Μιλώντας με τα μάτια

Ο Κώστας έσπρωξε την ξύλινη πόρτα που μάγκωνε για ν’ ανοίξει κι εκείνη παραπονέθηκε σκούζοντας. Η μυρωδιά της υγρασίας και της σκόνης τον χτύπησε στα ρουθούνια και στραβομουτσούνιασε, καθώς έσερνε τα βήματά του μέχρι το καλοστρωμένο ντιβάνι, όπου ξάπλωσε ανάσκελα με κλειστά τα μάτια. Το μόνο που ήθελε ήταν να αδειάσει το μυαλό του και να κοιμηθεί, να μη σκέφτεται τίποτα… Ο ύπνος, όμως, δεν ερχόταν.

Έτριψε τα μάτια του με τις παλάμες και πίεσε το μέτωπό του. Άγιο είχα, ή μάλλον τον Λευτέρη είχα, σκέφτηκε κι έγειρε στο πλάι μειδιώντας κουρασμένα. Η σκέψη του έτρεξε στη σκηνή που έπαιζε τόσες ώρες στο μυαλό του, σαν ταινία στο σινεμά που είχε κολλήσει. Πώς έμπλεξαν έτσι; Ευτυχώς που δεν τραυματίστηκε κανείς, τελικά. Λίγο έλειψε όμως, να βρεθεί στα θυμαράκια… Κι αν τον ενοχλούσε τόσο αυτή η σκέψη, ήταν γιατί, την ώρα που ο λαθροκυνηγός τους σημάδευε με το όπλο του και πυροβολούσε, εκείνος συνειδητοποίησε ότι το μόνο όμορφο που είχε να θυμάται, ήταν μερικές αγκαλιές και φιλιά της μάνα του, που την έχασε σαν ήταν δέκα χρονών.

Από τότε πέρασαν σχεδόν τριάντα χρόνια, που ήταν σα να χώθηκε σε μαύρη τρύπα. Δεν έζησε τη ζωή του. Πώς να μη φοβάται, λοιπόν, να πεθάνει; Έγειρε πάλι ανάσκελα, εκνευρισμένος από το κέντρισμα της σκέψης, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε ένα γύρω το μικρό στενάχωρο δωμάτιο. Πόσο σκοτεινό και άχαρο του φάνηκε, με τους ξεφλουδισμένους βρώμικους τοίχους, το φθαρμένο μικρό τραπεζάκι και τη μια και μοναδική καρέκλα… Του λείπει το γυναικείο χέρι, πέρασε η σκέψη σαν σαΐτα και πήγε και καρφώθηκε στην καρδιά του.

Έπνιξε ένα βογκητό, καθώς δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του, μα δεν τους επέτρεψε να ξεχυθούν, μόνο έγειρε στο πλάι κι έμεινε εκεί, να κοιτά με τα μάτια του μυαλού του μια κοπέλα μετρίου αναστήματος, με καστανοκόκκινα μαλλιά και κανελιά μάτια που δέσποζαν στο πρόσωπό της και την είχε δει μερικές φορές στο χωριό. Κι αλήθεια ήταν ότι, παρόλο που πλησίαζε τα τριάντα και είχαν αρχίσει να γκριζάρουν τα μαλλιά της στους κροτάφους, ήταν όμορφη… Πολύ όμορφη, όπως και το όνομά της, Αριάδνη.

«Σου το ‘πα απ’ την αρχή, Λευτέρ’ μ’, δε γίνεται έτσι! Είσαι απελπισμένος, το ξέρω, αλλά μόνο αν τη στείλεις μακριά, να μην μπορεί η οικογένεια του γαμπρού να μάθει για το ατύχημα ή να παντρευτεί κάνα χήρο που δε θέλει άλλα παιδιά και δεν τον νοιάζει… Αλλά ο πατέρας και η μάνα σου, ούτε που να τ’ ακούσουν…».

«Ναι, αν και η κακόμοιρη αδερφή μου τους χιλιοπαρακαλά…» είπε λυπημένα ο Λευτέρης, που στήριζε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια.

«Η αδερφή σου σ’ αγαπάει πολύ, δε θέλει να μπει εμπόδιο στην ευτυχία σου και προσπαθεί να κάμψει την επιμονή τους, ιδίως του πατέρα σου…» είπε σκεπτικά η ηλικιωμένη γυναίκα, κοιτώντας τον δεικτικά.

«Εκείνος όμως, εκείνος!» αναφώνησε άγρια ξαφνικά ο Λευτέρης και χτύπησε με τη γροθιά του στο τραπέζι, καθώς ανασηκωνόταν, ρίχνοντας κάτω την καρέκλα. Τότε μόνο είδε τον Κώστα να στέκεται άβουλος στην πόρτα.

«Αγρονόμε, πέρασε, πέρασε!» είπε ο Λευτέρης, καθώς η έκφρασή του άλλαξε. Ο Κώστας παρέμεινε στην πόρτα αμήχανος. «Μήπως δεν είναι κατάλληλη ώρα… Να περάσω καλύτερα άλλη ώρα, κύριε αγροφύλακα…».

«Τι είναι αυτά που λες!» τον έκοψε ο Λευτέρης «Πέρνα!» ακούστηκε κοφτή, σαν διαταγή, η λέξη.

«Εγώ ότι έφευγα…» ανασηκώθηκε με χάρη η κυρά Κούλα, η προξενήτρα, παρά τα παραπανίσια της κιλά. «Λοιπόν, θα ξαναρωτήσω, θα στύψω το μυαλό μου, να δω τι μπορώ να κάνω, αλλά…» έκοψε δυσοίωνα την κουβέντα της, καθώς έκανε να βγει από την πόρτα, μα ξάφνου κοντοστάθηκε μπρος τον Κώστα. «Εσύ κυρ αγρονόμε, πότε θα παντρευτείς; Τόσα καλά κορίτσια έχουμε στα μέρη μας… Μη μ’ πεις σε περιμένει τόσα χρόνια καμιά στα δικά σ’!» του είπε με κοροϊδευτικό τόνο. «Περνάν τα χρόνια! Να μην έχεις μια γυναικούλα να αραδιάσεις μερικά κουτσούβελα, να γελάσει λίγο το χειλάκι σου, που είσαι πάντα κατσουφιασμένος σαν Μεγάλη Παρασκευή;» του πέταξε με νάζι, και το πρόσωπο του Κώστα βάφτηκε κόκκινο. «Σκέψου το, κι ‘γω την καλύτερη θα σ’ βρω!» κακάρισε η γριά, καθώς απομακρυνόταν.

Ο Κώστας απέμεινε να την κοιτά αποσβολωμένος. Να τον περίμενε καμιά στην πατρίδα του, του είπε. Ποια να τον περίμενε αυτόν; Τον αδερφό των τρελών, έτσι των φώναζαν και την οικογένειά του, η κουρλοοικογένεια… Κανείς δε θα έδινε την κόρη του σ’ αυτόν για γυναίκα του, και ας είχαν περιουσία μεγάλη, παρά κάνα απελπισμένος. Ν’ αραδιάσει κουτσούβελα, να γελάσει το χειλάκι του, του ‘πε… Έτσι θα λέγανε και στον πατέρα του, και είπε να κάνει το χρέος του στην ανθρωπότητα και ν’ αραδιάσει μερικά κουτσούβελα. Μόνο που δε γέλασαν τα χείλη του, ίσα ίσα τα έσφιξε τόσο που εξαφανίστηκαν κι απόμεινε μια χαραμάδα μόνο για στόμα.

Καμιά φορά, τις νύχτες που τον πιάνει η μοναξιά και του περνά η τρελή ιδέα από το μυαλό να παντρευτεί, σκέφτεται τον πατέρα του. Σκέφτεται τη μεγάλη χαρά που θα πήρε σαν πρωτάκουσε ότι έκανε γιο. Ο πρωτότοκος, η συνέχεια του ονόματος… Μόνο που εξαιτίας του αδερφού του, τους άλλαξαν τ’ όνομα και μπήκε μπροστά η λέξη κουρλός, και ας μην ήταν τρελός. Έπειτα γεννήθηκε αυτός, ο “φυσιολογικός”, που το μυαλό του στρόφαρε, αυτός, τον οποίο όλοι κορόιδευαν για τον αδερφό του, αυτός, που έπρεπε να προστατεύει τον αδερφό του από την κακία των συγχωριανών του…

Όμως, ο πατέρας του δεν σταμάτησε εκεί, με αποτέλεσμα να έρθουν άλλα δύο παιδιά στον κόσμο, με τα ίδιο μακρύ πρόσωπο, πεταχτά αυτιά και λειψό μυαλό. Ο Φάνης, που πέθανε λίγο μετά τη μάνα του, και ο Δημητράκης, που τον βρήκαν πέρσι νεκρό σε μια χαράδρα…

Ο Κώστας έσφιξε τη νταμιτζάνα με το τσίπουρο που κράταγε στο χέρι, πάνω στην αγκαλιά του. «Δε κάθεστε, κυρ αγρονόμε;» τον έβγαλε η φωνή του Λευτέρη από τις σκέψεις του, ο οποίος είχε ανάψει τσιγάρο και είχε καθίσει με την πλάτη προς αυτόν, κοιτώντας έξω από το βρόμικο παράθυρο.

«Τι ήθελε η γριά καρακάξα;» έγρουξε θυμωμένα ο Κωστής.

«Τι να θέλει…» ξεφύσησε ο Λευτέρης προσπαθώντας να καλύψει την απελπισία στη φωνή του. «Τι τα θες, κυρ αγρονόμε, η οικογένεια μας ορίζει…» είπε χωρίς να γυρίσει και συνέχισε να ρουφά τον καπνό.

«Δεν είπαμε, δε θα με λες αγρονόμε πια, αλλά Κώστα;» Ο Λευτέρης χαμογέλασε βεβιασμένα και γύρισε προς το μέρος του. «Σου ‘πα, κυρ αγρονόμε, τόσες φορές, τη δουλειά μου έκανα…».

«Μ΄ έσωσες… Αν δεν ήσουν εσύ!».

«Μην το ξαναπείς! Το κάθαρμα, το μπουζουριάσαμε και τώρα ταξιδεύει για την πρωτεύουσα… Όλοι κινδυνεύσαμε από τον μουρλό…». Η λέξη χτύπησε τον Κώστα σαν καμτσικιά και πήρε μια έκφραση πόνου. «Είμαστε όλοι καλά! Αυτό έχει σημασία!» συνέχισε ο Λευτέρης και αναστέναξε, καθώς θυμήθηκε τη Λένη. «Εγώ σου χρωστώ ευγνωμοσύνη και δεν το ξεχνώ…» είπε μαλακά ο Κώστας και απέθεσε τη νταμιτζάνα με το τσίπουρο στο γραφείο. Ο Λευτέρης χαμογέλασε μελαγχολικά και του έκανε νόημα να κάτσει, καθώς άνοιγε τον φελλό.

Οι δύο άντρες κάθισαν αντίκρυ και ξεκίνησαν να πίνουν. Ο Κώστας, θέλοντας να μάθει τι απασχολούσε τον Λευτέρη, τον σωτήρα του, τον ξαναρώτησε τι ήθελε η προξενήτρα, κι εκείνος, φανερά σκασμένος, ξετύλιξε την καρδιά του χωρίς πολλά πολλά. Του μίλησε για τον έρωτά του, τη Λενιώ, που τον πίεζε να παντρευτούν. Για την επιμονή του πατέρα του να παντρέψουν τη μεγαλύτερη αδερφή του, την Αριάδνη, τη γνωστή Αριάδνη των ονείρων του, για την οποία έπλεξε το εγκώμιο, ότι αν και μεγαλοκοπέλα ήταν πολύ όμορφη και καλή νοικοκυρά και πόσο προκομμένη, αλλά… Αλλά, σαν ήτανε μικρή, είχε χτυπήσει πολύ άσχημα στην κοιλιά, και ο γιατρός τότε τους είπε πως δε θα μπορούσε να κάνει παιδιά. Κι αυτό πια το ήξερε όλο το χωριό. Και κανείς δεν ήθελε να παντρευτεί τη στέρφα και σημαδεμένη, ούτε καν χήροι, και η κυρά Κούλα τους είπε για έναν σ’ άλλο χωριό, αλλά κι αυτός κατάφερε κι έμαθε τα κουτσομπολιά, αν και ο πατέρας του αρνιόταν να τη στείλει τόσο μακριά ή να την παντρέψει με χήρο… Κι όσο μίλαγε ο Λευτέρης, τόσο φτερούγιζε φρενιασμένα η καρδιά του Κωστή.

Ο Κώστας κοίταζε το ποτηράκι με το τσίπουρο κι ένιωθε πια το μυαλό του να θολώνει. Θα μπορούσε κι αυτός να αποκτήσει μια οικογένεια; Μια οικογένεια μόνο αυτός και η Αριάδνη του… Ή μήπως και αυτοί, όπως έκανε και ξενοχωρίτης, θα ρωτούσαν στην πατρίδα του, που ήταν τόσο μακριά και θα μάθαιναν για την οικογένειά του; Μπορούσε να το διακινδυνεύσει; Αν μάθαινε όλο το χωριό γι’ αυτόν, δε θα το άντεχε. Άλλωστε, γι’ αυτό πήρε μια μετάθεση τόσο μακρινή πριν ένα χρόνο, για να μη βλέπει την κοροϊδία, τον οίκτο και την αποστροφή στο βλέμμα των ανθρώπων.

Αυτό που οι άλλοι θεωρούσαν ατύχημα, το ατύχημα που της στέρησε τη δυνατότητα να κάνει παιδιά, γι’ αυτόν ήταν ευτύχημα… Θα μπορούσε να πει ότι ένιωθε τρομερή ευγνωμοσύνη που ο Λευτέρης του έσωσε τη ζωή, όταν τον πυροβόλησε ο λαθροθήρας, και πώς θα μπορούσε να του ξεπληρώσει ποτέ αυτό το καλό, παρά αν τον απάλλασσε από το βάρος της αδερφής του, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί τη Λένη;

Εκείνη την ώρα ένα πιτσιρίκι, όλο κόκκαλα, πρόβαλε στην πόρτα και, χωρίς να πει κουβέντα, προχώρησε στο δωμάτιο και άφησε ένα στραπατσαρισμένο χαρτάκι μπροστά στο χέρι του Λευτέρη. Εκείνος το ξεδίπλωσε, τρέμοντας ελαφρά, ξάφνου έβγαλε μια κραυγή πόνου, πέταξε το ποτήρι του στον απέναντι τοίχο, που έσπασε σε χίλια κομμάτια κι ετοιμάστηκε να κάνει το ίδιο με το γραφείο, όταν τον σταμάτησε ο Κώστας.

«Τι έγινε;»

«Η Λενιώ! Η κυρά Κούλα της πήγε προξενιό… Η γριά καρακάξα!» τραύλισε ο Λευτέρης κι έχωσε τα δάχτυλά του μέσα στα κοντοκουρεμένα μαλλιά του.

«Ηρέμησε…»

«Τι να ηρεμήσω, τη χάνω!» ούρλιαξε εκείνος και τα μάτια του έσταζαν απελπισία.

«Δεν τη χάνεις…» του είπε ήρεμα ο Κώστας.

«Στείλε κι εσύ…»

«Πώς να στείλω; Δεν καταλαβαίνεις;» του είπε οργισμένος «Η αδερφή μου… Ο πατέρας μου…» μούγκρισε και χτύπησε το κεφάλι του με τη γροθιά του.

«Σταμάτα!» πρόσταξε ο Κώστας και ξαφνικά στήθηκε όρθιος, ίσιωσε το σακάκι του, ξερόβηξε και είπε με επίσημο ύφος «Θα ήθελα να ζητήσω το χέρι της αδερφή σας».

Ο Λευτέρης γούρλωσε τα μάτια του και τον κοίταξε αποσβολωμένος. Και οι γάμοι έγιναν, και ο Κωστής μετακόμισε στο σπίτι του πεθερού του και μακάριζε την τύχη του που έγινε μέλος μιας τόσο αγαπημένης οικογένειας και που παντρεύτηκε μια γυναίκα όμορφη, προστατευτική και δουλευταρού σαν την Αριάδνη και πια έμπαινε σ’ ένα σπίτι γεμάτο χρώματα, που μύριζε πάστρα και καλομαγειρεμένο φαγητό. Ώρες ώρες ένιωθε ότι ονειρευόταν, μα φοβόταν να τσιμπηθεί, μήπως αποδειχθεί όντως όνειρο.

Και κάπου εδώ θα μπορούσε να τελειώνει αυτή η ιστορία… Μα οι ιστορίες των ανθρώπων κρύβονται σ’ αυτά που δεν λέγονται. Κι η αλήθεια είναι ότι ο Κώστας ήταν ανίκανος να νιώσει την απόλυτη ευτυχία, καθώς ο φόβος την μουντζούρωνε. Ο φόβος του μην μάθουν στο χωριό από πού κρατά η σκούφια του και αποκαλυφθούν τα ψέματά του. Ο φόβος μη δει την απέχθεια στο βλέμμα της. Ο φόβος του μην τη χάσει… Ο φόβος του μην, μια στο εκατομμύριο, μείνει έγκυος η Αριάδνη, για αυτό οι συνευρέσεις τους ήταν λιγοστές και σπάνιες…

Είχε τόσα χρόνια μάθει να ζει μέσα στον φόβο και τον πόνο, που δεν μπορούσε πια να σπάσει τα δεσμά του και να ελευθερωθεί. Κι όσο ο φόβος κατέκλυζε την καρδιά του, τόσο ένιωθε ότι δεν του άξιζε να είναι ευτυχισμένος, γιατί ήταν ένας ψεύτης. Κορόιδευε αυτούς τους ανθρώπους που του άνοιξαν τις αγκαλιές τους και τις καρδιές τους. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο δύσκολο του γινόταν να τους κοιτά, να τους μιλά…

Η φυγή ήταν πιο εύκολη, γι’ αυτό έβρισκε ένα σωρό δικαιολογίες να φεύγει, για κυνήγι, για ψάρεμα ή για δουλειά στα πιο απομακρυσμένα χωριά. Οτιδήποτε για να μην τον κοιτά η Αριάδνη με ‘κείνα τα κανελιά της μάτια, που στάζανε ευγνωμοσύνη, και που φοβόταν ότι αν την άφηνε, θα κατάφερνε να δει την αλήθεια στα μάτια του και θα τον σιχαινόταν, θα τον μισούσε…

Πώς να της ομολογούσε πως δεν ήταν ο ήρωας, ο σωτήρας της, μα ένας ελεεινός ψεύτης που έτρεμε μην αποκαλυφθεί; Ενώ αυτός το μόνο που ήθελε ήταν να χαθεί στο κορμί της…

Τη μέρα που τους ανακοίνωσε ο αδερφός της το απρόσμενο αίτημα του Κώστα, η καρδιά της Αριάδνης κόντεψε να εκραγεί από χαρά. Τη ζητούσε σε γάμο ένας άντρας όμορφος, ευγενικός, με τα πιο όμορφα παιδιάτικα μάτια που είχε δει, και ας σκιάζονταν συχνά πυκνά από μια έκφραση πίκρας και πόνου. Γιατί κι εκείνη τον είχε προσέξει και της είχε κάνει εντύπωση σαν τον είδε, κοτζάμ άντρα, να κατεβαίνει στο ύψος ενός παιδιού και να προσπαθεί να το παρηγορήσει που είχε χτυπήσει. Όσους είχε γνωρίσει μέχρι τότε θα έλεγαν απλά, καλά να πάθεις, και θα έφευγαν. Εκείνος, όμως, του χάιδεψε το κεφάλι και του είπε λόγια παρηγοριάς… Το μόνο που μαύρισε τη χαρά της ήταν που ο αδερφός της πρόσθεσε ότι το έκανε από ευγνωμοσύνη που του έσωσε τη ζωή. Ας ήταν κι έτσι, σκέφτηκε. Άλλωστε, κι αυτή ευγνώμων αισθανόταν, καθώς ήταν τόσο απελπισμένη να βοηθήσει τον αδερφό της, που παρακαλούσε τους γονείς της να δεχτούν τα προξενιά με σιχαμένους γέρους ή σαδιστικά γουρούνια που είχαν ξεκάνει ήδη μια και δυο γυναίκες από το ξύλο, ώστε να ξεφορτωθεί ο Λευτέρης το γραμμάτιο και να πάρει την αγαπημένη του. Σειρά της ήταν, λοιπόν, να τον ξεχρεώσει.

Και ρίχτηκε με πάθος να ευχαριστήσει τον Κώστα και να τον κάνει ευτυχισμένο, να ξεπικράνει τα μάτια του με τον καλό τον λόγο, το νιάσιμο, με τις φροντίδες της, και πίστεψε για λίγο ότι θα κατάφερνε να σπάσει αυτήν την πανοπλία της απομόνωσης που είχε. Μόνο που ένιωθε ότι, όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο φαινόταν ο Κώστας να αισθάνεται άβολα στις εκδηλώσεις οποιουδήποτε συναισθήματος, τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειάς της, και ότι τον έδιωχνε. Κι όσο τον έδιωχνε, τόσο πιο δυστυχισμένη ένιωθε, καθώς οι σκέψεις της έπαιρναν αγκαθωτά μονοπάτια που ξέσκιζαν την καρδιά της.

Είχε αποτύχει, δε θα μπορούσε ποτέ να του το ξεπληρώσει. Ήταν και γι’ αυτόν ένα βαρίδι, όπως και για τον αδερφό της. Έπρεπε να το περιμένει, καθώς την πήρε από λύπηση, σκεφτόταν ξανά και ξανά βλέποντάς τον να γυρνά από το “κυνήγι”, όπου δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα, ή από το πολυήμερα ταξίδια στα χωριά… Γι’ αυτό την πλησίαζε σπάνια, γι’ αυτό όλες οι συνευρέσεις τους γινόταν στο μαύρο σκοτάδι. Κι εκείνη δεν ήξερε πια τι να σκεφτεί, πέρα από το πόσο αποκρουστική την έβρισκε… Τη σιχαινόταν, όπως και οι άλλοι, σιχαινόταν αυτήν τη μεγάλη ουλή που έσκιζε την κοιλιά της στη μέση, και αυτό την πλήγωνε, την πλήγωνε βαθιά. Ως και οι γονείς της το είχαν καταλάβει κι έριχναν στενάχωρα βλέμματα μεταξύ τους, αλλά δε μιλούσαν.

Τόσα χρόνια είχε ατσαλωθεί στα βλέμματα τα γεμάτα οίκτο, αποστροφή και κοροϊδία των συγχωριανών της, που τη φώναζαν στέρφα. Άλλωστε, είχε μάθει, χάρη στους γονείς της, ότι έπρεπε να τους βάζει στη θέση τους και να μην τους χαρίζεται. Κάπου κάπου, όμως, όλο και κάποιος λόγος ή βλέμμα κατάφερνε να διαπερνά την πανοπλία της και να τη λαβώνει. Μα τελευταία αυτό συνέβαινε όλο και πιο συχνά. Σαν να είχαν βαλθεί όλοι να της θυμίζουν την ανεπάρκειά της. Κι αυτό που την στεναχωρούσε περισσότερο ήταν που, για χάρη του χρέους του, αυτή θα ήταν η αιτία που εκείνος δε θα αποκτούσε παιδιά. Και τότε η ζωή της φωτίστηκε, μια ελπίδα γεννήθηκε, όταν ο γιατρός της είπε ότι ήταν έγκυος, ωστόσο φοβόταν να την αναλάβει αυτός ο ίδιος και της είπε ότι καλό θα ήταν να τη δει ένας γιατρός στην πρωτεύουσα, μήπως χρειαζόταν να παραμείνει εκεί μέχρι να γεννήσει.

«Α ξέχασα, έχεις κι ένα τηλεγράφημα…» είπε, προσπαθώντας να ακουστεί αδιάφορη η Αριάδνη, καθώς του έδινε τον κλειστό φάκελο. Ο Κωστής απόρησε, έσκισε τον φάκελο και διάβασε το σύντομο περιεχόμενο. “Πατέρας σας πέθανε, στοπ Πρέπει έρθετε στοπ” τα χέρια του τρεμούλιασαν και μικρές σταγόνες φάνηκαν στο μέτωπό του, καθώς το έχωνε άτσαλα στην τσέπη του.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε μαλακά η Αριάδνη και ‘κείνος σάστισε, τον έκοψε κρύος ιδρώτας, δεν ήξερε τι να πει, μόνο έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έκανε το τηλεγράφημα σβόλο.

«Τίποτα… Της δουλειάς», απάντησε στο ερωτηματικό της βλέμμα, κι εκείνη του χαμογέλασε συγκαταβατικά.

Ο Κώστας προσπάθησε να συμπεριφερθεί όπως κάθε βράδυ, αλλά αυτό το μικρό χαρτάκι το ένιωθε σαν μολύβι στην τσέπη του. Ο πατέρας του πέθανε, και ο δικηγόρος τον καλούσε να πάει στο χωριό. Να κάνει τι; Να του φορτώσει τον Βλάση, σίγουρα, αυτό ήταν… Και πώς να πάει; Στην Αριάδνη είχε πει ότι είχαν πεθάνει οι δικοί του. Και τι να κάνει με τον Βλάση; Μόνος του δε θα μπορούσε να μείνει, αυτό το ήξερε καλά. Ο αδερφός του θα πέθαινε από την πείνα ή σε κάνα χαντάκι. Έπρεπε να βρει πού θα μείνει. Να πληρώσει μια οικογένεια; Αλλά ποια θα ήθελε να φορτωθεί έναν ζαβό, ένα βάρος; Πόσες και πόσες φορές τα είχε σκεφτεί όλα αυτά στο παρελθόν και, κάθε φορά, νιώθοντας να πελαγώνει, απόδιωχνε τη σκέψη. Μακάρι να μπορούσε να κάνει και τώρα το ίδιο, όμως δεν είχε πια άλλο χρόνο.

Η γυναίκα του συνέχισε να τον κοιτά με τα μεγάλα μάτια της ερωτηματικά, τα οποία ξαφνικά τα βρήκε πολύ εκνευριστικά. Έκανε μια νευριασμένη χειρονομία, σηκώθηκε απότομα και κλείστηκε στο δωμάτιό τους. Η Αριάδνη απέμεινε να κοιτά σκεπτική την κλειστή πόρτα. Τι έπρεπε να κάνει; Μπορούσε να πάει μέσα και να του ζητήσει εξηγήσεις… Για ποιο λόγο τους είπε ψέματα; Για ποιο λόγο δεν τους είπε ότι είχε πατέρα; Άλλωστε όλο το χωριό ήξερε πια τι μήνυμα είχε φτάσει στο τηλεγραφείο, μιας και ο μπάρμπα Νίκος δε φημιζόταν για τη διακριτικότητά του. Βέβαια ο Λευτέρης μπορεί να ήξερε ήδη την αλήθεια. Ήταν, όμως, τέτοια η απελπισία του να την ξεφορτωθεί… Ας μη ξύνω κι άλλο τις πληγές, σκέφτηκε η Αριάδνη και πήρε να γυρίσει στις ετοιμασίες, μα η σκέψη της σύντομα γύρισε στον άντρα της, τα μάτια του που ξεχείλιζαν πόνο… Ήλπιζε ότι σήμερα, με τα νέα που θα του έλεγε, θα κατάφερνε να εξαλείψει αυτόν τον πόνο, μόνο που φοβόταν μήπως του έδινε ψεύτικες ελπίδες. Μήπως ήταν καλύτερα να πήγαινε πρώτα στην πρωτεύουσα και να έβλεπε τι θα έλεγε ο γιατρός; Άλλωστε, από καιρό της είχε τάξει αυτό το ταξίδι, να το έφερνε ως δικαιολογία; Και η μάνα της το ίδιο της έλεγε. Να συγκρατηθεί, να μην του πει τίποτα ακόμη. Μα πώς μπορούσε να κρατήσει τη χαρά της κρυφή;

Ο Κωστής τους ενημέρωσε την επομένη ότι έπρεπε να γυρίσει για λίγο στην πατρίδα, καθώς πέθανε ένας θείος του κι έπρεπε να διευθετήσει τα κληρονομικά. Κανείς δε μίλησε στο τραπέζι και απέφυγαν οποιαδήποτε βλεμματική επαφή, για να μη δει τη μομφή στο βλέμμα τους, για το ψέμα του.

Όλο το χωριό πια ήξερε το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, και ο μόνος που φαινόταν να το αγνοεί ήταν ο Κώστας…

«Πότε φεύγουμε;» τον ρώτησε μαλακά η Αριάδνη, χωρίς να τον κοιτάξει. Η ερώτησή της τον ξάφνιασε, στραβοκατάπιε και κοκκίνισε.

«Το ξέρω ότι είχαμε πει να κάνουμε μαζί ένα ταξίδι ως την πρωτεύουσα, αλλά καλύτερα…»

«Θα έρθω μαζί», τον έκοψε, μιλώντας με αποφασιστικό τόνο και τον κοίταξε μέσα από τις βλεφαρίδες της με μάτια που πετούσαν σπίθες.

«Εγώ θα πάω για δουλειές και…» τραύλισε εκείνος, ξαφνιασμένος με το φέρσιμό της.

«Κι εγώ…» τον έκοψε απότομα η Αριάδνη και τον κάρφωσε με το βλέμμα της ξαφνιάζοντάς τον.

«Θα έρθει μαζί, γιατί αυτό είναι το σωστό» παρενέβει ο πατέρας της, με αυστηρό ύφος. «Βέβαια, καλύτερα θα ήταν να είχε γνωρίσει τον πατέρα σου όσο ζούσε, κι όχι να δει τον τάφο του…» πρόσθεσε ο πεθερός του με μομφή, χωρίς να τον κοιτάξει και σηκώθηκε από το τραπέζι.

Ο Κώστας πάγωσε, δεν ήξερε τι να πει και το σαγόνι του κρέμασε. Ο ένας μετά τον άλλον σηκώθηκαν από το τραπέζι και τον άφησαν μόνο, αποσβολωμένο και φανερά ντροπιασμένο. Θα έπρεπε να ήμουν προετοιμασμένος ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε, άλλωστε, ό,τι φοβόμαστε μας βρίσκει πάντα… Μια βδομάδα τώρα, όλοι στο σπίτι του φέρονταν ψυχρά, ή έτσι πίστευε, κι εκείνος δεν είχε το κουράγιο να απολογηθεί, να ζητήσει συγγνώμη για το ψέμα του. Έπρεπε να το περιμένει. Τόσο καιρό τους παρατηρούσε σαν να ήταν κάτι αξιοπερίεργο. Πώς κατάφερναν να συνεννοούνται μεταξύ τους με τα μάτια, ιδίως το ηλικιωμένο ζευγάρι. Με πόσο σεβασμό και αγάπη φέρονταν ο ένας στον άλλο. Πόσο τυχερή ήταν η Αριάδνη που μεγάλωσε μέσα σε μια τέτοια οικογένεια. Η δική του οικογένεια ήταν… Δεν ήξερε αν υπήρχε τρόπος να περιγράψει την οικογένειά του. Ο πατέρας του ήταν ένας πικρόχολος, τρομερά ισχυρογνώμων άνθρωπος, που το μόνο καλό που είχε κάνει γι’ αυτόν ήταν ότι τον είχε διώξει από το χωριό από νωρίς, για να πάει στο σχολείο και να σπουδάσει. Όσο για τη μάνα του, δε θυμόταν και πολλά, παρά μόνο το ότι έκλαιγε συχνά, καθώς ο πατέρας του και η γιαγιά του την κατηγορούσαν ότι αυτή έφταιγε, τις αμαρτίες της οικογένειάς της πλήρωναν τα αδέρφια του, που είχαν βγει ζαβά, καθώς έλεγαν. Μα τι αμαρτίες μπορούσε να κουβαλά ένα τέτοιο αδύναμο πλάσμα; αναρωτιόνταν συχνά.

Η Αριάδνη τινάχτηκε δίπλα του σαν ελατήριο, βγάζοντάς τον από τις σκέψεις του. Σήκωσε το χέρι της και χαιρέτησε τον πατέρα της, που της έγνεφε από το λιμάνι, καθώς το πλοίο ετοιμαζόταν ν’ αναχωρήσει. Έτσι κι αυτός σήκωσε το χέρι του να χαιρετήσει τον πατέρα του, καθώς έφευγε το τρένο την τελευταία φορά που τον είδε. Μόνο που εκείνος δεν το είδε, του είχε ήδη γυρίσει την πλάτη κι έφευγε…

Η Αριάδνη γύρισε και τον κοίταξε ερωτηματικά, το φως του ηλιοβασιλέματος χρύσιζε τα πιασμένα κότσο μαλλιά της, από τα οποία ξέφευγαν μικρά τσουλούφια και φλόγιζε τα μάτια της. Είναι τόσο όμορφη, σκέφτηκε ο Κώστας και κοκκίνισε. Εκείνη του χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες κι η καρδιά του αναπήδησε από την ταραχή. Απέστρεψε το βλέμμα του και σέρνοντας το βήμα του, πήγε και χώθηκε στην καμπίνα τους, και, όταν μπήκε μέσα η Αριάδνη, έκανε ότι κοιμάται. Ήθελε τόσα να της πει, μα δεν ήξερε πώς. Τόσα χρόνια μοναξιά, δεν είχε μάθει να μιλά και να επικοινωνεί τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του.

Η Αριάδνη προσπάθησε να κοιμηθεί στην διπλανή κουκέτα, του κάκου. Της έλειπε που ο Κωστής, στον ύπνο του, την έπαιρνε αγκαλιά και την έσφιγγε πάνω του. Τώρα, όμως, της είχε γυρίσει την πλάτη. Σηκώθηκε και ακροπατώντας, μην τον ξυπνήσει, βγήκε έξω. Όμως, ο Κώστας δεν κοιμόταν. Η ώρα περνούσε και η Αριάδνη δε γύριζε. Σύντομα οι σκέψεις του πήραν άλλα μονοπάτια. Πού πήγε; Να βρήκε κάποιον άλλον; Στη σκέψη και μόνο δεν άντεξε, σηκώθηκε και άναψε τα φώτα. Είδε τη ζακέτα της στο κρεβάτι της, την πήρε, περισσότερο για να ‘χει μια δικαιολογία και βγήκε στον στενό διάδρομο. Ανέβηκε, κατέβηκε, βγήκε στο κατάστρωμα, ξαναγύρισε στην καμπίνα, η Αριάδνη δε φαινόταν πουθενά. Ένιωθε σαν σκυλιά να δάγκωναν την καρδιά του. Οι πιο απίθανες υποθέσεις πέρασαν από το μυαλό του. Προχώρησε στο κατάστρωμα και τότε πρόσεξε μια μικρή σκαλίτσα για ένα ψηλότερο κατάστρωμα στα δεξιά. Ο παγωμένος γεμάτος υγρασία αέρας λυσσομανούσε, καθώς προσπαθούσε να την ανέβει. Πρώτα είδε ένα πανί να ανεμίζει, τη φούστα της, κι έπειτα εκείνη να έχει γαντζωθεί στην κουπαστή και να γέρνει από πάνω. Ο Κώστας προχώρησε με δυσκολία προς το μέρος της και, απλώνοντας την ζακέτα της, την τύλιξε και έσφιξε πάνω του το παγωμένο της κορμί. Η Αριάδνη αναπήδησε ξαφνιασμένη, βγάζοντας μια κραυγή τρόμου, κι έκανε να γυρίσει, μα η αγκαλιά του ήταν πολύ σφιχτή και δεν μπορούσε.

«Άσε με! Ποιος!», ούρλιαξε ν’ ακουστεί πάνω από το βουητό του ανέμου, καθώς πάλευε να ξεφύγει από την αγκαλιά.

«Έχεις παγώσει!» της είπε δυνατά ο Κώστας, που δεν την άφηνε, κι εκείνη έστρεψε, όσο μπορούσε, το κεφάλι της και προσπάθησε να ξεχωρίσει το πρόσωπό του στο μισοσκόταδο.

«Κωστή;» ψέλλισε ερωτηματικά η Αριάδνη.

«Εμπρός, φόρεσε τη ζακέτα σου και πάμε να φύγουμε από εδώ! Θα κρυώσεις…» της είπε πιο μαλακά, καθώς ένιωσε το κορμί της να τρέμει.

«Ω, θεέ μου, με κατατρόμαξες!» ψέλλισε η Αριάδνη, καθώς σκούπιζε το στόμα της με την ανάστροφη του χεριού της και τα πόδια της τρεμούλιασαν τόσο, που τα ένιωσε να λυγίζουν.

Ο Κώστας την στήριξε να μην πέσει, κι εκείνη βρήκε την ευκαιρία να γυρίσει προς το μέρος του.

«Τι έπαθες;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος, καθώς την τραβούσε προς μια πιο απάνεμη γωνιά, ενώ εκείνη μισοφόρεσε τη ζακέτα της.

«Με κατατρόμαξες! Αυτό έπαθα!» του έβαλε τις φωνές εκείνη.

«Τι δουλειά είχες εδώ πάνω μέσα στη νύχτα!» εξερράγη ξαφνικά εκείνος χωρίς προειδοποίηση «Ε; Μου λες;» της είπε και την ταρακούνησε από τους ώμους άγαρμπα.

«Σκεφτόμουν να πηδήξω», αστειεύτηκε η Αριάδνη, που δεν ήθελε να ομολογήσει ότι έκανε εμετό.

Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν μέσα στα μπράτσα της, καθώς τα έσφιξε σαν μέγγενη, το κορμί του πάγωσε και το πρόσωπό του έχασε και τη τελευταία ρανίδα αίματος, ενώ τα μάτια του πήραν μία έκφραση τρόμου. Η Αριάδνη σάστισε, ανοιγόκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να ελευθερωθεί από τα χέρια του, που την πονούσαν.

«Τι λες;» τον άκουσε να ψελλίζει χωρίς ανάσα.

«Με πονάς!»

«Τι είπες;» την ξαναρώτησε πιο επιτακτικά και την έσφιξε ακόμη πιο πολύ, κάνοντάς τη να βγάλει μια κραυγή πόνου.

«Αστείο ήταν, χωρατό…» τραύλισε, φανερά μπερδεμένη με τη συμπεριφορά του, η Αριάδνη, παλεύοντας να ελευθερωθεί από τα χέρια του.

«Αστείο;» επανέλαβε ο Κώστας, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι του έλεγε.

Αστείο; Πώς μπορούσε να λέει ότι κάτι τόσο τρομερό είναι αστείο; Θυμάται ακόμη το κοροϊδευτικό γέλιο του πατέρα του, όταν του το ‘πε η μάνα του. Θυμάται το γοερό κλάμα του, όταν τη βρήκαν σαν σπασμένη κούκλα στη βάση της ρεματιάς. Θυμάται τον Βλάση να στέκεται πάνω από το φέρετρο και να προσπαθεί να την ταΐσει μια καραμέλα, λέγοντάς της “Φάε, μαμά… Φάε”, μα τα λευκά, παγωμένα χείλη της δεν άνοιγαν, και η καραμέλα έπεσε μέσα στις βιολέτες, κι ο Βλάσης έμπηξε τα κλάματα, γιατί δεν την έβρισκε, ώσπου τον άρπαξε με νεύρα η μάνα του πατέρα του και τον ξυλοφόρτωσε. Θυμάται τον Δημητράκη και τον Φάνη, που τη ζήταγαν για μέρες κλαίγοντας, μην μπορώντας να καταλάβουν ότι πέθανε. Θυμάται και τη μάνα της μάνας του να χτυπιέται στην κηδεία της και να καταριέται τον πατέρα της, που ήταν έτσι σκληρός και δεν της έδειξε ποτέ μια στάλα αγάπης. Αυτός την έριξε, με τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, ούρλιαζε η γιαγιά του, κι ότι, ακόμη και τώρα που την παράχωναν στο μαύρο χώμα, μια συγγνώμη για τα βασανιστήρια που της έκανε δεν είπε… Μια συγγνώμη…

«Συγγνώμη», ψέλλισε αδύναμα «Συγγνώμη, συγγνώμη συγγνώμη…» επαναλάμβανε ακόμη πιο δυνατά ο Κώστας, καθώς αφέθηκε να πέσει στα γόνατα και αγκάλιασε τα πόδια της Αριάδνη, σαστίζοντάς τη. «Συγγνώμη, συγγνώμη!» ούρλιαζε τώρα, ν’ ακουστεί πάνω από τον άνεμο, ώσπου οι λυγμοί έπνιξαν τη φωνή του.

Η Αριάδνη έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε. «Κώστα, Κώστα τι έπαθες; Κοίταξέ με… Ηρέμησε» τραύλιζε φανερά ξαφνιασμένη, μα ο Κώστας δε φαινόταν να μπορεί να ηρεμήσει. Μόνο άφησε όλο αυτόν τον πόνο, που ένιωθε τόσα χρόνια να τον πνίγει να ξεχυθεί, κι έκλαψε, έκλαψε κουλουριασμένος στην αγκαλιά της για ώρες.

Σαΐτευε ο ήλιος τις πρώτες μαργαριταρένιες και μελιές αχτίδες του πίσω από τον Υμηττό, που αχνοφαινόταν να επιπλέει πάνω σε γαλάζια αχλή, όταν ο Κώστας, ήρεμος πια, πήρε να μιλά για τη ζωή του ως τότε. Σφιγγόταν η καρδιά της Αριάδνης όλο και πιο πολύ σε κάθε του λέξη. Σιωπηλά τα δάκρυά της έτρεχαν στα μάγουλά της, αφήνοντας αλμυρά αυλάκια, κι όλο τον έσφιγγε πάνω της, καθώς χάιδευε μαλακά το κεφάλι του, που φώλιαζε στον κόρφο της. Χύθηκε λιωμένο χρυσάφι στη θάλασσα το φως του ήλιου, μα η ψυχή του δεν έλεγε να γαληνέψει.

Ανασηκώθηκε και γύρεψε τα μάτια της. «Τώρα τα ξέρεις όλα…» της είπε μαλακά. Η Αριάδνη ρούφηξε σιγανά τη μύτη της και του χαμογέλασε σφίγγοντας τα χείλη της. «Αν δε με θες πια, θα το καταλάβω…» πρόσθεσε αποστρέφοντας το βλέμμα του. Εκείνη έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της και κούνησε μαλακά το κεφάλι της αρνητικά, αλλά εκείνος δεν το είδε, καθώς η σκέψη του ήταν ακόμη θολή. «Ό,τι κι αν αποφασίσεις… μόνο ένα πράγμα!» αναφώνησε ξαφνικά και την κάρφωσε με το βλέμμα του. «Μόνο ένα πράγμα θέλω από σένα!» είπε πιο μαλακά σχεδόν ψιθυριστά «Να μου ορκιστείς πως ποτέ, μα ποτέ, δεν πρόκειται να ξανασκεφτείς να κάνεις τέτοιο πράγμα!» είπε και η φωνή του ακούστηκε βραχνή και απελπισμένη.

«Ούτε κι αν σε χάσω;» τον ρώτησε μαλακά η Αριάδνη, μισοσοβαρά μισοαστεία προσπαθώντας να ελαφρύνει το κλίμα.

Ο Κωστής γούρλωσε τα μάτια του έντρομος «Ούτε, ούτε!»

Η Αριάδνη αναστέναξε, δεν καταλαβαίνει από χωρατά, πέρασε η σκέψη από το μυαλό της και ξαφνικά τον κάρφωσε στα μάτια «Γιατί;» τον ρώτησε με μια σκληράδα στη φωνή.

Ο Κώστας την κοίταξε μπερδεμένος «Γιατί;» επανέλαβε.

«Tι σε νοιάζει εσένα;» τον ρώτησε και δάγκωσε το χείλι της για να μην προδοθεί που τρεμούλιαζε.

«Γιατί; Γιατί σ’ αγαπάω!» αναφώνησε εκείνος.

«Μ’ αγαπάς;» τον ρώτησε περισσότερο για να σιγουρευτεί ότι άκουσε καλά η Αριάδνη ξαφνιασμένη.

Εκείνος την έπιασε από τους ώμους. «Πολύ…» τη διαβεβαίωσε και βύθισε το βλέμμα του στα βαμμένα από τα χρώματα της ανατολής, κεχριμπαρένια μάτια της.

«Μ’ αγαπάς, παρόλο που είμαι σημαδεμένη; Παρόλο που είμαι στέρφα;» ξεχύθηκαν οι λέξεις που τη βασάνιζαν τόσο, όλον αυτόν τον καιρό, προτού προλάβει να τις συγκρατήσει.

Ο Κώστας την κοιτούσε σαν χαμένος, κάτι το πρόσωπό της, κάτι που δεν καταλάβαινε τι εννοούσε με εκείνο το σημαδεμένη, μα επειδή έβλεπε την προσμονή στο βλέμμα της, μισάνοιξε το στόμα να πει κάτι, χωρίς να βρίσκει τι. Η Αριάδνη απέμεινε να τον κοίτα με κομμένη την ανάσα, περιμένοντας μια απάντηση που δε φαινόταν να έχει. Δεν της απάνταγε. Τι να της έλεγε; Ότι η πληγή στην κοιλιά της ήταν απαίσια, κι ας προσπαθούσε αυτή να την κρύβει. Ότι την έβρισκε αποκρουστική; Νόμιζε ότι μόνο αυτός μεγάλωσε δύσκολα… Λες και η ζωή της ήταν εύκολη, με το να τη φωνάζουν στέρφα ή να την κοιτάζουν με βλέμματα γεμάτα οίκτο και αποστροφή; Και ξαφνικά κατάλαβε δεν την πήρε για το χρέος, την πήρε… Γιατί την πήρε;

«Μ’ αγαπάς, παρόλο που δεν μπορώ να κάνω παιδιά; Ή ακριβώς επειδή δεν μπορώ να κάνω παιδιά; Αν έκανα, θα σταματούσες να μ’ αγαπάς; Αν τα παιδιά μας ήταν άρρωστα, δε θα τ’ αγάπαγες;» τον κεραυνοβόλησε ξαφνικά με όλες τις ερωτήσεις που κατέκλυζαν το μυαλό της η Αριάδνη.

Τα μάτια του Κώστα πετάρισαν από το ξάφνιασμα και το σαγόνι του κρέμασε, μαζί με τα χέρια του. Η Αριάδνη ξάφνου λιγοψύχησε. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει την απάντηση. Όχι τώρα…

Πώς είναι έτσι γλυκόπικρη η ζωή; Να παίρνεις την πιο μεγάλη χαρά, ένα παιδί, μια αγάπη και να καταφέρνει σου τα μαυρίσει; Να μην σ’ αφήνει να γευτείς την απόλυτη ευτυχία, να σε γεμίζει με φόβο για το παρόν, για το μέλλον… Σκεφτόταν, καθώς κατέβαινε τρέχοντας τη στενή σκάλα και προσπερνούσε τους ανθρώπους που είχαν αρχίσει να ετοιμάζονται ν’ αποβιβαστούν.

Ο δικηγόρος ενημέρωσε τον Κώστα, ότι τον Βλάση τον είχε βάλει ο πατέρας του, προτού πεθάνει, σ’ ένα ίδρυμα στην πρωτεύουσα, ώστε να μη χρειάζεται ν’ ασχοληθεί αυτός με το ζήτημα. Εκείνος απλά έβαλε την υπογραφή του και κανόνισε το ξεπούλημα της περιουσίας τους.

Η Αριάδνη, που είχε έρθει μαζί του, τον βοήθησε στο πακετάρισμα των πραγμάτων που ήθελε να κρατήσει, τα οποία είχαν στείλει ήδη στον σταθμό του τρένου, και δεν έμενε άλλο παρά μόνο να χαιρετήσει τους δικούς του. Μόνο που δεν το έπαιρνε απόφαση και στεκόταν αναποφάσιστος στη μέση του δρόμου.

«Λοιπόν; Πού είναι το νεκροταφείο; Πρέπει ν’ ανάψουμε τα καντήλια και να κανονίσουμε ώστε να τ’ ανάβει κάποιος…» του είπε η Αριάδνη, κοιτώντας τον ανέκφραστα, ξαφνιάζοντάς τον. Ήταν η μεγαλύτερη φράση που του είχε πει εδώ και τρεις μέρες. Έπειτα από εκείνη τη νύχτα, τον απέφευγε και με το ζόρι αντάλλασσαν δυο τρεις κουβέντες. Κι εκείνος, όσο κι αν βούλιαζε στην απελπισία με το φέρσιμό της, το έβρισκε λογικό και δικαιολογημένο. Με τόσα που της είπε, με τόσα που έμαθε, τον μίσησε, όπως και οι άλλοι.

Το βλέμμα του στάθηκε στο πρόσωπό της, που έδειχνε χλωμό και ταλαιπωρημένο. «Καλύτερα να κάτσεις να ξεκουραστείς εδώ…» ψέλλισε με έγνοια, δείχνοντάς της το μικρό καφενεδάκι του χωριού.

«Θέλω να έρθω μαζί»

«Μα δεν είσαι καλά! Σε πείραξε το καράβι και τώρα το τρένο…»

«Είμαι καλά!» είπε η Αριάδνη με πείσμα και, αμέσως μετά, έκανε τον ήχο αναγουλιάσματος κι έτρεξε πίσω από ένα θάμνο και τα έβγαλε…

«Αχ κοπέλ’ μ’, μαύρη μοίρα σι περιμένει κι ‘σένα…», ακούστηκε μία φωνή πίσω της. Μια παχουλή γυναίκα την κοιτούσε πάνω από τον μισογκρεμισμένο φράχτη.

Η Αριάδνη έριξε μια λοξή ματιά στον Κώστα που είχε παγώσει και κατακιτρινίσει. «Μόνο να μην καταντήσω πικρόχολη σαν και ‘σένα βάβω!» της πέταξε με νεύρο η Αριάδνη, κατευθύνθηκε προς το μέρος του Κώστα και πέρασε το μπράτσο της στο δικό του.

«Πάμε, άντρα μου;» τον ρώτησε μελιστάλακτα, αλλά αρκετά δυνατά, ώστε να τους ακούσει η γριά, κοιτώντας τον κατάματα, κι εκείνος ίσα που κατάφερε να νεύσει το κεφάλι του θετικά από τη σαστιμάρα του.

Προχώρησαν μέσα από τον κεντρικό χωμάτινο δρόμο του χωριού, ακόμα πιασμένοι αλά μπρατσέτα και ανηφόρησαν προς το νεκροταφείο, καθώς ο Κώστας χαιρετούσε δειλά και αμήχανα τους συγχωριανούς του, και η γυναίκα του τους χαμογελούσε φιλικά.

Η Αριάδνη πήρε ν’ ανάψει όλα τα καντήλια, ενώ ο Κώστας στεκόταν παράμερα, βυθισμένος στις σκέψεις του, όταν τινάχτηκε ξαφνιασμένος, καθώς ένιωσε τα δάχτυλά της να χαϊδεύουν τα δικά του, να τυλίγονται γύρω από το χέρι του και να το σφίγγουν. Την κοίταξε έκπληκτος, κι εκείνη του χαμογέλασε μ’0 εκείνο το γλυκό χαμόγελο που έκανε την καρδιά του να σκιρτά, μα το χαμόγελο δεν έφτανε ως τα μάτια της, που ήταν θλιμμένα και ανήσυχα.

Πήραν να περπατήσουν ως το σταθμό πιασμένοι ακόμη χέρι χέρι. «Πώς είσαι;» τον ρώτησε κάποια στιγμή καθώς πλησίαζαν. Εκείνος ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους του, όταν ξάφνου η Αριάδνη στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε κατάματα. «Σταμάτα να κλείνεσαι συνέχεια στον εαυτό σου! Πόσο δύσκολο είναι να μου πεις τι νιώθεις; Όπως έκανες στο καράβι;»

«Πώς θα μπορούσα; Ήδη δε μου μιλάς τρεις μέρες τώρα…»

«Δεν είναι ότι δε σου μιλώ γι’ αυτά που μου είπες!» αναφώνησε εκνευρισμένη η Αριάδνη, αλλά δεν κατάφερε να του πει ότι είναι γι’ αυτά που δεν της είπε… «Δε θέλω ποτέ να μου ξαναπείς ψέματα!» του είπε σε αυστηρό τόνο μόνο και μόνο για να μην προδοθεί. Εκείνος της έγνεψε θετικά. «Και θέλω να μου λες τι σκέφτεσαι, τι νιώθεις…»

«Θα προσπαθήσω…»

«Γιατί με παντρεύτηκες;» τον κεραυνοβόλησε.

«Γιατί ήμουν ερωτευμένος μαζί σου» της είπε δίχως να διστάσει, «Απλά μου ήταν πιο εύκολο να πω ότι το έκανα γιατί χρώσταγα τη ζωή μου στον αδερφό σου. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, του χρωστάω πολύ περισσότερα…» της είπε χωρίς να κομπιάσει.

«Ήσουν ερωτευμένος;» ψέλλισε έκπληκτη από την απάντησή του, η Αριάδνη καθώς πισωπατούσε. Εκείνος της έγνεψε θετικά και πρόσθεσε «Ναι»

«Και το σημάδι…» ψέλλισε εκείνη και τα μάτια της σκοτείνιασαν.

«Ποιο σημάδι;» τη ρώτησε απορημένος.

«Το σημάδι στην κοιλιά μου… Δε σε ενοχλεί; Δεν είναι…» έκανε μια γκριμάτσα αηδίας η Αριάδνη. «Εξαιτίας του δε θες… Δε θες να κάνουμε…» του είπε κομπιάζοντας και τα μάγουλά της είχαν κατακοκκινίσει.

Ο Κώστας γούρλωσε τα μάτια του. «Όχι, δηλαδή, καμία σχέση…» είπε και την αγκάλιασε. Ρούφηξε το λεπτό άρωμα της λέγοντας: «Το κορμί σου είναι τέλειο, ούτε καν το είχα δει… Εγώ… Εγώ φοβόμουν… Ξέρεις, να μην, μία στο εκατομμύριο… Ξέρεις, επειδή οι γονείς σου επέμεναν πως δεν έχεις θέμα και μπορείς να κάνεις παι… Μη… Καταλαβαίνεις;» είπε τραυλίζοντας και προσπάθησε να τη φιλήσει. Μόνο που η Αριάδνη ξαφνικά τον απώθησε, φαινόταν τρομερά νευριασμένη και πήρε να περπατά γοργά για τον σταθμό.

«Τι είπα πάλι;» αναφώνησε ο Κώστας φανερά μπερδεμένος τρέχοντας ξοπίσω της. Ο Κώστας την ένιωσε να σφίγγεται πάνω του, καθώς έμπαιναν στο μεγάλο νεοκλασικό με τους κίτρινους τοίχους και τα παράθυρα στο χρώμα της ελιάς. Η ζοφερή μυρωδιά ανθρώπινων ακαθαρσιών με χλωρίνη και φαρμακίλα τους έκανε να ζαρώσουν τα πρόσωπά τους με αηδία. «Επιμένω ότι είναι καλύτερα να μείνεις έξω, εσύ…» της είπε ακόμη μια φορά ο Κώστας κρατώντας την προστατευτικά δίπλα του.

«Μην επιμένεις», τον έκοψε εκείνη.

Ανέστρεψε εκνευρισμένος το βλέμμα του. «Ο αδερφός σου ξέχασε να μου πει ότι είσαι αγύριστο κεφάλι!» έγρουξε μέσα από τα δόντια του.

«Ας πρόσεχες» του είπε, λοξοκοιτώντας τον και τα μάτια της πέταγαν σπίθες.

Κραυγές πόνου ακούστηκαν, κάνοντάς τη να τιναχτεί. Όσο προχωρούσαν, προσπαθώντας να βρουν το δωμάτιο, περνούσαν μπροστά από μισάνοιχτες πόρτες με ανθρώπους παραμορφωμένους από τον πόνο, που βογγούσαν, ούρλιαζαν και μιλούσαν ακατάληπτα ή έβριζαν χυδαία, ανθρώπους δεμένους με λουριά στα κρεβάτια ή που περιφέρονταν σαν φαντάσματα και νοσοκόμες και γιατρούς, που, σε αντίθεση με το όλο κλίμα, περπατούσαν ήρεμα, έλεγαν αστεία και πειράγματα και χασκογελούσαν.

Ο Κώστας έσπρωξε την πόρτα με τον αριθμό 102. Διπλωμένος σε μια γωνιά του δωματίου, βρισκόταν κατάχαμα ένας άντρας που κουνούσε συνέχεια το χέρι του σαν να χαιρετά. Ήταν βρόμικος και μύριζε ούρα και κόπρανα, ενώ το πληγιασμένο και πρησμένο πόδι του ήταν δεμένο μ’ ένα λουρί στο κοντινό κρεβάτι.

«Βλάση;» ψέλλισε συγκινημένος ο Κώστας και ξαφνικά τα μάτια του άντρα έλαμψαν.

«Αδερφέ μου…» κακάρισε χαρούμενος και προσπάθησε να συρθεί προς το μέρος του ο άντρας, αλλά δεν έφτανε το λουρί κι έβγαλε μία κραυγή πόνου.

Ο Κώστας τον πλησίασε και τον αγκάλιασε, κι εκείνος άρχισε να κλαίει μ’ ένα κλάμα παιδιάστικο. «Με πονάν… Με πονάνε…» μουρμούριζε και κουνούσε το χέρι σαν χαιρετισμό.

Τότε πρόσεξε τα σημάδια και τις πληγές από τα δεσίματα στα χέρια του και τα πόδια του η Αριάδνη που είχε σαστίσει. Ο Κώστας τον έσφιξε πάνω του και προσπάθησε να τον παρηγορήσει, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούσε μέσα από τα ματόκλαδα του την Αριάδνη, που κοίταζε αηδιασμένη και φανερά τρομοκρατημένη γύρω της.

Η Αριάδνη τόσες μέρες πάλευε με τους δικούς της φόβους. Πώς θα ανακοίνωνε την εγκυμοσύνη της στον Κώστα που όσες φορές προσπάθησε, ο πανικός στο βλέμμα του την απέτρεπε; Έπειτα θα τα κατάφερνε να φέρει αυτό το παιδί στον κόσμο ή το σακατεμένο της κορμί θα την πρόδιδε; Και αν έφτανε μέχρι το τέλος, αυτή θα ζούσε για να το καμαρώσει; Τόσες και τόσες φίλες της είχαν χαθεί πάνω στη γέννα. Μα τώρα, καθώς στεκόταν εκεί μέσα σ’ αυτό το βρωμερό, υπό κατάρρευση δωμάτιο, μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα της εξαθλίωσης και της απανθρωπιάς, έπαιρναν υπόσταση και όλοι φόβοι του Κώστα που ήρθαν να προστεθούν πάνω στους δικούς της. Ένιωσε να λυγίζει κάτω από το βάρος τους. Αν αυτή έφευγε από τη ζωή, ο πατέρας του παιδιού της θα έστελνε το παιδί τους σ’ ένα τόσο άθλιο μέρος; Θα το παρατούσε;

Η ανάσα της κόντυνε. Όχι, δε θα επέτρεπε ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Κι αν ο Κώστας αποδεικνυόταν λίγος, εκείνη θα σήκωνε όλο το βάρος, εκείνη θα πάλευε με νύχια και με δόντια για το παιδί τους και για αυτό το κακόμοιρο πλάσμα που έκλαιγε με λυγμούς μέσα στην αγκαλιά του άντρα της.

«Πάμε να φύγουμε από εδώ!» ακούστηκε ξαφνικά κοφτή η φωνή της Αριάδνης, που τα μάτια της γυάλιζαν. «Εμπρός!», διέταξε και ο Κώστας έκανε να σηκωθεί. Την περίμενε αυτή της την αντίδραση. Να που όλοι οι φόβοι του βγήκαν αληθινοί. Την έχασε, πάει, σκεφτόταν και γραπώθηκε πάνω στον Βλάση. Τώρα θα τον σιχαινόταν κι αυτή, ή θα τον κοιτούσε με οίκτο. Δεν ξέρει ποιο ήταν χειρότερο.

Της έριξε ένα απολογητικό βλέμμα, το οποίο δεν κατάφερε να μαλακώσει το σκληρό της βλέμμα. «Εμπρός!» είπε ξανά εκείνη με σκληρή φωνή και πήρε να λύνει το λουρί. «Σηκωθείτε! Πάμε!» πρόσθεσε και τους έκανε νόημα.

Ο Κώστας δε φάνηκε να καταλαβαίνει. Η Αριάδνη ήρθε και γονάτισε δίπλα τους και, γλυκαίνοντας τη φωνή της, είπε. «Σήκω, Βλάση! Πάμε να φύγουμε από εδώ. Θα ‘ρθεις μαζί μας, εντάξει;». Ο Κώστας την κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια του. Πώς καταφέρνει αυτή η γυναίκα και τον εκπλήσσει κάθε φορά… Τι λέει; Τρελάθηκε. Δεν…

«Τι κοιτάς;» τον κατσάδιασε εκείνη. «Δεν πιστεύω να θες να τον αφήσουμε σ’ αυτό το μέρος! Θα ‘ρθει μαζί μας στο νησί» του είπε αυστηρά με αποφασιστικό ύφος.

«Μα εγώ, εγώ δεν μπορώ…» αντέδρασε εκείνος, που τραβήχτηκε από την αγκαλιά του Βλάση σαν να κάηκε και ανασηκώθηκε.

«Θα έρθει μαζί μας. Κι αν τολμήσει κανείς να του κακομιλήσει, θα ‘χει να κάνει μαζί μου!» τον διαβεβαίωσε η Αριάδνη και ανασήκωσε τη γροθιά της στον αέρα.

«Δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα… Εγώ… Δεν γίνεται να τον πάρουμε…» προσπάθησε να προβάλει αντιρρήσεις, σκεπτόμενος ότι δεν άντεχε να ξαναζήσει όλα αυτά που περνούσε στο χωριό του, τα βλέμματα, τα σιγοψιθυρίσματα, τις κακίες…

«Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Είναι οικογένειά μας και τον αγαπάς! Κι όταν αγαπάς, κάνεις τα πάντα για να προστατέψεις αυτούς που αγαπάς, ανέχεσαι τα πάντα, συγχωρείς τα πάντα, δεν βάζεις όρια στην αγάπη, αλλά στους άλλους. Γιατί, όσο οι άνθρωποι βλέπουν να σε πειράζει κάτι, να ντρέπεσαι και να πληγώνεσαι, τόσο χαιρέκακα θα στρίβουν το μαχαίρι στην πληγή. Γιατί ντρέπεσαι; Αυτοί θα έπρεπε να ντρέπονται. Κοίτα, κοίτα!» του είπε δείχνοντας το θλιβερό δωμάτιο και τον Βλάση. «Κοίτα πώς του συμπεριφέρονται! Μακάρι να μπορούσα να τους πάρω όλους από εδώ μέσα! Δεν μπορώ! Αυτόν, όμως, μπορούμε και θα τον πάρουμε!» του είπε με ύφος που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Ο Κώστας κοίταζε μια τον Βλάση, που δε φαινόταν να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, και μια το αποφασιστικό βλέμμα της Αριάδνης, ξαφνικά ένιωθε εξαντλημένος, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ανασάνει, μα η μπόχα που ανέδυε το δωμάτιο τον έκανε να ξινίσει το πρόσωπό του. Ένιωσε δύο χέρια να τυλίγουν το κορμί του και τη μυρωδιά της, καθώς πλησίασε στο αυτί του και του ψιθύρισε «Μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά. Δεν είσαι πια μόνος! Μαζί θα τα καταφέρουμε. Κι αν λυγίσεις θα ‘μαι εδώ, για πάντα δίπλα σου, γιατί σ’ αγαπάω!». Άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε έκπληκτος. Το βλέμμα του βυθίστηκε στο δικό της και, για πρώτη φορά, του μίλησε η καρδιά της. Ξαφνικά όλα ήταν ξεκάθαρα, τον αγαπούσε γι’ αυτό που ήταν, όπως ήταν, κι αγαπούσε και όσους και όσα εκείνος αγαπούσε, και θα πάλευε για να είναι καλά όλοι όσοι αγαπά. Πώς θα μπορούσε αυτός να φανεί λειψός και να λιγοψυχήσει; Πώς θα μπορούσε να την απογοητεύσει; Όφειλε στον εαυτό του να παλέψει με τους δράκους του και να γίνει ευτυχισμένος, ώστε να είναι ευτυχισμένοι και όλοι όσοι αγαπά…

Ετοιμασίες γίνονταν γύρω από το μικρό ξωκλήσι, στρωσίδια στρώθηκαν, ταψιά με αρνιά ακούμπησαν πάνω, οι οργανοπαίχτες ξεκίνησαν να παίζουν συγχρονίζοντας τον ρυθμό με τις καρδιές τους. Κι η μεγάλη αυτή οικογένεια, που ενώνονταν με δεσμούς αίματος και καρδίας, βγήκε από το εκκλησάκι μετά τη βάπτιση και στρώθηκε για φαγητό γελώντας. Περνούσε και ο νεοφώτιστος από αγκαλιά σε αγκαλιά, ώσπου κατέληξε στα χέρια του θείου του, Βλάση. Κι εκείνος, κρατώντας το υγιέστατο στρογγυλοπρόσωπο μωρό αγκαλιά, άρχισε να χορεύει γελώντας και τραγουδώντας.

Ο Κώστας κοίταξε τη γυναίκα του, που χάιδευε με το βλέμμα της το παιδί τους και τον αδερφό του και κατάλαβε πως δεν τον όριζε το αίμα του, αλλά η καρδιά του. Η καρδιά του που έμαθε πως η αγάπη δεν μετράει ψεγάδια, μόνο παρουσίες. Και στη δική τους κοινή ζωή, κανείς δεν περίσσευε. Η Αριάδνη γύρισε και βύθισε το βλέμμα της στο δικό του κι η καρδιά του πλημμύρισε από ζεστασιά, καθώς τα άηχα λόγια αγάπης της τον τύλιξαν σαν αγκαλιά… Ζούσε. Επιτέλους, ζούσε…

Αναστασία Χ.

One response to “Μιλώντας με τα μάτια”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading