Η τραμπάλα

Η Μαργαρίτα τη θυμόταν από μικρή, που έκαναν τραμπάλα. Πάντα ήταν από εκείνη πολύ πιο βαριά και την κρατούσε ψηλά. Φοβόταν τόσο πολύ πως εάν έπεφτε θα έσπαγε όλα της τα κόκκαλα και την έπιανε ταχυκαρδία και εφιδρώσεις, ενώ αυτή την κοίταζε γελώντας. Της έλεγε πως αυτή για πάντα θα την εξουσιάζει και θα ζει με τον φόβο πως εάν σηκωθεί απότομα από την τραμπάλα, δε θα μείνει αλώβητη.

Είχε μάθει να ζει μαζί της. Την είχε μάθει τόσα πολλά… Να επινοεί τα δικά της παιχνίδια σαν παιδί, να γράφει διηγήματα, παραμύθια και ποιήματα στην εφηβεία και λίγο πιο μετά. Την είχε μάθει να μην αντιδρά όταν οι άλλοι γίνονται αγενείς μαζί της και να φεύγει, να χάνεται και να μένει κοντά της… Είχε συνηθίσει να της λέει κάθε λεπτομέρεια για αυτά που συνέβαιναν και αυτή να τη βοηθάει να εξάγει συμπεράσματα για τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Φιλοσόφησε μαζί της πράγματα για τη ζωή, τον άνθρωπο, το σύμπαν και όταν της έλεγαν πως είναι κάπως πιο ώριμη από την ηλικία της, της ψιθύριζε «ευχαριστώ», αφού το μεγάλωμα το χρώσταγε σε εκείνη.

Μεγάλωνε, μα δεν ένιωθε ποτέ ελεύθερη, αφού βρισκόταν στην κορυφή μιας ελεγχόμενης από ένα ασήκωτο βάρος τραμπάλας, και η καρδιά της αδυνατούσε να χτυπήσει με φυσιολογικό ρυθμό, ενώ σκιές και φόβοι κυρίευαν το κεφάλι της. Μα, όσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν όλο και πιο ύπουλη… Την έκανε να εθίζεται σε ανθρώπους, βαφτίζοντάς τους λυτρωτές της, που θα την εκτοπίσουν από την τραμπάλα και θα την «αρπάξουν» πριν πέσει. Παρόλο που είχε μάθει τόσο καλά να ψυχογραφεί τα προηγούμενα χρόνια, με κάποιους ανθρώπους αποκτούσε τη συνήθεια να εθελοτυφλεί… Συνήθιζε πια να πιστεύει ψεύτικα λόγια και υποσχέσεις, να αγνοεί τοξικές συμπεριφορές με την ελπίδα πως θα γλιτώσει οριστικά από εκείνη. Περίμενε το αίσιο τέλος, εκείνο το happy end όπως στα αγαπημένα της παραμύθια, μα δεν ερχόταν.

Όταν επένδυε σε λάθος ανθρώπους, έμοιαζε σαν εκείνη να βάραινε κι έτσι η Μαργαρίτα να βρισκόταν ακόμα πιο ψηλά στην τραμπάλα. Έμοιαζε να περνάει με το ζόρι χρόνο μαζί της, μετά από κάθε χωρισμό, μετά από κάθε αποχωρισμό, μετά από κάθε παραίτηση. Ό,τι την είχε μάθει, την είχε μάθει, δεν ήθελε να μάθει άλλα, σκεφτόταν. Μα αυτή εκεί, ανένδοτη να την αφήσει ήσυχη… Να προσπαθήσει να συγκρατήσει λίγο από το βάρος της ώστε να μπορέσει να κατέβει ασφαλής. Γελώντας την έδειχνε με το δάκτυλο όταν έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια της και της ψιθύριζε πως αυτοί που την πλήγωσαν, μια χαρά συνεχίζουν τη ζωή τους, ενώ εκείνη κάθεται και μεμψιμοιρεί.

Όταν αποφάσιζε να προχωρήσει τη ζωή της, κάθε φορά που κάποιος της ακύρωνε μια συνάντηση, αυτή της έλεγε συνωμοτικά πως μάλλον έχει άλλες προτεραιότητες και δε την έχει τόσο ανάγκη, αφού αυτή δεν τον έχει επισκεφτεί, ώστε να νιώθει όπως εκείνη.

Την έκανε υπεραναλυτική, καχύποπτη, υποχόνδρια. Είχε μάθει να συγκρατεί τις σκέψεις που της προκαλούσε στους άλλους, γιατί ήξερε ότι θα πυροδοτούσαν καβγάδες. Δεν μιλούσε σε κανέναν για εκείνη, και ίσως αυτό έκανε πιο δύσκολο, εάν όντως είχε συναντήσει τον λυτρωτή της να προσπαθήσει να τη διώξει.

Για πολλά χρόνια της έδινε λάθος ορισμούς…
Την έλεγε απλή αίσθηση, υπερευαισθησία, τάση δημιουργίας σχέσεων εξάρτησης και άλλα τέτοια περίεργα.

Μα, όταν μεγάλωσε αρκετά κατάλαβε πως δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά, αλλά… Μια μαύρη άμορφη μάζα, που τη λέγανε μοναξιά.

(Όταν την όρισε, έμαθε και άλλα πολλά για εκείνη. Έμαθε πως, ο σωστός τρόπος να τη διώξει κανείς δεν είναι να έρθει κάποιος λυτρωτής και να την «πετάξει» κάτω από την τραμπάλα, αλλά να επέλθει ισορροπία στην τραμπάλα ώστε να μπορέσει να κατέβει μοναχός του και… Πώς θα γίνει αυτό; Βρίσκοντας ανθρώπους συμβατούς με εκείνον και αναζητώντας οτιδήποτε τον γεμίζει στη ζωή, μακριά από συμβιβασμούς).

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading