Μακριά από τον τόπο της, συνηθισμένη στη βαβούρα και την πολυκοσμία από τη μια του κοσμοπολίτικου νησιού της κι από την άλλη της πρωτεύουσας όπου σπούδασε, βρέθηκε σε μια μικρή, ήσυχη πόλη της Μακεδονίας, στα τριάντα της χρόνια, με την αγωνία αν τα καταφέρει. Στεκόταν έξω από την πόρτα, με το χέρι στο πόμολο και έπαιρνε βαθιές ανάσες. Είχε μπει ξανά σε αίθουσα σαν αναπληρώτρια για λίγες μέρες, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Αυτό το καρδιοχτύπι της πρώτης φοράς σε αίθουσα, ως διορισμένη, μόνιμη πια, ήταν το κάτι άλλο.
Ακούγοντας τις φωνούλες από τα τριτάκια, εκείνη τη στιγμή, ίσχυε πιο πολύ από ποτέ, η γνωστή ρήση “κάθε αρχή και δύσκολη”. Είχε τόσο μεράκι, τόση όρεξη να διδάξει, τόση αγάπη να δώσει στις μικρές ψυχές του δημοτικού σχολείου, μα ήξερε πως η ηλικία αυτή, είναι πολύ δύσκολη κι έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεχτική. Άνοιξε την πόρτα επιτέλους και αμέσως τράβηξε επάνω της τόσα πολλά ζευγάρια ματάκια που την κοιτούσαν άλλα χαμογελαστά, άλλα έντρομα, άλλα αδιάφορα. Πήγε στην έδρα, έκατσε και κοιτώντας από τη μια ως την άλλη άκρη τα θρανία, χαμογέλασε. “Καλημέρα παιδιά, είμαι η κυρία Λεμονιά, η δασκάλα σας”. Η οχλαγωγία την αποσυντόνισε. Δεκαεννέα φωνούλες, ανταπέδωσαν την καλημέρα, την ρωτούσαν πόσο χρονών είναι, πού μένει, αν είναι παντρεμένη. Χαμογέλασε, τους είπε ότι σιγά σιγά θα τα πουν όλα, αλλά πρώτα έπρεπε να μάθει κι εκείνη τα ονόματά τους. Συστήθηκαν ένα ένα και μετά άρχισε να τους ρωτάει πώς πέρασαν το καλοκαίρι, για να περάσει ευχάριστα η πρώτη επαφή μαζί τους. Είχε ήδη κρατήσει τις σημειώσεις της, που θα την βοηθούσαν να μάθει τα παιδιά άμεσα και εντόπισε τρία τέσσερα ζόρικα αγριμάκια, που αναστάτωναν ολόκληρη τη τάξη. Γρήγορα έβγαλε από τη σκέψη της τα μικρά της ζουζούνια, θα είχε πολύ χρόνο μαζί τους. Έπρεπε να προετοιμαστεί για το απόγευμα, για την συνάντηση που ζήτησε με τους γονείς των παιδιών, να γνωριστούν.
Πήγε πολύ νωρίτερα στη τάξη, για να τους υποδεχτεί. Άρχισαν να μαζεύονται, άλλοι συνεπείς, άλλοι με μικρή καθυστέρηση κι άλλοι με μεγάλη. Από παιδί, εκτιμούσε την συνέπεια. Είχε μάθει από την μαμά της πως είναι αρετή και δήλωνε πολλά για τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Χαμογελαστή τους καλοδεχόταν όλους κι αφού μετά από σαράντα λεπτά από την ώρα που είχε ορίσει, μαζεύτηκαν όλοι, τους συστήθηκε.
“Καλησπέρα σε όλους, είμαι η Λεμονιά Αμπρικίδου και φέτος θα συνεργαστώ με τα παιδιά σας, τα τριτάκια μας. Αρχικά θα ήθελα να σας πω ότι είναι η πρώτη φορά ως διορισμένη εκπαιδευτικός που αναλαμβάνω τάξη. Έχω υπάρξει αναπληρώτρια δύο χρονιές.
Στόχος μου είναι τα παιδιά σας να έρχονται με διάθεση στο σχολείο, να περνούν καλά μέσα σε αυτήν την τάξη, να θέλουν να βρίσκονται εδώ κι όχι να περιμένουν πότε θα φύγουν. Αναζητώ την συνεργασία σας. Υπόσχομαι πως η δουλειά θα γίνεται κυρίως εδώ, με κάποια απαιτούμενη προσπάθεια και στο σπίτι, κυρίως στην αντιγραφή, για εξάσκηση, την οποία θα την ζητάω εδώ, την επόμενη μέρα, σαν εξέταση και κάποιες ασκησούλες στα μαθηματικά. Ιστορία, θρησκευτικά, μελέτη περιβάλλοντος, θα διδάσκονται στην τάξη, δεν θα βάζω στο σπίτι μελέτη. Ξέρω πως οι περισσότεροι εργάζεστε, πως δεν υπάρχει ο χρόνος, μα σας παρακαλώ, ασχοληθείτε κάποια ώρα με τα παιδιά, ελέγξτε αν έκαναν την λίγη δουλειά που θα δίνω. Αν κάποιος γονέας δεν μπορεί για οποιοδήποτε λόγο, θα ήθελα να μου το πει, να το γνωρίζω.
Πέρα από το μαθησιακό κομμάτι, με ενδιαφέρει πολύ και εκείνο των συμπεριφορών. Τα χρόνια μας είναι σκληρά, τα παιδιά μπορούν να γίνουν ακόμα πιο πολύ. Εγώ από δω κι εσείς από το σπίτι, μπορούμε μαζί, να δείχνουμε το σωστό, να γίνουμε παραδείγματα καλής συμπεριφοράς για να μας ακολουθήσουν. Να μιλάτε στα παιδιά σας, συνέχεια, κάθε μέρα, να εξηγείτε ότι όλα τα παιδιά είναι ίσα, ότι κανένα παιδί δεν είναι ανώτερο ή κατώτερο από τα άλλα και δεν ενοχλούμε, δεν πειράζουμε, δεν κοροϊδεύουμε, όπως δεν θέλουμε να μας το κάνουν. Αν κάποιο παιδάκι έχει μια ασθένεια, κάτι που θα ήταν ωφέλιμο για το δικό του καλό να ξέρω, μη διστάσετε, να έρθετε να μου το πείτε. Γενικά, ό,τι σας απασχολεί που θα μπορούσα να βοηθήσω, η πόρτα της τάξης μας, είναι πάντα ανοιχτή. Αν θέλετε κάτι να να με ρωτήσετε ή να συζητήσουμε, είμαι στη διάθεσή σας”.
Δεν σήκωσε κανείς το χέρι του να πει κάτι. Έβλεπε τις αντιδράσεις τους. Άλλοι κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι, άλλοι την κοιτούσαν ερευνητικά, άλλοι είχαν σηκωμένο φρύδι, άλλοι απλά έβλεπαν το ρολόι τους. Διαφορετικοί οι άνθρωποι και οι αντιδράσεις τους. Πήρε πάλι τον λόγο αφού δεν υπήρχε κάποιος άλλος και τους ζήτησε να της πουν τα ονόματά τους και ποιο ήταν το παιδί τους. Είχε ήδη βγάλει κάποια συμπεράσματα, που δεν ήταν ευχάριστα, για τους γονείς των παιδιών που είχε ξεχωρίσει σαν δύσκολες περιπτώσεις, μόλις το ίδιο πρωί, μα τα τοποθέτησε σε κουτάκια στο πίσω μέρος του μυαλού της, απλά να υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο, ότι τα παιδιά, κατά κύριο λόγο, είναι ο καθρέφτης των γονιών.
Είχε τελειώσει ο Σεπτέμβριος και κατάλαβε πως στην τάξη της, εκείνα τα λίγα παιδιά που είχε εντοπίσει από την πρώτη μέρα, δημιουργούσαν πρόβλημα. Προσπαθούσε με όμορφο τρόπο, με κουβέντα, να τα συμμορφώνει.
Ένα πρωινό, στις αρχές του Οκτώβρη, η Λεμονιά, είχε στον πίνακα την Ματίνα, που έγραφε τις λέξεις αντιγραφής. Ο Στέλιος, αποκάλεσε “χοντρή”, την συμμαθήτριά του, με αποτέλεσμα όλα τα παιδιά να γελάσουν και η Ματίνα να νιώσει ιδιαίτερα άσχημα, αφού μαζεύτηκε στη γωνία και σταμάτησε να γράφει. Ο μικρός, αφού πίστεψε ότι έκανε κάτι σπουδαίο, κάνοντας την τάξη να γελάσει, συνέχισε να επαναλαμβάνει την λέξη “χοντρή” κοροϊδευτικά και επίμονα, δείχνοντας το κορίτσι. Η Λεμονιά, πλησίασε την Ματίνα, της είπε “μπράβο, σου αξίζει ένα μεγάλο δέκα με τόνο”, της ζήτησε να καθίσει και χωρίς να μαλώσει τον Στέλιο, του είπε να σηκωθεί. Εκείνος σα σούστα, σηκώθηκε κατευθείαν, χαμογελαστός.
Όταν είδε την κυρία να παίρνει την καρέκλα του και να τη βάζει δίπλα στην πόρτα της αίθουσας απόρησε.
– Θα κάτσεις εδώ την υπόλοιπη ώρα και θα είσαι ο πρώτος μαθητής, που θα συμμετέχει στο πείραμα σιωπής.
Τα παιδιά έδειχναν έκπληκτα και ο Στέλιος περισσότερο από όλους.
– Τι πείραμα είναι αυτό;, ρώτησε αφού δεν είχε καταλάβει τίποτα.
– Σσσσσσσσσ! Εσύ μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, δεν θα έχεις το δικαίωμα να μιλήσεις καθόλου.
– Μα κυρ….
– Σσσσσσσ. Αυτό, είναι το πείραμα της σιωπής. Όποιο παιδί, χρησιμοποιεί λέξεις, εκφράσεις, συμπεριφορές, που δεν αρμόζουν στην τάξη, που ίσως ενοχλούν κάποιον συμμαθητή, για την υπόλοιπη ώρα, η καρέκλα του θα μετακινείται δίπλα στη πόρτα, χωρίς να έχει το δικαίωμα να μιλήσει. Θα έχει όλο το χρόνο να σκεφτεί το λάθος του και θα ήταν ευχής έργο, να ζητούσε και συγγνώμη.
Τα παιδιά, κοιταζόντουσαν μεταξύ τους και δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Ένα σούσουρο επικράτησε για λίγο. Η Ματίνα μόνο είχε ένα κρυφό μειδίαμα και κοιτούσε την κυρία Λεμονιά με συμπάθεια. Αντίθετα συναισθήματα στη ματιά του, λάμβανε από τον Στέλιο, μα ήταν αποφασισμένη. Χτύπησε παλαμάκια για να ανακτήσει τον έλεγχο των παιδιών, ζήτησε αυστηρά από τον μικρό ταραχοποιό να καθίσει, αφού ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να υπακούσει στον νέο κανόνα και προσπάθησε να συνεχίσει το μάθημα, που δεν ήταν καθόλου εύκολο. Τα παιδιά κοιτούσαν τον Στέλιο που ήταν έξαλλος, σα μαινόμενος ταύρος, με κόκκινα μάγουλα από το θυμό και μάτια, από τα δάκρυα που εμπόδιζε να τρέξουν. “Όλα θα τα πω στον μπαμπά μου”, σκεφτόταν.
Όταν χτύπησε το κουδούνι, χωρίς καν να κοιτάξει την κυρία, βρόντηξε την πόρτα κι άρχισε να φωνάζει “είναι κακιά, δεν την θέλω άλλο, να φύγει!”. Ατάραχη η Λεμονιά, πήγε την καρέκλα του μικρού μαθητή στη θέση της και βγήκε από την αίθουσα. Στο προαύλιο παρακολουθούσε τις αντιδράσεις του Στέλιου που πλησίασε την Ματίνα και την αποκαλούσε “χοντρή” και συμπλήρωνε, “τρέξε να το πεις στη κυρία, να με τιμωρήσει”. Η Ματίνα έκλαιγε, ο Στέλιος έπαιρνε την εκδίκησή του, τα παιδιά χωρίστηκαν σε στρατόπεδα, τα μεν υπέρ του κοριτσιού, τα δε υπέρ του αγοριού. Οι δάσκαλοι που ήταν υπεύθυνοι να ελέγχουν την αυλή, βλέποντας και ακούγοντας τι επικρατούσε, ο ένας σφύριξε με την σφυρίχτρα για να διαλυθούν τα παιδιά, φωνάζοντας “έλααα έλαααα, φρόνιμα” και η άλλη, έκοβε βόλτες αμίλητη. Η Λεμονιά ξεροκατάπιε, μπήκε στην αίθουσα και μετέφερε την καρέκλα του Στέλιου ξανά, δίπλα στην πόρτα. “Μα πώς είναι δυνατόν να επιτρέπουν αυτή την κατάσταση!” σκέφτηκε με πικρία.
Χτύπησε το κουδούνι και τα ταρζανάκια, μπήκαν στη τάξη. Ο Στέλιος έπιασε την καρέκλα του να την μεταφέρει στην θέση της, όταν άκουσε την κυρία να του λέει “η καρέκλα θα μείνει εκεί κι εσύ θα καθίσεις πάλι στην ίδια θέση, αμίλητος για όλη την ώρα”.
– Γιατί; Τι έκανα;
– Στέλιο!, είπε μόνο αυστηρά στον μικρό και συνέχισε. Σε είδα και σε άκουσα έξω! και με τον δείκτη της στο στόμα, του έδειξε ότι δεν σήκωνε αντιρρήσεις πλέον. Περιφερόταν για λίγα λεπτά ανάμεσα στα θρανία χωρίς να μιλήσει, μέχρι που χτύπησε με το χέρι της το θρανίο που καθόταν μόνος του ο διπλανός του Στέλιου και απευθύνθηκε ξανά σε όλους. Δεν θα ανεχτώ από κανέναν σας, κακή συμπεριφορά προς τους συμμαθητές σας. Ποιος σας δίνει το δικαίωμα να χαρακτηρίζετε κάποιο παιδί κοντό, χοντρό, αδύνατο, άσχημο, γυαλάκια, αυτάρα ή ό,τι άλλο; Είστε καλύτεροι από τους υπόλοιπους; Όταν ήμουν μικρή, στην ηλικία σας, ήμουν κοντή και δεχόμουν την κριτική από κάποια παιδιά που με πλήγωνε. Στην τάξη μου, αυτά δεν περνάνε. Όποιο παιδί κοροϊδέψει κάποιο άλλο με χαρακτηρισμούς τέτοιους, αυτομάτως θα μπαίνει στο “πείραμα της σιωπής”. Θα του αφαιρείται το δικαίωμα να μιλήσει για την επόμενη ώρα ή και περισσότερο. Θα παρακολουθεί το μάθημα αμίλητο. Κατανοητό;
– Εγώ θα τα πω όλα στον μπαμπά μου!, έσπασε το πείραμα της σιωπής ο μικρός ταραχοποιός.
– Νόμιζα πως ήμουν σαφής. Είσαι σε αυτή τη θέση της σιωπής, για να σκεφτείς τις πράξεις σου, να καταλάβεις το λάθος σου. Για όλη την υπόλοιπη ώρα, δεν θα ακούσουμε την φωνή σου, Στέλιο.
Ο μικρός, ξεφυσούσε και έδειχνε πόσο θυμωμένος ήταν με την κυρία του, αλλά δεν άνοιξε ξανά το στόμα του. Από την άλλη η νεαρή δασκάλα, δεν ήταν διατεθειμένη να υποκύψει.
Την επόμενη μέρα, ο μικρός ήρθε με ενισχύσεις, κάτι που το περίμενε η Λεμονιά. Η μικρή και ήσυχη πόλη που την υποδέχτηκε πριν λίγο καιρό, τώρα της έδειχνε την άλλη της πλευρά, την δύσκολη.
Ένας πατέρας έξαλλος, να χτυπάει το πόδι στο πάτωμα σα κομπρεσέρ, με ύφος πολλών καρδιναλίων και όλα τα δίκια μαζί του.
– Καλημέρα σας κύριε Αυγουστάκη, ευγενικά ξεκίνησε τον διάλογο η Λεμονιά.
– Καλή θα ήταν, αν ήμουν στο γραφείο μου κι όχι εδώ, να χάνω τον χρόνο μου κυρία Αμπρικίδου.
– Μα το παιδί σας είναι προτεραιότητα σας, έτσι δεν είναι;
– Κυρία Αμπρικίδου, είστε πολύ νέα για να μου κάνετε μάθημα. Αυτά στην τάξη σας, όχι σε μένα.
– Δεν θέλω να έρθω σε αντιπαράθεση μαζί σας, είπε ενώ ήθελε να τον λούσει με κοσμητικά επίθετα που είχε κάποια πρόχειρα κατά νου και με το ζόρι τα συγκρατούσε.
– Αλήθεια; Γιατί νομίζω το αντίθετο; Λοιπόν, δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο. Τι χαζά είναι αυτά που μου είπε ο γιος μου, για κάτι πειράματα σιωπής; Τον κάνατε ρεζίλι σε όλη τη τάξη με τις βλακείες σας!
– Βλακείες; Εγώ τον έκανα ρεζίλι; Σας είπε μήπως γιατί βρέθηκε στη θέση αυτή;
– Ό,τι και να έκανε, με ποιο δικαίωμα τον βάζετε τιμωρία με τέτοιο τρόπο, να γελάνε τα παιδιά μαζί του;
– Δηλαδή ο γιος σας, έχει το δικαίωμα να κοροϊδεύει τους συμμαθητές του, αλλά εγώ σαν δασκάλα που οφείλω να υπερασπιστώ όλους τους μαθητές, δεν έχω το δικαίωμα να δείξω το σωστό;
– Ποιο σωστό ακριβώς; Με το να του απαγορεύετε να μιλάει; Και στην τελική τι έκανε για να τον εξευτελίζετε έτσι;, ήταν εκτός εαυτού πια ο πατέρας του μαθητή.
– Κύριε Αυγουστάκη, καταρχάς αν θέλετε, να κατεβάσετε τον τόνο της φωνής σας, να συζητήσουμε πολιτισμένα;
– Δεν θα μου πεις εσύ τι να κάνω! Ξέρεις σε ποιον μιλάς; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
– Βλέπω σε ποιον μιλάω, δεν χρειάζεται να ξέρω!, δεν κόμπιασε και τον κοίταξε κατάματα σαν ίση προς ίσο.
– Μήπως θέλεις να με βάλεις και μένα τιμωρία; Σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι. Αλλά έννοια σου, λίγα είναι τα ψωμιά σου.
– Με απειλείτε;
– Δεν θέλετε να τα βάλετε μαζί μου, πιστέψτε με!, της είπε υπεροπτικά και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του διευθυντή.
Δίπλα του, κορδωμένος και ο γιος του, που καθώς έφευγαν από μπροστά της, την κοίταξε με το ίδιο ακριβώς ύφος του μπαμπά του, σαν φωτοτυπία του.
Χιλιάδες σκέψεις κατέκλεισαν το μυαλό της. Προσπαθούσε να ελέγξει τις ανάσες της, τα συναισθήματά της, μα ένιωθε σαν ηφαίστειο που έβραζε. Λίγη ώρα μετά, μια συνάδελφος την ειδοποίησε ότι την ζήτησε ο διευθυντής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε.
– Λεμονιά, δεν αρχίσαμε καλά.
– Κύριε Ανδρέα, με όλο το σεβασμό, μπορώ να εκφράσω την δική μου πλευρά ή είναι περιττό; Έχετε βγάλει συμπέρασμα;
– Με το θράσος σου, με ωθείς να συμφωνήσω με τον Αλέκο, της είπε αυστηρά, θέλοντας να της κόψει τον αέρα.
– Μπορώ να μάθω τι ειπώθηκε εις βάρος μου;
– Η αλήθεια. Ότι έκανες περίγελο έναν πολύ καλό μαθητή μέσα στη τάξη, με μια μέθοδο για την οποία δε ρωτήθηκα.
– Ο πολύ καλός μαθητής, είστε ενήμερος τι έκανε;
– Τίποτα. Πείραξε μια συμμαθήτριά του. Και τι έγινε; Παιδιά είναι. Όλη την ώρα λένε διάφορα το ένα για το άλλο. Όλο αυτό που ακολούθησε από σένα, ήταν υπερβολικό.
– Κύριε Ανδρέα, να μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Το να αποκαλείς ένα κορίτσι “χοντρή” επανειλημμένως και να μη δέχεσαι τη σύσταση της δασκάλας και να το συνεχίζεις δεν είναι τίποτα. Για να μην αναφερθώ και στους χαρακτηρισμούς του προς το πρόσωπό μου.
– Είσαι πολύ νέα, θα μπορούσα να καταλάβω το ύφος του “φέρνω αλλαγές” αλλά η πόλη μας είναι μικρή, γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας, δεν θέλουμε εντάσεις. Σε παρακαλώ, να θεωρηθεί λήξαν, να ζητήσεις συγνώμη από μαθητή και μπαμπά, να σταματήσεις με τις νέες μεθόδους σου να φέρνεις σε δύσκολη θέση τους μαθητές σου και να συνεχίσουμε προσεκτικά.
– Να ζητήσω συγγνώμη και να σταματήσω εγώ να φέρνω σε δύσκολη θέση τους μαθητές μου; Κύριε Ανδρέα, λυπάμαι, αλλά δεν έκανα κάτι για να ζητήσω συγγνώμη, πέρα από το ότι προσπάθησα να προστατέψω την μαθήτριά μου που έγινε κατ’ εξακολούθηση εχθές στόχος κοροϊδίας.
– Λεμονιά μη με αναγκάσεις να σε κρίνω ακατάλληλη και να σε περάσουν από πειθαρχικό.
– Κύριε Ανδρέα, κάντε ό,τι νομίζετε, απάντησε κρύβοντας την απογοήτευση της.
Στην διάρκεια της σχολικής ώρας, αφού έπρεπε να συνεχίσει να βρίσκεται στο σχολείο κι ας λαχταρούσε να εξαφανιστεί, ο Στέλιος επιδεικτικά, όταν η κυρία έδωσε τον λόγο στην Ματίνα, την αποκάλεσε για ακόμα μια φορά, χοντρή. Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. “Αν νομίζεις ότι είστε κάποιοι εσύ κι ο πατέρας σου και θα σας φοβηθώ, είσαι γελασμένο τσογλανάκι” σκέφτηκε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια και με το χέρι της του έκανε νόημα να σηκωθεί. “Πάρε την καρέκλα σου και πήγαινε στη πόρτα, στη θέση σιωπής, χωρίς να ακούσω κιχ”, του είπε κι εκείνος που νόμιζε ότι το είχε λύσει αυτό το θέμα, άνοιξε διάπλατα το στόμα και τα μάτια του από την έκπληξη.
– Μα κυρία!
– Είπα δε θέλω να ακούσω κιχ. Αγνοείς επιδεικτικά τον κανόνας της τάξης, ενώ δεν θα έπρεπε.
Συνέχισε να κάνει το μάθημα της κι όταν ήρθε η ώρα να σχολάσει, πήγε στον διευθυντή.
– Επειδή, μάλλον θα έχουμε επισκέψεις αύριο, σας ενημερώνω ότι έθεσα ξανά σε λειτουργία τον κανόνα με το πείραμα σιωπής, στον ίδιο μαθητή που δεν έδειξε μεταμέλεια και απευθύνθηκε με στόμφο με τον ίδιο χαρακτηρισμό στη συμμαθήτριά του.
Ο διευθυντής σε συνεργασία με τον εξοργισμένο πατέρα του μαθητή της, υπάλληλο του δήμου και γνωστό στην τοπική κοινωνία, την οδήγησαν σε πειθαρχικό με την σιγουριά της επίπληξης προς το άτομό της, και γιατί όχι και με παύση των υπηρεσιών της για ένα χρονικό διάστημα. Αυτό που δεν περίμεναν ήταν ότι όλοι οι συνάδελφοί της, τάχθηκαν με το μέρος της. Είχε πάρα γίνει το κακό με τις άσχημες συμπεριφορές συγκεκριμένων παιδιών, που έχρηζαν ειδικής μεταχείρισης από τον διευθυντή, λόγω κοινωνικής θέσης των οικογενειών τους. Πολλοί γονείς, τα επτά χρόνια που ήταν στη διεύθυνση ο συγκεκριμένος, έκαναν παράπονα για μπούλινγκ λεκτικό ή με χρήση βίας κάποιες φορές, μα δίχως αποτέλεσμα. Και οι δάσκαλοι, δυστυχώς, περιορίζονταν σε κάποιες παρατηρήσεις, κάποιες συστάσεις και άφηναν την κατάσταση όπως είχε. Το πειθαρχικό και με τις μαρτυρίες των υπόλοιπων δασκάλων αθώωσε την Λεμονιά, που ούτε μια στιγμή μετάνιωσε που πήγε κόντρα στα ισχυρά πρόσωπα του σχολείου. Ο διευθυντής, που δεν τον σήκωνε το κλίμα άλλο, για να γλιτώσει τα χειρότερα, ζήτησε μετάθεση για προσωπικούς λόγους.
Η νέα διευθύντρια, όταν πληροφορήθηκε την κατάσταση, κάλεσε στο γραφείο της την Λεμονιά.
– Έμαθα πως τάραξες τα νερά του μικρού μας τόπου.
– Έχω υπάρξει ως μαθήτρια, θύμα και δεν σκοπεύω να το επιτρέψω, να το κουκουλώσω, να κάνω τα στραβά μάτια, ως δασκάλα πια.
– Στην ίδια πλευρά είμαστε! Αν δεν κάνουμε κάτι εμείς οι εκπαιδευτικοί να το αποτρέψουμε, τότε τι δουλειά έχουμε εδώ μέσα;
– Χαίρομαι που το ακούω.
– Συνεχίζουμε με το πείραμα σιωπής λοιπόν κι ό,τι άλλο μπορεί να βοηθήσει. Όσο για τον μικρό μαθητή σου και τον μπαμπά του, που μαθαίνω ότι ακόμα σου κάνουν τη ζωή δύσκολη, είμαι εδώ! Μαζί θα αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.
– Ευχαριστώ πολύ! Δεν ξέρω κατά πόσο είναι εύκολο για τον πατέρα Αυγουστάκη. Τον μικρό κλώνο όμως, οφείλουμε να του αλλάξουμε τις εργοστασιακές ρυθμίσεις.
– Με σύνεση, με αγάπη προς τα παιδιά, θαρρώ θα τα καταφέρουμε στο τέλος. Δεν θα είναι εύκολο. Όπως είπες, με τους γονείς κυρίως θα είναι το δύσκολο. Μα στο υπόσχομαι, θα γίνουμε φάροι. Χαίρομαι να δουλεύω με νέους, φωτισμένους ανθρώπους που αποτελούν έμπνευση για μαθητές, γονείς και συναδέλφους.
– Με τιμούν και με συγκινούν τα λόγια σας. Ας γίνει το σύνθημά μας. Ας γίνουμε φάροι.
Κι έτσι έγινε. Το δημοτικό στη μικρή κοινωνία της Μακεδονίας, κατάφερε να εξαλείψει το πολυσυζητημένο μπούλινγκ. Ο δρόμος δεν ήταν ποτέ εύκολος. Είχε πάντα εμπόδια εντός ή εκτός σχολείου, μα είχε και πολύ πείσμα, για το καλό των παιδιών και είχε και μια νέα δασκάλα, που δεν φοβήθηκε να ταράξει τα νερά, να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού και να πολεμήσεις για την αλλαγή.
Ναι, ξέρω τι θα σκεφτείτε, ότι δεν έχουν πάντα όλοι οι μπροστάρηδες ευτυχή κατάληξη στο έργο τους. Δεν έχουν όλες οι ιστορίες happy end, μακάρι να είχαν! Ας ελπίσουμε πως αυτή η μάστιγα, το μπούλινγκ, και όσοι το τρέφουν, μικροί ή μεγάλοι από οποιαδήποτε πλευρά, να βρίσκουν έναν παγοθραύστη, να διαλύει τα κακώς κείμενα, όπως η Λεμονιά. Τέτοιους εκπαιδευτικούς έχουν ανάγκη τα παιδιά μας, φάρους, που φωτίζουν και δείχνουν τον δρόμο.
Χρυσούλα Καμτσίκη

2 responses to “Το πείραμα της σιωπής”
Εξαιρετικό! Μακάρι όλοι οι εκπαιδευτικοί να τιμούσαν την ουσιαστική παρουσία τους στο σχολικό περιβάλλον και να μην είναι διακοσμητικά στοιχεία !
Ευχαριστώ πολύ!!!
Μακάρι να ήταν όπως το λέτε!!
Για το καλό των παιδιών!!!