«’Έχω ένα μωρό’;. Έτσι είπε; Καλά άκουσα;»
«Ναι. Νομίζω το άκουσα και εγώ».
Οι δύο νοσοκόμες έμειναν να κοιτάνε την γυναίκα που έσκουζε από τον πόνο. Της είχαν δώσει ό,τι χρειαζόταν για να μην υποφέρει το σώμα της. Αλλά η καρδιά της σπάραζε.
«Πάρε εκείνον τον αστυνόμο τηλέφωνο. Αυτόν που άφησε την κάρτα του στην Τζένη».
«Πάω», έκλεισε την πόρτα πίσω της και κατευθύνθηκε προς την υποδοχή του νοσοκομείου. Πήρε το τηλέφωνο και ενημέρωσε τον αστυνόμο Γκαρσία για αυτό που άκουσε να λέει η ασθενής.
«Θα το ελέγξω», είπε εκείνος.
Ξεκίνησε την έρευνά του, αλλά σε κανένα αρχείο δεν φαινόταν ότι η Βαλεντίνα είχε γεννήσει ποτέ μωρό. Πήρε τηλέφωνο τον συνάδελφό του και του είπε να πάνε ξανά στο σπίτι της. Στην διαδρομή τον κάλεσαν πάλι από το νοσοκομείο, πως ο γυναικολόγος διαβεβαίωσε ότι αυτή η γυναίκα είχε γεννήσει πιθανόν πάνω από μια φορά. Ο αστυνόμος σκέφτηκε για μια στιγμή μήπως η γυναίκα δεν είχε δώσει το πραγματικό της όνομα.
Η γειτονιά που ζούσε η Βαλεντίνα ήταν κακόφημη. Το καμένο σπίτι ξεπρόβαλε στην γωνία και οι δύο άντρες πάρκαραν από έξω. Πέρασαν τις κόκκινες κορδέλες και μπήκαν μέσα.
«Τι ψάχνουμε;» ρώτησε ο συνάδελφος του.
«Ένα στοιχείο», κοίταξε προσεχτικά γύρω του.
Προχώρησαν προς το υπνοδωμάτιο. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος που να μαρτυρούσε ότι εκεί μέσα ζούσε παιδί. Το κρεβάτι είχε πέσει και τα κομοδίνα είχαν σχεδόν λιώσει. Προσπάθησε να σκεφτεί από ποια πλευρά κοιμόταν η γυναίκα. Σήκωσε ό,τι είχε απομείνει από το στρώμα από την πλευρά που φαινόταν ότι υπήρχε κάποτε ένα φωτιστικό. Τράβηξε μια μισοκαμμένη φωτογραφία. Μια ηλικιωμένη γυναίκα τους χαμογελούσε. Την έβαλε προσεχτικά σε ένα διάφανο σακουλάκι και την έδειξε στον συνάδελφό του.
«Πάμε», του έκανε νόημα και την φύλαξε στο σακάκι του.
Την επόμενη μέρα πήγαν στο σπίτι της ηλικιωμένης. Ήταν στα νιάτα της δημοτική υπάλληλος και βοηθούσε στην πρόνοια. Πλέον είχε βγει στην σύνταξη και ζούσε στην άλλη πλευρά της πόλης σε ένα σημείο όπου υπήρχαν πολλά σπίτια που έμεναν οικογενειάρχες. Από έξω είχαν όλα κήπους και ακριβά αυτοκίνητα παρκαρισμένα.
«Κυρία Ρόζα; Αστυνομία! Ανοίξτε παρακαλώ!» χτύπησαν πολλές φορές την πόρτα χωρίς απάντηση.
Έκαναν νόημα ο ένας στον άλλον να κινηθούν κυκλικά γύρω από τον κήπο. Δύο ζευγάρια μάτια τους παρακολουθούσαν από το διπλανό σπίτι. Η πίσω πόρτα ήταν σπασμένη. Έκαναν πάλι νόημα μεταξύ τους πώς θα προχωρήσουν. Συμφώνησαν και μπήκαν. Το νεκρό σώμα της γυναίκας φαινόταν πεσμένο πίσω από τον πάγκο της κουζίνας. Μερικά πιάτα ήταν σπασμένα δίπλα της. Μια κατσαρόλα φαινόταν ότι ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε αρπάξει.
«Αγρίμια», μουρμούρισε ο αστυνόμος βλέποντάς την.
«Κοίτα», είπε ο συνάδελφος του και έδειξε τα μπιμπερό από το μισανοιγμένο ντουλάπι.
«Πάμε μέσα».
Προχώρησαν προς την κρεβατοκάμαρα. Πάνω στο κρεβάτι ήταν διπλωμένα προσεχτικά βρεφικά κουβερτάκια και ρούχα. Δίπλα μια κούνια. Δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο. Να μην το έβρισκε ζωντανό ή να μην το έβρισκε καθόλου. Κοίταξε μέσα. Με μια απότομη κίνηση ανακάτεψε τα σεντόνια. Έσφιξε τα κάγκελα της κούνιας.
«Πού είναι το μωρό;» απελπίστηκε.
Βγαίνοντας έξω, έπιασε το μάτι του την κουρτίνα να τραβιέται από το διπλανό σπίτι. Δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να ενοχλήσει τώρα πριν έρθουν οι υπόλοιποι. Είπε στον συνάδελφό του να ειδοποιήσει για το περιστατικό και να περιμένει στο αμάξι. Τελικά γύρισε πίσω και χτύπησε την πόρτα του γειτονικού σπιτιού. Δύο νεαρά αγόρια άνοιξαν διστακτικά την πόρτα.
«Καλημέρα. Είμαι ο αστυνόμος Γκαρσία», έδειξε το σήμα του. «Είναι κάποιος ενήλικας μαζί σας;»
«Ναι. Η γιαγιά μας, αλλά έχει πεταχτεί στην αγορά».
«Πόσο χρονών είστε;»
«12 εγώ και 11 ο αδερφός μου».
«Οι γονείς σας;»
«Λείπουν διακοπές».
«Και σας προσέχει η γιαγιά, λοιπόν. Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση. Μήπως έτυχε να ακούσετε φασαρία χτες το βράδυ; Έξω στον δρόμο; Ή στο διπλανό σπίτι;»
Τα αγόρια κούνησαν αρνητικά το κεφάλι. Ο αστυνόμος έφυγε. Τα αγόρια έτρεξαν στην αποθήκη και κλειδώθηκαν εκεί. Η γιαγιά γύρισε λίγο μετά και άφησε τα ψώνια στον πάγκο της κουζίνας. Ένα από τα αγόρια την άκουσε και έτρεξε κοντά της.
«Με τρόμαξες! Το ξέρεις ότι πρέπει να με προειδοποιείς, παιδί μου».
«Συγγνώμη, βρε γιαγιά. Ήρθα να σε βοηθήσω με τα πράγματα».
«Ευχαριστώ, παιδί μου, έλα, βάλε τα φρούτα και τα λαχανικά στο ψυγείο. Και αυτό είναι το κουτί με το γάλα που μου ζητήσατε. Δεν νομίζω να μαζέψατε καμία γάτα πάλι στην αποθήκη. Δεν βλέπω και δεν ακούω καλά, αλλά μην νομίζετε ότι θα κάνετε ό,τι θέλετε, ναι;»
«Αχ, γιαγιά μου, είσαι τέλεια!» άρπαξε το κουτί και εξαφανίστηκε πάλι στην αποθήκη.
Η γιαγιά κουνούσε το κεφάλι με τα καμώματά τους. Κοίταξε έξω από το παράθυρο της κουζίνας. Δεν είχε έρθει για καφέ εκείνο το πρωί η γειτόνισσα, η Ρόζα, όπως συνήθως. Μάλλον θα ετοίμαζε το σπίτι να υποδεχτεί και αυτή τα εγγόνια της, σκεφτόταν. Από μωρά έπαιζαν μαζί με τα δικά της, μια στο ένα σπίτι και μια στο άλλο. Παρατήρησε ένα αμάξι παρκαρισμένο στον δρόμο. Λίγο μετά, είδε πολλά να καταφθάνουν το ένα μετά το άλλο. Και να μπαίνουν στο σπίτι της Ρόζας. Σταυροκοπήθηκε και βγήκε έξω τρέμοντας.
Ο αστυνόμος Γκαρσία ήταν ακόμα εκεί. Την σταμάτησε στον δρόμο και προσπάθησε να την ηρεμήσει. Μιλούσε δυνατά για να τον ακούει η ηλικιωμένη. Εκείνη του είπε κλαίγοντας ότι η γειτόνισσά της ήταν μια εξαίρετη κυρία που κοιτούσε μόνο το σπίτι της και τα παιδιά της. Η μόνη της ασχολία ήταν ο κήπος και τα εγγόνια της. Και να πίνουν ένα καφεδάκι παρέα κάθε πρωί.
«Πόσα εγγόνια;»
«Δύο αγόρια σαν τα δικά μου. Α! Και ένα μωρό».
«Ένα μωρό;»
«Ναι, το χρυσό μου. Αγοράκι και αυτό. Πανέμορφο το μικρούλι», σκούπισε τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο που της έδωσε ο αστυνόμος. Ο συνάδελφος τους διέκοψε και τον πήρε παραπέρα.
«Βρήκαν ένα κομμάτι από βρεφικό ρούχο μέσα σε μια κρυψώνα στην κουζίνα».
«Πίστευα ότι υπήρχε χρόνος να φύγει από την πίσω πόρτα και δεν το έκανε. Έμεινε και πάλεψε. Γιατί είχε κρύψει το μωρό κοντά της. Μάλλον από την φασαρία στον ίδιο χώρο δεν ακούστηκε. Βρήκαν αποτυπώματα;»
«Ναι. Ταιριάζουν με τους άντρες από την συμμορία της πόλης. Τους είχαμε ανακρίνει πριν ένα χρόνο για την δολοφονία στο εργοστάσιο, θυμάσαι;»
«Ο άντρας και το μωρό», έτριψε το μέτωπό του. «Θυμάμαι. Τι σχέση έχει όμως μαζί τους αυτή η ηλικιωμένη; Μίλησες με το νοσοκομείο; Έχει συνέλθει η Βαλεντίνα; Θέλω να της μιλήσω ξανά».
«Θα επικοινωνήσω αμέσως».
Θυμόταν το καμένο εργοστάσιο. Ίδια τακτική. Η εικόνα του άντρα αγκαλιά με ένα βρεφικό κουβερτάκι. Είχε συγκλονιστεί όλο το τμήμα. Περισσότερο από την αλαζονεία και την αυθάδεια των υπόπτων. Δεν είχαν αρκετά στοιχεία, μόνο έναν μάρτυρα που εξαφανίστηκε μετά από λίγο. Δεν βρέθηκε ποτέ το μωρό. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι θα γινόταν ξανά και σε αυτήν την υπόθεση.
Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του και αναστέναζε. Πέταξε τα παπλώματα και πήγε στο σαλόνι. Έβαλε ένα ουίσκι και έκατσε δίπλα στις ανακατεμένες του σημειώσεις. Δεν τις άνοιξε. Προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του πριν τις δει ξανά. Οι υπόλοιποι ήταν έξω ακόμα στην έρευνα. Έψαχναν. Μακάρι να έβρισκαν την σύνδεση στην υπόθεση. Μακάρι να μπορούσε να μιλήσει η Βαλεντίνα. Μακάρι να μην ήταν αργά.
Άρπαξε τα κλειδιά και μπήκε στο αμάξι. Πήγε στην γειτονιά της Ρόζας. Έσβησε το αμάξι και έκατσε στο σκοτάδι. Κοιτούσε το σπίτι της γιαγιάς με τα αγόρια. Είδε φως να ανάβει στην αποθήκη. Βγήκε αθόρυβα και πλησίασε πλαγίως. Στάθηκε πίσω από ένα θάμνο. Ένα από τα αγόρια βγήκε και το άλλο του άνοιξε την πόρτα της αποθήκης από μέσα. Κρατούσε ένα μπουκάλι με γάλα στα χέρια του. Ένα αυτοκίνητο φρέναρε απότομα μπροστά. Άλλο ένα από πίσω του. Ο αστυνόμος είδε τέσσερις άντρες να βγαίνουν και να βαράνε τις πόρτες των αμαξιών. Πήγαιναν προς το σπίτι των παιδιών. Ζήτησε ενισχύσεις και κρύφτηκε καλύτερα. Είδε από το παράθυρο να κατεβάζουν την γιαγιά σηκωτή. Να βγαίνουν στην πίσω αυλή. Να χτυπάνε επίμονα την πόρτα της αποθήκης. Έσπασαν την πόρτα και τράβηξαν βίαια τα αγόρια έξω. Το ένα κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Έκλαιγαν και οι τρεις.
«Δεν ήξερες, παλιόγρια;» την χτύπησε ο ένας.
«Είπε ότι ήταν εγγόνι της και αυτό. Αλλά και να ήξερα δεν θα σας έλεγα!»
«Δεν είδες τι έπαθε η φίλη σου;» την σημάδεψε με το όπλο του.
«Μπράβο της για αυτό που έκανε! Ήταν άξια! Εσείς; Αθεόφοβοι. Είναι ένα μωρό!» μπήκε μπροστά από τα εγγόνια της και άνοιξε τα χέρια της. «Όταν σας πω, τρέξτε», ψιθύρισε στα παιδιά.
«Αστυνομία!» πετάχτηκε ο Γκαρσία.
«Τρέξτε!» φώναξε η γιαγιά.
Οι ενισχύσεις κατέφθασαν. Μια σφαίρα πέτυχε την ηλικιωμένη στην κοιλιά. Δύο τον αστυνόμο στον ώμο. Οι αστυνομικοί πέτυχαν και τους τέσσερις στο κεφάλι.
Η Βαλεντίνα άνοιξε τα μάτια της. Ο αστυνόμος της χαμογέλασε. Το χέρι του ήταν δεμένο και θα έμενε εκτός για ένα διάστημα. Ήθελε να ανακοινώσει όμως ο ίδιος τα καλά νέα.
«Δεν μπορείς ακόμα να το πάρεις αγκαλιά, αλλά μπορείς να ησυχάσεις πια», κάλεσε κοντά του τα δύο αγόρια και της έδειξε το μωρό που κρατούσε τυλιγμένο η νοσοκόμα. «Αυτά τα αγόρια το έσωσαν. Δυστυχώς εκείνοι βρήκαν πού έμενε η Ρόζα. Πρόλαβε να το κρύψει. Σε μια κρυψώνα που ήξεραν καλά τα αγόρια που έπαιζαν συχνά στο σπίτι της. Άκουσαν φασαρία και είδαν από το παράθυρο τους μαυροντυμένους άντρες να φεύγουν μες τη νύχτα. Πήγαν και πήραν το μωρό. Δυστυχώς ήταν αργά να βοηθήσουν και την γυναίκα που σου το φρόντιζε. Το έκρυψαν γιατί φοβήθηκαν ότι οι κακοί θα επιστρέψουν. Και ευτυχώς τότε ήμασταν εμείς εκεί. Η γιαγιά τους μπήκε μπροστά να τα προστατεύσει. Τραυματίστηκε αλλά θα γίνει καλά».
«Σώσε το μωρό», μουρμούρισε εκείνη.
Έφυγε προβληματισμένος. Σκεφτόταν… Σκεφτόταν… Γιατί ήταν ακόμα ταραγμένη η Βαλεντίνα; Κάτι δεν πήγαινε καλά. Κλωτσούσε το ένστικτό του.
Τις επόμενες μέρες, άνοιξε ξανά την υπόθεση του εργοστασίου. Μίλησε με τους πληροφοριοδότες του και βρήκε μια τοποθεσία. Κανόνισε και έγινε έφοδος το βράδυ. Ευχόταν να είχε δίκιο και αυτό που είχε ανακαλύψει να έβαζε τέλος στο μαρτύριο της Βαλεντίνας.
Επέστρεψε ξανά στο νοσοκομείο. Μπήκε στο δωμάτιό της. Περίμενε να τελειώσουν οι νοσοκόμες τον καθαρισμό των εγκαυμάτων της. Πήγε κοντά της και εκείνη τον κοίταξε ελπίζοντας σε ένα θαύμα. Ότι την είχε καταλάβει. Ότι τα είχε καταφέρει.
«Βρήκαμε και το άλλο σου μωρό. Δεν έζησε κανείς άλλος. Τότε στο εργοστάσιο πριν ένα χρόνο… Ήταν ο αδερφός σου. Πέθανε προστατεύοντάς το. Τελείωσε τώρα, Βαλεντίνα. Είσαι ασφαλής. Και εσύ και τα παιδιά σου. Όταν γίνεις καλά, θα τα έχεις ξανά και τα δύο κοντά σου».
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της και ήταν το σιωπηλό ευχαριστώ που έλεγε σε εκείνον τον αστυνόμο. Σε πόσους δεν είχε μιλήσει, δεν είχε ζητήσει βοήθεια και προστασία από τον άντρα που την κακοποιούσε. Κανένας δεν τον άγγιζε. Εκείνη ήταν μικρή και αυτός πανίσχυρος. Το πρώτο μωρό το γέννησε στο σπίτι με μια μαμή. Δίπλα ήταν αυτός για να κάνει εκείνος κουμάντο. Της το πήρε αμέσως. Ειδικά επειδή ήταν γιος. Έμεινε ξανά έγκυος. Με το ζόρι. Έφυγε, κρύφτηκε. Γέννησε ξανά στο σπίτι, με την Ρόζα, τον φύλακα άγγελό της. Όμως τα έμαθε όλα και την κυνήγησε ξανά να πάρει και το άλλο. Και ας τα έκαιγε όλα στο πέρασμά του. Και τώρα ο αστυνόμος αυτός την έσωσε χωρίς καν να του μιλήσει. Έσωσε τα παιδιά της. Έσωσε εκείνη.
«Τα αγόρια πώς τα λένε;» είπε με δυσκολία.
« Μάρκος και Πέτρος».
«Έτσι θα τα ονομάσω», ψιθύρισε και έκλεισε τα μάτια. Πλέον μπορούσε να ονειρευτεί ξανά. Επιτέλους ήταν ελεύθερη.
CC
