλι; φώναξε απ’ την κουζίνα
– Το λαιμό σου να κόψεις! Άφηκέ με πια! Θα κοιμηθώ! Τσιμουδιά! απάντησε θυμωμένα η Δέσπω
Η Χρυσούλα έπλυνε με προσεχτικές κινήσεις τα άπλυτα πιάτα και αφού τα σκούπισε, τα τοποθέτησε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο ντουλάπι. Μετά σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και επέστρεψε στο δωμάτιο. Είδε τη Δέσπω ξαπλωμένη στο πλάι, με την πλάτη της στην πόρτα. Κατάλαβε ότι ήθελε να κοιμηθεί και πατώντας στις μύτες των ποδιών της, κάθισε και πάλι στην παλιά, καφέ πολυθρόνα και πήρε στα χέρια της ξανά τις βελόνες και το πλεκτό της.
Είχε πάνω από τρεις εβδομάδες που η Χρυσούλα “πάλευε” μ’ αυτό το πλεκτό. Ήταν μια ζακέτα σε καφέ χρώμα, με μπεζ τσέπες και μπεζ γιακά. Το έπλεκε με προσοχή, κυρίως τις ώρες που η Δέσπω κοιμόταν, γιατί συνήθως όταν ήταν ξύπνια την απασχολούσε με το να της ζητά συνεχώς πράγματα και φυσικά να γκρινιάζει… να γκρινιάζει ασταμάτητα για τα πάντα! Είχε ήδη τελειώσει με τα περισσότερα, είχε μείνει μόνο να βάλει τα κουμπιά. Σε λίγο θα ήταν έτοιμη κι ήταν αλήθεια πολύ όμορφη. Η Χρυσούλα είχε βάλει όλη της την τέχνη γι’ αυτή τη ζακέτα! Σήκωσε το πλεκτό και το κοίταξε, ήταν υπέροχη! Χαμογέλασε…
– Ακόμη μ’ αυτή την αηδία ασχολείσαι; Παράτα το και σύρε να δεις αν δουλεύει το τηλέφωνο. Άρχισε να νυχτώνει κι ακόμη να τηλεφωνήσει ο Πετρής! Θα βρήκε άραγε τον Νικόλα και το Χρηστάκη;
Η Χρυσούλα σηκώθηκε χωρίς να πει λέξη και έσυρε της παντόφλες της μέχρι το χωλ. Ακούμπησε τα χέρια της στο σκουρόχρωμο έπιπλο και κοίταξε το πρόσωπό της στον μεγάλο καθρέφτη. Τα άλλοτε μαύρα μαλλιά της, είχαν αρχίσει να γκριζάρουν στους κροτάφους και ο ψηλός, σφιχτός κότσος, έκανε τις γκρίζες τρίχες να φαίνονται πιο έντονες. Τα γαλάζια μάτια της, φαίνονταν πιο ξεθωριασμένα και τα στόλιζαν μικρές, ρυτίδες. Τα χείλη της έδειχναν στεγνά, όπως και όλο το δέρμα του προσώπου της. Κοίταξε το είδωλό της στο κρύο γυαλί, σαν να μην το αναγνώριζε. Πού είχε χαθεί εκείνο το μικρό, όμορφο κορίτσι με τα φωτεινά μάτια και το γλυκό χαμόγελο;
Κόντευαν είκοσι χρόνια από τότε που είχε φύγει απ’ τη χώρα της, σαν κυνηγημένη. Με μια μικρή τσάντα στην πλάτη και ένα ζευγάρι παλιά αθλητικά παπούτσια. Οι φωτιές κι οι κραυγές του πολέμου την είχαν διώξει απ’ το σπίτι της κι ένας Θεός ήξερε πώς κατάφερε να φτάσει σ’ αυτό το μικρό, χωριό στα σύνορα. Την καλοδέχτηκαν οι ντόπιοι τότε, μικρό κορίτσι, αδύνατο και καταβεβλημένο, όλοι έσπευσαν να τη βοηθήσουν. Άλλος να της φέρει νερό, άλλος κάτι να φάει, άλλος να της δώσει μια ζακέτα… ό,τι μπορούσε ο καθένας. Ευτυχώς είχε τα χαρτιά της μαζί, σ’ εκείνη τη μικρή της τσάντα και την βοήθησαν να εξασφαλίσει τη νόμιμη παραμονή της στην Ελλάδα. Αν δεν ήταν κι ο κύριος Πέτρος… “Μικρό παιδί, πώς έκανε τόσο δρόμο; Εγώ θα την πάρω στο σπίτι μου, κόρη μου θα την έχω…”, είχε πει και μιας κι ο λόγος του “περνούσε”, επισπεύσθηκαν οι διαδικασίες και πολύ σύντομα κατάφερε να γίνει κι επίσημα μόνιμη και νόμιμη κάτοικος του χωριού.
“Πώς σε λένε;” την είχε ρωτήσει με νοήματα η κυρά Δέσπω, η γυναίκα του κυρ Πέτρου κι εκείνη της είχε πει: “Kristina”. “Χριστίνα, ε; Να σε λέω Χρυσούλα; Που είσαι μικρούλα και γλυκιά;” την είχε ρωτήσει με χαμόγελο. Κι η Χρυσούλα είχε κατεβάσει τα μάτια κι είχε χωθεί στην αγκαλιά της κυρά Δέσπως. Και κάπως έτσι, έγινε μέλος της οικογένειάς τους, η κόρη που ποτέ δεν είχαν. Γιατί η Δέσπω κι ο Πέτρος, είχαν δυο γιους μονάχα, που κι οι δυο, πολύ σύντομα μετά την άφιξη της Χρυσούλας στο σπίτι, έφυγαν για το εξωτερικό, να βρουν την τύχη τους. Και στην αρχή, έστελναν κι οι δυο γράμματα στους γονείς τους, να τους λένε τα νέα τους. Ο Νικόλας, ο μεγαλύτερος, είχε βρει πολύ καλή δουλειά στην Αυστραλία κι ο Χρήστος, είχε βρει την τύχη του κάπου στην Αμερική. Να έρθουν να δουν τους γονείς τους, ούτε λόγος, πού λεφτά για τόσο μεγάλα ταξίδια, με τα γράμματα παρηγοριόνταν. Μέχρι που άρχισαν ν’ αραιώνουν κι αυτά κι απέμειναν οι δυο γονείς μονάχοι και χωρίς νέα απ’ τα παιδιά τους.
Δέκα χρόνια περίπου μετά, ο κυρ Πέτρος έπεσε στο κρεβάτι και μέχρι να καταλάβουν οι γιατροί τι είχε, έφυγε απ’ τη ζωή. Η κυρά Δέσπω ήταν απαρηγόρητη… έμεινε χωρίς το ταίρι της, τον άνθρωπό της και τα δυο παιδιά της χαμένα, να τους στέλνει γράμματα στις διευθύνσεις που είχε, κι απάντηση να μην παίρνει. Κι όλο να μαραζώνει, μα η Χρυσούλα εκεί, δίπλα της, να της κρατά το χέρι, φύλακας άγγελός της. Οικογένειά της ήταν πια η κυρά Δέσπω, μιας και οικογένεια δεν είχε γνωρίσει… μια γιαγιά τη μεγάλωνε κι εκείνη πέθανε, αφήνοντάς την μόνη, τότε, που μόλις είχε ξεσπάσει ο πόλεμος στη χώρα της. Οι γονείς της είχαν από χρόνια πεθάνει, αμυδρά τους θυμόταν, μα η κυρά Δέσπω κι ο κυρ Πέτρος, έγιναν για εκείνη η αγκαλιά που είχε ανάγκη. Τους χρωστούσε τη ζωή της, δεν θα τους εγκατέλειπε, ακόμη κι αν ολόκληρος ο κόσμος γκρεμιζόταν.
Κι η κυρά Δέσπω… η γλυκιά της κυρά Δέσπω, η δεύτερη μάνα της, πόσο της γλυκομιλούσε πάντα! Πόσο την αγκάλιαζε, πόσο την πρόσεχε! Καλύτερα από κόρη της την είχε! Μέχρι που δυο χρόνια πριν άρχισε να μπερδεύεται το μυαλό της… Στην αρχή ξεχνούσε, μετά θύμωνε, μετά έκλαιγε, ύστερα φώναζε και μετά πάλι απ’ την αρχή. “Άνοια” είχε πει ο γιατρός και είχε προτείνει στη Χρυσούλα να την βάλει σε κάποιο ίδρυμα, δεν υπήρχε γυρισμός, η κατάσταση ολοένα θα χειροτέρευε. “Τους στάθηκες, κορίτσι μου, χρόνια ολόκληρα! Κανείς δεν θα σε παρεξηγήσει! Να ζήσεις κι εσύ λίγο…” της είχε πει και την είχε χτυπήσει φιλικά στην πλάτη, μα το βλέμμα της Χρυσούλας έγινε σκληρό, άκαμπτο, όχι, δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, η κυρά Δέσπω δεν την είχε γεννήσει, μα ήταν εκείνη που την είχε κρατήσει ζωντανή. Δεν θα την άφηνε ποτέ…
Έριξε το βλέμμα της στο παλιό πράσινο τηλέφωνο, με το στρόγγυλο καντράν, μπροστά της. Σήκωσε το ακουστικό, δούλευε. Δούλευε κι ας μην είχε χτυπήσει χρόνια τώρα.
Έσυρε τα βήματά της στο δωμάτιο της κυρά Δέσπως. Ήταν ακόμη ξαπλωμένη με το βλέμμα στο ταβάνι. Για μια στιγμή ταράχτηκε η Χρυσούλα, νόμιζε πως δεν ανέπνεε κι έτρεξε κοντά της. Γονάτισε στο πλάι της και την κοίταξε εξεταστικά στα μάτια. Η Δέσπω γύρισε το κεφάλι της αργά και την κοίταξε. Στην αρχή το βλέμμα της ήταν εξεταστικό, σαν να μην την αναγνώριζε, σύντομα όμως ένα αμυδρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της.
– Ήρθες Χρυσούλα μου; Ήρθες φως μου; Να σου βάλω να φας; Γιουβέτσι έφτιαξα, που αρέσει και στον Πετρή μου!
Η Χρυσούλα ακούμπησε το χέρι της πάνω στο μέτωπο της Δέσπως και χαμογέλασε.
– Το ξέρεις ότι σήμερα είναι τα γενέθλιά σου; της είπε με κελαριστή φωνή και σηκώθηκε γρήγορα, παίρνοντας στα χέρια της τη ζακέτα που έφτιαχνε. Μόνο κουμπιά δεν έβαλα ακόμη, αλλά… πώς σου φαίνεται; Σ’ αρέσει; Θέλεις να σε βοηθήσω να τη φορέσεις; Και βάζω αύριο τα κουμπιά! της είπε μ’ ενθουσιασμό
Η κυρά Δέσπω κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και σήκωσε τα χέρια της, για να την βοηθήσει η Χρυσούλα να σηκωθεί. Η Χρυσούλα την βοήθησε να φορέσει την ζακέτα και στάθηκε να την κοιτάζει.
– Πώς σου πάει! Όμορφη που είσαι κυρά Δέσπω μου!
– Μάνα δεν είπαμε να με λες; της χαμογέλασε. Σ’ ευχαριστώ κόρη μου! Να έχεις την ευχή μου… Πειράζει να ξαπλώσω μ’ αυτήν; Σαν να έχει λίγο ψύχρα σήμερα…
– Δεν πειράζει, κοιμήσου κι αύριο θα στην τελειώσω, ναι; της είπε η Χρυσούλα και την βοήθησε να ξαπλώσει
Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της και κάθισε στην πολυθρόνα απέναντί της. Έμεινε για ώρα η Χρυσούλα να κοιτάζει την κυρά Δέσπω να κοιμάται γαλήνια, φορώντας την καφέ ζακέτα. Μέσα της ήξερε… ήξερε πως δεν της απέμενε πολύς χρόνος, μα όσος κι αν ήταν, η Χρυσούλα θα ήταν εκεί, στο πλάι της, ακριβώς όπως κι εκείνη της στάθηκε κάποτε…
Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Το πλεκτό της αγάπης”
[…] Το πλεκτό της αγάπης Με ένα φουστάνι […]