Μανώλης & Βαρβάρα – “Reunion με τον… Στέφανο”

– Βαρβαρούλα, γύρισαααα! ακούστηκε η φωνή του Μανώλη λίγο πριν το χαρακτηριστικό κλείσιμο της εξώπορτας

Έβγαλε τα παπούτσια του και τα έβαλε στη γωνία -στη συγκεκριμένη γωνία για τα παπούτσια του, ήταν η γωνία “για-να-μη-γίνει-χαμός-αν-τα-αφήσεις-αλλού”, ακούμπησε τα κλειδιά στο έπιπλο της εισόδου και κοίταξε στο εσωτερικό του σπιτιού, περιμένοντας να δει τη Βάνα. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, όπως και τα φώτα, αλλά κανένα ίχνος της γυναίκας του στο χώρο.

– Βανούλααααα! ξαναφώναξε, μην τυχόν και είχε ήδη στραβώσει με το… “Βαρβαρούλα” που είπε όταν μπήκε

Τίποτα. Σιωπή. “Πού να πήγε μεσημεριάτικα;” αναρωτήθηκε και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. Ήταν δύσκολη μέρα η σημερινή κι ήταν πολύ κουρασμένος. Το μόνο που ήθελε ήταν να βγάλει τα ρούχα του, να κάνει ένα μπάνιο και να λιώσει στον καναπέ βλέποντας ποδόσφαιρο. Αντ’ αυτού, θα έβλεπε… θέατρο!

Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τρόμαξε. Εκεί μέσα επικρατούσε πανικός! Ένας πανικός στον οποίο δεν ήταν συνηθισμένος, μιας κι η Βαρβάρα είχε μανία με την τάξη και δεν υπήρχε περίπτωση να έχει αφήσει τα πάντα πεταμένα. “Μπήκαν κλέφτες!” στρίγγλισε με μια φωνή που καθόλου δεν θύμιζε τη δική του. Μέχρι κι ο ίδιος τρόμαξε με το φάλτσο βιμπράτο που ξέφυγε απ’ τα πνευμόνια του!

– Τι κλέφτες χριστιανέ μου; ακούστηκε η φωνή της Βαρβάρας κι ένα κεφάλι ξεπρόβαλε απ’ το εσωτερικό της ντουλάπας

– Τι κάνεις εκεί μέσα; τη ρώτησε με ειλικρινή απορία στο βλέμμα

– Αναρωτιέμαι πόσο τσιγγούνη άντρα παντρεύτηκα! είπε εκείνη

– Ακόμη δεν ήρθα ρε Βάνα! Τι έκανα πάλι; είπε εκείνος και ξεφύσηξε

Η Βαρβάρα βγήκε με κόπο απ’ τη ντουλάπα, πηδώντας κάτι κουτιά, κάτι σακούλες και κάτι πεταμένες κρεμάστρες και στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση. Ο Μανώλης γούρλωσε τα μάτια κι άνοιξε το στόμα στο θέαμα της γυναίκας του. Ήταν τρεις και μισή το μεσημέρι κι η Βάνα στεκόταν μπροστά του φορώντας μια μαύρη κοντή φούστα με παγιέτες, ένα κίτρινο μπλουζάκι μπιζάμας, μια γόβα στιλέτο σε κόκκινο χρώμα στο αριστερό πόδι και ένα μαύρο αρβυλάκι στο δεξί. Το ένα της χέρι ήταν γεμάτο με πολύχρωμα βραχιόλια και στο κεφάλι της φορούσε ένα μαύρο βέλο. Ξερόβηξε, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, αφενός για να μη βάλει τα γέλια με αυτό που έβλεπε, αφετέρου για να βρει τις σωστές λέξεις να τη ρωτήσει τι συνέβαινε, χωρίς να την κάνει ν’ αρχίσει να τσιρίζει. Γιατί το έβλεπε… το ένα της μάτι γυάλιζε επικίνδυνα και το άλλο έγραφε “πρόσεχε-τι-θα-πεις-γιατί-προμηνύεται-θύελλα”.

– Τι ωραία αυτά που… δηλαδή… σχεδόν κατάπιε τη γλώσσα του

– Ξέρεις πόσο καιρό έχω να πάω για ψώνια; στρίγγλισε η Βαρβάρα

– Από χτες; Που πήγαμε στο σούπερ μάρκετ και…

– Να ψωνίσω ρούχα εννοώ, Μάνο!

– Από την προηγούμενη εβδομάδα; είπε εκείνος ψιθυριστά, γιατί αμέσως κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτή η σωστή απάντηση

– Ποια προηγούμενη εβδομάδα Μάνο; Που πήρα κάλτσες και βρακιά; Αυτό λες να εννοώ;

– Τι εννοείς βρε Βάνα μου; είπε ο Μάνος και έπεσε παραδομένος με φόρα στο κρεβάτι

– Εννοώ ότι δεν έχω τίποτα να βάλω! Αυτό εννοώ! Κι αυτό που με δαιμονίζει, είναι πως κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις!

– Τι πρέπει να καταλάβω πάλι; είπε ξεφυσώντας και τραβώντας μια κρεμάστρα κάτω απ’ το αριστερό του μπούτι

– Το Σάββατο θα βγω. δήλωσε η Βάνα και τον κοίταξε με αποφασισμένο ύφος

– Να βγεις… απάντησε εκείνος χωρίς να καταλαβαίνει γιατί έπρεπε να του το πει τόσο απότομα, θαρρείς και την είχε κλειδωμένη δια της βίας στο σπίτι

– Και τι θα βάλω; συνέχισε εκείνη

– Ανάλογα το πού θες να πας, κορίτσι μου! Αν ετοιμάζεσαι για πάρτι μασκέ, μια χαρά είσαι κι έτσι! απάντησε ο Μανώλης αγανακτισμένος πια κι έκανε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι

– Το Σάββατο έχουμε reunion με τους συμμαθητές μου απ’ το λύκειο και δεν έχω τίποτα να βάλω! του είπε κι έπεσε πάνω του, σχεδόν κλαίγοντας

– Τι είναι αυτό τώρα; Καινούριο; Πότε κανονίστηκε reunion; της είπε εκείνος και προσπάθησε να της τραβήξει τα μαλλιά απ’ το πρόσωπό της για να την κοιτάξει στα μάτια. Ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για θέατρο, ότι ήταν απ’ τις γνωστές υπερβολές της Βαρβάρας, δεν υπήρχε περίπτωση να έκλαιγε γι’ αυτό!

– Μη μου ανακατεύεις τα μαλλιά! Είναι που είναι χάλια! συνέχισε η Βαρβάρα και τραβήχτηκε απότομα

– Ok… Ok… κατάλαβα! Κλείσε κομμωτήριο, μανικιούρ-πεντικιούρ και πάρε την κάρτα μου και πήγαινε να ψωνίσεις ό,τι θέλεις! Έχεις να δεις τα κορίτσια…

– Μην πεις πόσα χρόνια! ακούστηκε η κελαριστή φωνή της Βαρβάρας, που του έδωσε ένα φιλί στο λαιμό και σηκώθηκε απότομα απ’ το κρεβάτι. Και κάνε κι ένα μπάνιο γιατί… είπε πιάνοντας τη μύτη της και βγήκε χορεύοντας απ’ την κρεβατοκάμαρα

*****

Λίγες μέρες και… αρκετά ευρώ αργότερα, η Βαρβάρα έδειχνε απόλυτα ικανοποιημένη μπροστά στον καθρέφτη της. Ο Μανώλης ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κρατώντας το κινητό του, την κοιτούσε με απροσδιόριστο ύφος.

– Πώς σου φαίνομαι; του είπε τραγουδιστά και γύρισε προς το μέρος του

– Είσαι… είσαι όμορφη! Πολύ! της είπε, αλλά παρότι φαινόταν ειλικρινής η απάντησή του, κάτι στον τόνο του έκανε τη Βαρβάρα να απορήσει

– Τι; Κάτι δεν σ’ αρέσει! 

– Όχι αγάπη μου, όλα μ’ αρέσουν, αλλά… δεν είναι λίγο υπερβολική όλη αυτή η ετοιμασία για να δεις τα κορίτσια;

– Τα… ποια κορίτσια Μάνο μου; Σε θηλέων πήγαινα; Όλους τους συμμαθητές μου θα δω! Η Ξένια η Λεούση το κανόνισε και θα έρθουν όλοι! είπε ενθουσιασμένη

– Όλοι; Δηλαδή… όλοι;

– Ναι, όλοι! είπε η Βαρβάρα δήθεν αδιάφορα και έφτιαξε λίγο το κραγιόν της στον καθρέφτη

– Μάλιστα… και τι ώρα σκοπεύεις να επιστρέψεις; της είπε ο Μανώλης προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του ουδέτερη, παρότι ήταν εμφανές πως το βλέμμα του πετούσε φλόγες

– Δεν ξέρω βρε καρδούλα μου… Ξέρεις πώς είναι αυτά τώρα… Λοιπόν, φεύγω. Μην με περιμένεις, να κοιμηθείς, ναι; του είπε δίνοντάς του ένα φιλί στη μύτη και βγήκε απ’ το δωμάτιο

Ο ήχος της εξώπορτας που έκλεινε, έκανε τον Μανώλη να πεταχτεί απ’ το κρεβάτι απότομα.

– Όλοι! Κατάλαβες; Όλοι! Και πλήρωσα εγώ ένα σκασμό λεφτά για να την δουν όλοι! Έγινε μια κουκλάρα για να την δουν όλοι! Ποιοι όλοι δηλαδή; Πλήρωνε το κορόιδο για να τη δει ο… Στέφανος! μονολόγησε δυνατά

Όταν ο Μανώλης γνωρίστηκε με τη Βαρβάρα, εκείνη πήγαινε ακόμη στο σχολείο, ενώ ο Μανώλης, μερικά χρόνια μεγαλύτερος, λίγο καιρό αργότερα πήγε φαντάρος. Ο Στέφανος ήταν το αντίπαλο δέος του Μανώλη τότε, μιας και έδειχνε να αγνοεί επιδεικτικά τη σχέση τους και της την έπεφτε σε κάθε ευκαιρία. Τα μάθαινε ο Μανώλης από φίλους και γνωστούς, μέχρι που κάποια στιγμή δεν άντεξε, και σε μια άδεια που είχε απ’ το στρατό πήγε και τον βρήκε, η μια κουβέντα έφερε την άλλη και πιάστηκαν στα χέρια. Όταν η Βαρβάρα την επομένη έμαθε για τον καβγά, έπιασε τον Μανώλη κι έγινε χαμός! Του φώναζε πως δεν την σέβεται, πως δεν την εμπιστεύεται, πως την φέρνει σε δύσκολη θέση, πως το είχαν μάθει οι γονείς της και της έλεγαν να κόψει επαφές με τον… τραμπούκο. Κι όσο ο Μανώλης κι αν προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν ανεχόταν να την πέφτουν στην κοπέλα του, τόσο εκείνη εξαγριωνόταν και του φώναζε πως ο Στέφανος ήταν απλά ένας ευγενικός συμμαθητής της και τίποτα παραπάνω. “Δεν μπορεί να μη βλέπεις ότι στην πέφτει!” φώναζε εκείνος. “Βλέπεις παντού φαντάσματα!” φώναζε εκείνη. Ο καβγάς τους έληξε (όπως πάντα) με την Βαρβάρα νικήτρια και τον Μανώλη να ζητά συγγνώμες και για πράγματα που δεν είχε κάνει. Πολύ σύντομα το… φάντασμα του Στέφανου έφυγε απ’ το προσκήνιο, μιας και έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό και τα ίχνη του χάθηκαν απ’ όλους. Κι εκεί που όλα έδειχναν ήσυχα και τακτοποιημένα… να τος πάλι!

– Την κατάρα μου να έχεις Στέφανε Χατζηδάκη! φώναξε κοιτώντας το ταβάνι. Ε, όχι! Δεν θα μου πάρεις εσύ τη γυναίκα! συνέχισε και πήρε το κινητό του στα χέρια του

Δεν ήταν δύσκολο να βρει την τοποθεσία της, εκείνη είχε βάλει την εφαρμογή στα κινητά τους για να τον ελέγχει. Για πρώτη φορά θα την χρησιμοποιούσε για να την ελέγξει αυτός. Ντύθηκε στα γρήγορα και με τα κλειδιά της μηχανής του στο χέρι, βγήκε σχεδόν τρέχοντας απ’ το σπίτι.

Φτάνοντας κοντά στο ταβερνάκι που είχαν κανονίσει να βρεθούν οι… συμμαθητές, πάρκαρε σ’ ένα στενό τη μηχανή του και χωρίς να βγάλει το κράνος απ’ το κεφάλι του, προχώρησε κατά κει. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και κοίταξε στον εξωτερικό χώρο, που ήταν γεμάτο με τραπέζια. Δεν ήταν δύσκολο να τους εντοπίσει, ήταν η μεγαλύτερη παρέα στα δεξιά της αυλής. Η Βαρβάρα -όπως ήταν αναμενόμενο- ήταν καθισμένη στη μέση. Δίπλα της… γυναίκες. Όλοι οι άντρες, απέναντι. “Πάλι καλά!” μονολόγησε ανακουφισμένος. “Πού είναι ο παπάρας;” συνέχισε, ψάχνοντας τον άλλοτε ξανθό κι εντυπωσιακό αντίπαλό του. Τζίφος… δεν μπορούσε απ’ τις πλάτες τους να καταλάβει ποιος ήταν.

– Θα πάρω τηλέφωνο την αστυνομία! μια στριγκλιά πίσω του τον έκανε να τιναχτεί

Γύρισε και είδε μια γυναίκα γύρω στα ογδόντα, που κρατούσε στο ένα της χέρι ένα μπαστούνι και στο άλλο ένα μικρό καφέ σκυλάκι που γάβγιζε ασταμάτητα.

– Ποια αστυνομία; Δεν είμαι… προσπάθησε να απολογηθεί

– Γεμίσαμε αλλοδαπούς κακοποιούς! Βοήθεια! ούρλιαξε εκείνη, κάνοντας το Μανώλη να τραπεί σε φυγή

Η γριά καρακάξα του είχε χαλάσει τα σχέδια! Δεν μπορούσε να μείνει άλλο εκεί, απ’ τις φωνές της, ήδη κάποιοι θαμώνες του μαγαζιού είχαν γυρίσει το βλέμμα τους κατά το μέρος του. Και ναι, ίσως ήταν λίγο παράξενο να κρύβεται ένας άντρας με μαύρα ρούχα και κράνος στο κεφάλι, πίσω από ένα δέντρο βραδιάτικα, αλλά να που τα φαινόμενα απατούν καμιά φορά! Δεν ήταν κλέφτης… ένας ζηλιάρης σύζυγος ήταν!

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλε το κράνος του, να πάρει μια ανάσα, που είχε λαχανιάσει να τρέχει δυο ολόκληρα στενά. “Πρέπει να ξεκινήσω γυμναστήριο! Πού είναι οι αντοχές μου; Δυο λεπτά έτρεξα και μου βγήκε η γλώσσα!” σκέφτηκε απογοητευμένος κι έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια του. “Ενώ ο Στέφανος… ποιος ξέρει πώς θα έχει γίνει! Μπορεί στα εξωτερικά να ασχολήθηκε και με το σώμα του και τώρα να έχει κοιλιακούς και μπράτσα και…”, τις σκέψεις του διέκοψε μια σκιά που τον πλησίασε. Πετάχτηκε όρθιος, δεν μπορεί να τον είχε φτάσει κι η γριά! Τόσο αγύμναστος πια!

Σήκωσε το βλέμμα και την είδε. Και του χαμογέλασε. Κι εκείνος κατέβασε το βλέμμα.

– Νεράκι; τον ρώτησε τρυφερά και του έτεινε ένα μπουκαλάκι

– Με είδες, ε; 

– Όλοι σε είδαμε. απάντησε και κάθισε στο παγκάκι, κάνοντάς του νόημα να καθίσει δίπλα της

– Κι ο… Στέφανος;

– Κι ο Στέφανος. 

– Ρεζίλι σ’ έκανα, ε; Φαντάζομαι τι θα είπαν όλοι… είπε απογοητευμένος και κάθισε δίπλα της

– Ότι πρώτη φορά βλέπουν άνθρωπο να τρέχει τόσο γρήγορα. Ήταν αστείο θέαμα να βλέπεις έναν άντρα με κοιλίτσα, να τρέχει μέσα στη νύχτα με ένα κράνος στο κεφάλι! του χαμογέλασε κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του

– Με… κοιλίτσα; Έτσι είπαν; ξεροκατάπιε ο Μανώλης

– Τρελός είπαν για να ακριβολογούμε. Η κοιλίτσα ήταν δική μου προσθήκη! του είπε γελώντας και του έσφιξε το μπράτσο

– Σου χάλασα τη βραδιά, ε; 

– Είχα από ώρα βαρεθεί. Το μόνο που έκαναν όλοι ήταν να περηφανεύονται για τα δήθεν κατορθώματά τους μετά το λύκειο. Για τις δουλειές τους, τα λεφτά τους… Το καλύτερο που μπορούσε να συμβεί, ήταν να εμφανιστεί ένας κλέφτης και να με πάρει από κει. Και να που ήρθες! Συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να περάσω καλά χωρίς εσένα, Μάνο μου. Όχι, δεν μου χάλασες τη βραδιά, αλλά μου έχεις φτιάξει μια όμορφη ζωή! του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο

– Αλήθεια Βαρβαρούλα μου; την κοίταξε με λατρεία

– Βάνα, Μάνο μου! Βάνα! Πόσες φορές πρέπει να… 

Και η γκρίνια της Βαρβάρας συνεχίστηκε σ’ όλη τη διαδρομή. Και όσο περπατούσαν και όσο ήταν πάνω στη μηχανή και όταν γύρισαν σπίτι, ακόμη κι όταν ξάπλωσαν. Με τη γκρίνια της τον πήρε ο ύπνος, αλλά δεν τον ένοιαζε καθόλου. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν που η Βαρβάρα του ήταν εκεί, δίπλα του, ακόμη κι όταν τα… έκανε μούσκεμα.

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading