Εκείνο το πρωινό, η Αγγελική μπήκε διστακτικά μέσα στο κατάστημα με τα ρούχα στην μικρή της πόλη, για να ξεκινήσει την πρώτη της μέρα. Είχε έναν ενθουσιασμό και μια νευρικότητα μαζί, γιατί ήταν η πρώτη φορά που θα εργαζόταν. Και σίγουρα δεν περίμενε τίποτα από όσα θα ακολουθούσαν…
Στο ισόγειο επιτρεπόταν να είναι μόνο η Νατάσα, η ιδιοκτήτρια. Εκείνη έπρεπε να είναι το πρόσωπο του μαγαζιού. Εκείνη είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Καθοδηγούσε απόλυτα τους υπαλλήλους της, ακόμα και στο πώς θα λένε καλημέρα στους πελάτες. Εκείνη και μόνο εκείνη ήξερε τι ήταν σωστό και οι διαταγές της έπρεπε να εκτελούνται κατά γράμμα. Η Αγγελική πέρασε δύσκολα το πρώτο σοκ των αυστηρών κανονισμών. Εξάλλου τα χρειαζόταν τα χρήματα, όπως γίνεται με όλους. Δεν μπορούσε να πίνει νερό μπροστά στους πελάτες, να φοράει ρούχα άλλης εταιρίας, άρα έπρεπε να ψωνίζει μόνο εντός του καταστήματος. Τα παπούτσια της έπρεπε και αυτά να είναι διαλεγμένα από την ιδιοκτήτρια. Δεν έπρεπε να ακούγεται βαριά η προφορά της και τα μαλλιά της να είναι πάντα πιασμένα σε έναν χαμηλό κότσο.
«Το αφεντικό», προειδοποιούσε μια κοπέλα για να στηθούν οι υπόλοιπες στις θέσεις τους. Στις 9 το πρωί έμπαινε εκείνη στο μαγαζί. Ένα λεπτό μετά ή ένα λεπτό πριν, μπορούσε να κάνει την διαφορά στο αν θα έχουν και αύριο την δουλειά τους.
Πέρασε ο καιρός και η Αγγελική έμαθε να είναι σωστή σε όλα. Όμως ακόμα δεν ήταν όσο τέλεια έπρεπε να είναι. Προσπαθούσε να υπομένει τα καπρίτσια, την πίεση, τις προσβολές. Το τρέξιμο, το μόνιμο άγχος, την κούραση. Να μην φαίνεται η αγωνία αν θα μείνει ξαφνικά χωρίς δουλειά. Να μην δείχνει ότι πεινάει επειδή δεν πρόλαβε να κάνει διάλειμμα ή ότι πονάει από τις πολλές ώρες ορθοστασίας ή ότι της έλειπε το αγόρι της που δεν το έβλεπε πλέον σχεδόν καθόλου.
Ένα μεσημέρι, λίγο πριν το κλείσιμο, η Αγγελική ήταν μέσα στο δοκιμαστήριο και μάζευε τα πεταμένα ρούχα. Από έξω στήθηκαν δύο κοπέλες και άρχισαν να συζητούν ενώ έκαναν ότι τακτοποιούσαν ρούχα στα ράφια.
«Πόσα κιλά έχει πάρει η Αγγελική σε ένα χρόνο που είναι εδώ άραγε;» είπε η μία.
«Δεν προσέχει καθόλου. Και είδες το στόρι με το αγόρι της, ε; Κούκλος αυτός. Ήθελα να ήξερα τι της βρίσκει. Είναι λέει τρία χρόνια μαζί. Θα έχει πάει το κέρατο σύννεφο», χασκογέλασε η άλλη.
«Θα έχει περιουσία στο χωριό μάλλον η χωριατοπούλα», άρχισαν να σπρώχνουν η μία την άλλη και να πνίγουν τα γέλια τους.
Η Αγγελική κατάπιε την ανάσα της. Η Καίτη και η Μαίρη, ήταν τα ίδια δύο κορίτσια που υποτίθεται την στήριζαν όταν την ζόριζε το αφεντικό. Ήταν οι ίδιες που την έβγαλαν από το μπάνιο την μέρα που έκλαιγε και της είπαν ότι δήθεν όλα θα πάνε καλά. Τα δύο κορίτσια που την μάθαιναν να ντύνεται σωστά και να είναι ευπαρουσίαστη στην δουλειά. Και τώρα έβγαλαν ένα μεγάλο φτυάρι, την βάρεσαν και την έθαψαν με αυτό.
«Οι αξίες σου… Ψηλά και σταθερά». Αυτό της έλεγε από μικρή ο μπαμπάς της. Και εκεί μέσα στο δοκιμαστήριο που άκουγε τις άλλες κοπέλες να την κουτσομπολεύουν, γούρλωσε τα μάτια γιατί θυμήθηκε τα λόγια του. Κατάλαβε ότι έβλεπε έναν κόσμο που δεν είχε συνηθίσει και ο πατέρας της την προετοίμαζε χρόνια πριν για αυτό.
«Πόσο δίκιο είχες, ρε μπαμπά…», είπε από μέσα της.
Πώς άραγε να βοηθήσεις το παιδί σου να αντιμετωπίσει την ζήλια, την κακία, τον φθόνο του έξω κόσμου, όταν έχει μεγαλώσει γνωρίζοντας μόνο τι είναι αγάπη, ήθος, αξιοπρέπεια; Αξίες που καταπατούνται καθημερινά γύρω μας. Πώς να βοηθήσεις το παιδί σου όταν δεν θα είσαι πια εκεί; Μια κουβέντα έκανε την διαφορά στην ζωή της Αγγελικής. Γιατί την είπε ο μπαμπάς της και την κρατούσε φυλαχτό για πάντα. Θυμήθηκε αυτόν τον έναν χρόνο τις φορές που πήρε το φταίξιμο για τις άλλες, τις φορές που δεν μίλησε, ή τις φορές που αντέδρασε έντονα και το μετάνιωσε. Είτε γιατί της έκοβε χρήματα από το μισθό η Νατάσα, είτε γιατί της φόρτωνε έξτρα δουλειά. Θυμήθηκε εκείνη τη στάμπα κραγιόν πάνω σε μια λευκή πανάκριβη μπλούζα. Και ότι οι κοπέλες της έδωσαν εκείνο το πρωί ένα κόκκινο κραγιόν για να φωτίσει το πρόσωπό της, όπως είπαν. Θυμήθηκε τα λάθη στο ταμείο, στα τιμολόγια, όλα είχαν πέσει στην δική της πλάτη. Και είχαν βάλει το χεράκι τους εκείνες που μπροστά της υποκρίνονταν τις φίλες της.
«Ποιος το έκανε αυτό;» ούρλιαξε η Νατάσα και έτρεξαν κάτω οι κοπέλες. Η Αγγελική βγήκε αφού έφυγαν και κατέβηκε και εκείνη κάτω. Την είδαν να κρατάει ένα φόρεμα της νέας κολεξιόν που θα έμπαινε βιτρίνα. Από πίσω ήταν ξεχειλωμένο το φερμουάρ ψηλά στην πλάτη. Το βλέμμα της πέρασε άγριο πάνω από κάθε κοπέλα. Και σταμάτησε στην Αγγελική. «Πήγες να το βάλεις;» την έδειξε με το δάχτυλο.
«Όχι», σάστισε εκείνη.
«Τι όχι; Ποια άλλη θα το ξεχείλωνε; Δεν βλέπεις πώς είσαι; Άχρηστη! Ανίκανη να κάνεις ένα πράγμα σωστά. Νομίζεις ότι αξίζεις; Ένα τίποτα είσαι», το πέταξε στα πόδια της. «Να το πας στην μοδίστρα αμέσως. Και μην το χρεώσεις στον λογαριασμό μου», την διέταξε.
Η Αγγελική σήκωσε το φόρεμα και το δίπλωσε. Η Λίζα της έφερε μια τσάντα και το έβαλαν μέσα. Την έσπρωξε απαλά από το μπράτσο να πάνε στον πάνω όροφο.
«Τα κορίτσια…», είπε λυπημένη.
«Ναι», παραδέχτηκε η Λίζα. Ήταν η μόνη που δεν είχε υποκριθεί μια άλλη εκεί μέσα.
«Τι θα κάνω; Νιώθω ότι με τραβάνε κάτω στον βούρκο μαζί τους. Δεν με αναγνωρίζω πια. Θα γίνω σαν αυτές στο τέλος όσο κάθομαι εδώ μέσα. Έχω μηδενιστεί στο φουλ».
«Κοίτα πώς το βλέπω. Δεν θα γίνεις σαν αυτές! Είσαι ένα διαμάντι, Αγγελική! Η καλοσύνη είναι μια αξία που θέλει λοβοτομή για να την χάσεις. Ένα διαμάντι όταν το ρίξεις σε ένα κουβά με βρωμιά, θα είναι ένα λερωμένο διαμάντι. Για λίγο. Μόλις βγεις και πλυθείς, θα λάμψεις ξανά. Αυτοί έχουν ένα διαμάντι ανάμεσά τους. Και δεν μπορούν να γίνουν σαν εσένα. Μην το βάλεις κάτω. Η λάμψη σου δεν θα χαθεί, κορίτσι μου», την αγκάλιασε και σκούπισε τα δάκρυά της.
«Όλα αυτά που λέει το αφεντικό κάθε μέρα… Κάθε μα κάθε μέρα! Πως δεν προσπαθώ αρκετά, πως δεν θα καταφέρω τίποτα στην ζωή μου, πόσο χάλια και ηλίθια είμαι. Έχει σαλέψει το μυαλό μου, το νιώθω!».
«Αγγελική. Εσύ είσαι το αφεντικό σου».
Λίγες μέρες μετά, άφησαν και οι δύο την παραίτησή τους στο γραφείο. Έφυγαν ήσυχα όπως πήγαν. Χωρίς να ξεσκεπάσουν μυστικά, χωρίς φωνές και δράματα, χωρίς να περιμένουν κάτι. Έφυγαν με ψηλά το κεφάλι, με αξιοπρέπεια και ήθος. Ακριβώς όπως πήγαν. Και ένα χρόνο μετά, άνοιξαν το δικό τους μαγαζί με ρούχα μέσα στην πόλη. Και ούτε τότε κατάφεραν να τις σαμποτάρουν. Και ας προσπάθησαν. Γιατί το διαμάντι δεν το χαλάς. Όσο και να θες.
***Η Λίζα και η Νατάσα είναι οι δύο σου φωνές που σου μιλάνε στο μυαλό. Όταν κριτικάρεις εσύ τον εαυτό σου. Όταν λες: «Δεν θα τα καταφέρω, δεν προσπαθώ, είμαι ένα τίποτα». Εσύ κριτικάρεις πρώτη τον εαυτό σου πριν από τους άλλους. Η άλλη φωνή μέσα σου ουρλιάζει ότι είσαι ένα διαμάντι που πρέπει να βρει ξανά την λάμψη του. Γιατί αν εσύ δεν πιστέψεις σε εσένα, δεν θα βρεις γαλήνη και ειρήνη στην ψυχή σου. Αποδέξου και αγάπησε εσένα πρώτη! Και η δικαίωση θα έρθει!
CC
