Είχε φτάσει η μέρα της μετακόμισης και τελικά ήταν πιο δύσκολο από όσο πίστευε. Ξαφνικά, δεν ένιωθε έτοιμη να αφήσει την οικογένειά της, την γειτονιά της, τις φίλες της. Ξαφνικά μετάνιωσε που δέχτηκε αυτή την αλλαγή ζωής. Ποιος να της το ‘λεγε, ότι θα γινόταν κι αυτή, άλλο ένα θύμα της οικονομικής κρίσης…
Να πεις πως δεν εξάντλησε ο έρμος ο άντρας της όλα τα περιθώρια; Το πάλεψε πολύ, μα ο κορονοϊός, ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Είχε ρίξει πολύ τις τιμές στα ρούχα, έκανε συνέχεια προσφορές, μα ούτε τα πάγια έξοδα, ενοίκιο, ρεύμα και ασφαλιστικό ταμείο, δεν κάλυπταν πια τα έσοδα του μαγαζιού. Έψαχνε λύσεις, μα όλα οδήγησαν στην απόφαση να φύγουν από την Αθήνα. Είχε έρθει η ώρα η Ελευθερία, να ακολουθήσει τον άντρα της στην γενέτειρα της πεθεράς της, στα Καλά Νερά Βόλου. Τόσα χρόνια, άκουγε ιστορίες από τον Αίαντα για τις επισκέψεις του στο χωριό της μαμάς του τα καλοκαίρια, που ήταν παιδί κι αργότερα έφηβος. Έχασε την μάνα του πολύ νωρίς, όταν ήταν μόλις είκοσι χρονών κι από τότε, δεν έτυχε… δεν ήθελε… δεν πήγαινε πια στο χωριό κι ας έκαναν παράπονα ο παππούς και η γιαγιά του. Στις κηδείες τους πάτησε μόνο το πόδι του στον τόπο εκείνο. Ενάμιση χρόνο μετά την μαμά του, έφυγε η γιαγιά και λίγους μήνες μετά κι ο παππούς. Δεν τους είχε μείνει πια ζωή, αφού πριν χρόνια είχαν θάψει και τον γιο τους. Τότε έσφιξαν τα δόντια, μπάλωναν κάθε μέρα την πληγή που αιμορραγούσε, με το να βλέπουν τη πορεία της κόρης τους. Με τον χαμό και του δεύτερου παιδιού τους, δεν άντεξαν τον καημό, τον πόνο της διπλής απώλειας. Η ζωή τους είχε τελειώσει οριστικά, τη στιγμή που έθαψαν και την κόρη τους.
Μαύρη πέτρα είχε ρίξει πίσω του ο Αίαντας. Μόνο τις ιστορίες και τις μνήμες που τον συνέδεαν με το χωριό κρατούσε ζωντανές και του άρεσε να τις διηγείται. Και τώρα, είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά από την τελευταία φορά που έμεινε στο σπίτι εκείνο, θα επέστρεφε, κι όχι μόνο για ολιγοήμερες διακοπές όπως τότε, αλλά για να ενταχθεί στη ζωή του χωριού μόνιμα. Εκεί τουλάχιστον υπήρχε το σπίτι, κληρονομιά από την μαμά του, δεν θα ήταν στο δυσβάσταχτο ενοίκιο της πρωτεύουσας και είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί το επάνω μέρος του διώροφου, σαν rbnb, αφού, ενώ ήταν κανονικό σπίτι, δεν το χρησιμοποίησαν ποτέ. Το έφτιαξε ο παππούς του, για τον θείο Μάκη, τον αδερφό της μάνας του, που όμως στα είκοσι οχτώ του σκοτώθηκε σε τροχαίο και έμεινε έτσι, ένα αδειανό σπίτι, που δεν επιπλώθηκε ποτέ, που δεν ευλογήθηκε με χαρές και γέλια, παρά μόνο με σκιές και δάκρυα. Έμενε εκεί, να θυμίζει σε όλους πόσο σύντομη μπορεί να είναι η ζωή, πόσο απρόβλεπτη και πόσο σκληρή. Θα έβαζε στο επάνω τα έπιπλα και τις ηλεκτρικές συσκευές που είχε κάτω το σπίτι της μαμάς του και θα μπορούσε άμεσα να το προωθήσει στο ίντερνετ.
Το σπίτι ήταν μια ανάσα από τη θάλασσα. Στα πενήντα μέτρα από την αυλή, έβρεχες τα πόδια σου στα κρυστάλλινα νερά. Πολύ όμορφη τοποθεσία, που έμενε ανεκμετάλλευτη τόσα χρόνια. Μέσα στην καραντίνα, που ήταν κλειστό το οικογενειακό μαγαζί ρουχισμού, του γεννήθηκε η ιδέα, μα δε τολμούσε να την αποκαλύψει στην Ελευθερία. Ήξερε το δέσιμο με τους γονείς της, τον αδερφό της, την κολλητή της. Το πολέμησε με κάθε τρόπο, μα οι πληγές που είχε αφήσει αυτός ο εγκλεισμός, ήταν μη αντιμετωπίσιμες πια. Κι αφού κι ο πατέρας του, βγήκε στη σύνταξη, το να κλείσουν το μαγαζί που εκείνος δημιούργησε πριν σαράντα εφτά χρόνια, ήταν μονόδρομος. Ούτε του Αίαντα του ήταν εύκολο να τον αφήσει μόνο, αφού ποτέ δεν θέλησε αυτά τα είκοσι χρόνια που έχασε τη γυναίκα του ξαφνικά, να βρει μια άλλη κι ας ήταν τότε, πολύ νέος ακόμα. Κάποιοι άνθρωποι το “για πάντα” που ορκίστηκαν κάποτε, το κρατούν φυλαχτό, είτε με το ταίρι τους μαζί, είτε μείνουν μόνοι. Του υποσχέθηκε, ότι θα τους επισκέπτεται συχνά, του έδωσε την ευχή του και η αγκαλιά τους κράτησε κάποιες στιγμές, χωρίς άλλα λόγια.
Στο χωριό, οι μεγαλύτεροι, που τον θυμόντουσαν από παιδί, που αγαπούσαν τη μάνα του, σα φίλη και γειτόνισσα, τους καλοδέχτηκαν. Οι παλιές ιστορίες και η συγκίνηση αναπόφευκτα. Οι νεότεροι, οι συνομήλικοί του σαραντάρηδες, δε φάνηκαν το ίδιο φιλικοί. Δεν έδωσε σημασία, είχε πολλά θέματα να διευθετήσει. Στην αυλή υπήρχε και το μικρό, παλιό εργαστήριο του καλλιτέχνη παππού, που έφτιαχνε πήλινα. Κι αν είχε από κει μέσα μνήμες, να χαλάει τον πηλό του παππού, να λερώνει τα χέρια και τα ρούχα του και να τον κυνηγάνε όλοι. Σκεφτόταν, αν πήγαινε καλά το rbnb, να επενδύσει κι εκεί, τροποποιώντας το σε στούντιο.
Με τα τρεχάματα, τις υποχρεώσεις και την προσαρμογή στα νέα δεδομένα, δύο εβδομάδες πια στη νέα τους ζωή, είχε αμελήσει να πάει να δει τον μοναδικό γείτονα που του έλειπε τόσο πολύ αυτά τα είκοσι χρόνια που δεν είχε επισκεφθεί το χωριό και του έκανε εντύπωση πως ούτε εκείνος επιδίωξε να τον συναντήσει. Σίγουρα είχε μάθει τον ερχομό του. Ένας φράχτης τους χώριζε, άσε που και να ήθελε να κρατήσει κάποιος κάτι κρυφό σε αυτόν τον τόπο, δεν ήταν διόλου εύκολο.
Τον Σταύρο, από μωρό τον αποκαλούσε Στάβο κι εκείνος του το θύμιζε κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Από την πίσω πλευρά του σπιτιού τους, πήγαινε στον φράχτη που χώριζε τα δύο οικόπεδα και φώναζε φορώντας μόνο το πάμπερς του “Στάβοοοοο, Στάβοοοοο” κι εκείνος πάντα χαμογελαστός και ευδιάθετος κατέβαινε τα σκαλιά κρατώντας ένα κουλουράκι, μια σοκολάτα, οτιδήποτε και γονάτιζε στην αυλή του. Ανάμεσα από το συρματόπλεγμα έμπλεκαν τα δάχτυλά τους και μιλούσαν. Κι αργότερα, τον θυμόταν πάντα να τον συμβουλεύει με αγάπη και διακριτικά να του βάζει εικοσάευρα στη τσέπη. Ένας γεροδεμένος άντρας, καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερος από τον παππού του, αλλά τους θυμόταν πάντα να κάνουν πολύ παρέα. Στην κηδεία του παππού του τον είδε τελευταία φορά, που ήταν φανερά πικραμένος. Τον αγκάλιασε σφιχτά, του ψιθύρισε, “να τον θυμάσαι πάντα, ήταν καλός άνθρωπος”, του έβαλε χωρίς να το καταλάβει, στην τσέπη του σακακιού πενήντα ευρώ και έφυγε. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Τα κουτσομπολιά έλεγαν ότι είχε μια ερωτική απογοήτευση με μία ξένη, μια Γερμανίδα τουρίστρια που είχε βρεθεί στα μέρη τους, την ερωτεύτηκε, ήθελε να την κρατήσει εκεί μαζί του, μα τελικά εκείνη αποδείχθηκε παντρεμένη με παιδιά στην πατρίδα της. Ποτέ δεν έμαθε ο Αίαντας αν ίσχυαν όλα αυτά που ακούγονταν. Μα, μεγαλώνοντας έμαθε κάτι σίγουρα. Πως ο κόσμος πάντα ασχολιόταν με τις ζωές των άλλων για να κρύβει τη δική του.
Πόσα και πόσα άκουγε από παιδί μέχρι και την κηδεία της μάνας του. Ήταν αυτό το κομμάτι του χωριού που δε μπορούσε με τίποτα να συνηθίσει, να αποδεχτεί. Και ήταν και ένας ακόμα λόγος που τον απέτρεπε τόσο καιρό να πάρεις την απόφαση να ζήσει την υπόλοιπη του ζωή εκεί. Μάθαινε νέα του κάπου κάπου, όταν μιλούσε στο τηλέφωνο με συγγενείς. Πάντα ρωτούσε για την αγαπημένη φιγούρα των παιδικών του αναμνήσεων. Παρέμενε σταθερά μόνος, με τα λουλούδια και τα δέντρα του στον κήπο. Μοναχικός άνθρωπος, κληρονόμος μιας ιδιαίτερα πλούσιας οικογένειας και χωρίς συγγενείς πρώτου βαθμού από όταν έχασε τους γονείς του. Κάτι μακρινοί μόνο, στην πρωτεύουσα, που δεν είχε σχέσεις. Άνθρωπος πολύ απλός, χωρίς επίδειξη πλούτου, χωρίς πολυτελή σπίτια, κότερα και ακριβά αμάξια, χωρίς ύφος και τουπέ.
Όποιος τον γνώριζε πρώτη φορά, σίγουρα δεν έβλεπε μπροστά του έναν πλούσιο. Του άρεσε η απλότητα, η καλή παρέα, ένα τσιπουράκι στην αυλή, το πρωϊνό του μπάνιο στη θάλασσα με την ανατολή του ηλίου. Τριγυρνούσε με ένα φανελάκι και μια βερμούδα το καλοκαίρι και σε μακριά εκδοχή τον χειμώνα, βοηθούσε πολύ κόσμο στα μέρη του αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες και είχε μια καλή κουβέντα για όλους κι ας ήξερε ότι κάποιοι τον εκμεταλλεύτηκαν, άλλοι τον κακολογούσαν κι άλλοι τον κουτσομπόλευαν.
Πήγε στην πίσω μεριά και φώναξε το όνομά του δυνατά, αρκετές φορές. Καμία κίνηση. Γενικά, πώς δεν το είχε προσέξει; Το σπίτι έμοιαζε παραμελημένο. Σα να μην υπήρχε ζωή μέσα. Δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Λίγη ώρα μετά προσπάθησε ξανά, χωρίς αποτέλεσμα.
Την επόμενη μέρα ξανά, σε διαφορετικές στιγμές, μα ο Σταύρος πουθενά. Ρώτησε μία θεία του που έμενε στα πρώτα σπίτια του χωριού και του είπε ότι δεν ήξερε τίποτα. Έτσι, πήρε την απόφαση να ρωτήσει εκεί γύρω στο σπίτι του, κι ας μη του άρεσε η ιδέα. Ήξερε πως τον έβλεπαν σαν τον ξένο, τον αποτυχημένο, που μην έχοντας επιλογή, πάτησε τα χώματά τους και τους απέφευγε. Αλλά κι εκείνοι ολοφάνερα δεν ήθελαν πολλά πολλά μαζί του, οριακά του έδειχναν ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτος, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί.
– Πάνο, τι γίνεται;
– Καλά Αίαντα, στον αγώνα. Εσύ;
” Ποιον αγώνα βρε μουσίτσα, με την τρία μέτρα ολοκαίνουργια BMW που κυκλοφορείς στους καρόδρομους μας;” ήθελε να του πει, αλλά συγκρατήθηκε. Για άλλο λόγο έριξε τα μούτρα του κι έπρεπε να εστιάσει εκεί.
– Ρε συ, ο Σταύρος που είναι εξαφανισμένος;
– Ο Σταύρος; Ποιος Σταύρος;
– Εδώ ρε, πίσω από μας, ο Σταύρος, ο φίλος του παππού μου.
– Πού τον θυμήθηκες; Ούτε ξέρω από πότε έχω να τον δω.
– Σοβαρά; Και πού είναι; Αυτός δεν κουνούσε ρούπι από δω.
– Τι να σου πω, δεν ξέρω…
Το ίδιο απόγευμα σταμάτησε στον δρόμο τον άλλο γείτονα.
– Καλησπέρα Νίκο.
– Γεια χαρά.
– Να σε ρωτήσω, ξέρεις πού είναι ο Σταύρος;
– Ποιος Σταύρος ρε;
– Πίσω από μένα ρε Νίκο, ο Σταύρος ο Παπαδήμου.
– Α! Πολύ καιρό έχω να τον δω.
– Καλά, δεν ξέρετε πού είναι, τι κάνει;
– Όχι αδερφέ, που να ξέρουμε!
” Έλα ντε! Πού να ξέρετε; Εδώ ξέρετε τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες κάθε σπιτιού, αφού παρακολουθείτε από τις κλειδαρότρυπες, ο Σταύρος σας ξέφυγε” σκεφτόταν και κατευθύνθηκε πιο κάτω στον δρόμο. Στην αυλή πέτυχε το πρακτορείο ρόιτερ της γειτονιάς. Άνοιγαν κάτι κουτιά με πανάκριβες τσάντες και γόβες και τα καμάρωναν.
– Έλενα, Βούλα, τι κάνετε;
Εκείνες έμειναν έκπληκτες, αφού ο καινούργιος τους γείτονας δεν τους είχε συνηθίσει όσες μέρες ήταν κοντά τους σε χαιρετούρες. Έβαζαν άγαρμπα τα πράγματα στα κουτιά σα να τις έπιασε στα πράσα από κάτι κακό. Δεν κατάλαβε αυτή τους την αντίδραση, αλλά ούτε και ασχολήθηκε.
– Καλά, εσύ;, απάντησαν χορωδιακά, με μια φωνή.
– Ρε κορίτσια, εσείς που ξέρετε εδώ τους πάντες και τα πάντα, για πείτε μου, ο Σταύρος πού είναι χαμένος;
– Ποιος Σταύρος;
– Αααα θα με τρελάνετε όλοι, “ποιος Σταύρος και ποιος Σταύρος”. Έναν έχουμε εδώ στη γειτονιά, τον Παπαδήμου.
Κοιτάχτηκαν οι γυναίκες και πήρε τον λόγο η Βούλα.
– Κανείς δεν ξέρει. Χάσαμε τα ίχνη του πολύ καιρό τώρα.
– Δηλαδή, πόσο πολύ καιρό;
– Θα ‘ναι κανένας χρόνος. Εεεε Έλενα;
– Ναι, ναι, σίγουρα χρόνος.
– Καλά και δεν ξέρετε πού είναι;
– Όχι, πού να ξέρουμε;
– Εσείς; Δεν ξέρετε;
– Εμείς Αίαντα, εμείς! Δεν ξέρουμε. Υπονοείς κάτι;
– Όχι ρε κορίτσια, τίποτα.
Διηγήθηκε τους διαλόγους του στην Ελευθερία και φαινόταν πολύ ανήσυχος.
– Βρε αγόρι μου, μπορεί ο άνθρωπος να πήγε στην Αθήνα, μπορεί οπουδήποτε. Αφού από όσο μου έχεις πει, λεφτά έχει.
– Ρε μωρό μου, όταν ήταν πιο νέος και δεν ξεκουνιόταν. Τώρα στα ογδόντα του θα έφευγε; Το λατρεύει το χωριό, την ησυχία του. Δεν με εκπλήσσει όμως τόσο αυτό. Το πιο ύποπτο είναι ότι όλοι έκαναν σα να μη καταλάβαιναν για ποιον ρωτάω, σα να τον ξέχασαν πια και κανείς να μη ξέρει πού είναι. Εδώ, αυτοί ξέρουν πιο μπροστά και από τους ενδιαφερόμενους, κάθε τι που συμβαίνει.
Κάτι δεν του άρεσε σε όλο αυτό, κάτι δεν του κολλούσε. Ένας γείτονάς τους εξαφανίστηκε κι εκείνοι, που ήταν τα μάτια και τα αυτιά της περιοχής, δεν ήξεραν, δεν άκουσαν, δεν είδαν. Δεν ρώτησε κανέναν τίποτα άλλο, μα δεν σταμάτησε να τον τρώει η περιέργεια για το πού μπορεί να βρίσκεται ο Σταύρος και γιατί κανείς δεν του δίνει απαντήσεις. Συνέχισε κανονικά, όπως πριν, να προσπερνάει τον τρόπο που του έριχναν λοξές ματιές. Λίγες μέρες μετά, που επισκεύαζε κάτι στην πίσω αυλή, είδε στο σπίτι μπροστά του, την κουρτίνα από το παράθυρο του μικρού δωματίου, που το είχε αποθήκη ο Σταύρος, να ανεμίζει.
“Τι γίνεται; Ανοιχτό παράθυρο στο κλειστό σπίτι;”, μονολόγησε ο Αίαντας και ξαφνικά, μια ανάμνηση ήρθε στο νου του. Τότε, πιτσιρικάς, δέκα, έντεκα χρονών, που καθόταν στην ίδια θέση και έβλεπε ακριβώς την ίδια εικόνα. Μόνο που τότε, θυμάται τον Σταύρο να βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο και να του φωνάζει, “πιτσιρίκο, έλα από το πορτάκι, ξέρεις εσύ, να σου δώσω παγωτό”. Αυτό ήταν! Θα έμπαινε στο σπίτι από το πίσω πορτάκι που του είχε δείξει το κόλπο ο Σταύρος όταν ήταν μικρούλης, να ανοίγει την κλειδαριά χωρίς κλειδί. Ίσως ανακάλυπτε κάτι.
Το ίδιο βράδυ, αργά, όταν πια τουρίστες και ντόπιοι ξεκουράζονταν, πήδηξε την καγκελόπορτα και κατευθύνθηκε στο πορτάκι της αποθήκης. Με το γνωστό κατέβασμα με το νύχι, σε μια εγκοπή, στην γλώσσα της κλειδαριάς και οι μνήμες ζωντάνεψαν. Πήγε πίσω πολλά χρόνια, όταν με τα μικρά χεράκια του έκανε το ίδιο και ο πολλά χρόνια μεγαλύτερός του φίλος, έσκυβε, τον αγκάλιαζε και τον κερνούσε ό,τι απαγορευμένο από την μαμά του, λαχταρούσε!
Περιπλανήθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού, άγγιξε τις φωτογραφίες του Σταύρου που σε όλες ήταν τόσο χαμογελαστός και ήταν σα να μη πέρασε μια μέρα από τότε που ήταν μικρός. Όλα στην ίδια θέση, όλα όπως τα θυμόταν. Με την άκρη του ματιού του είδε ένα συρτάρι στο γραφείο παραδίπλα, μισάνοιχτο. Του κίνησε την περιέργεια, πλησίασε, το άνοιξε και είδε κάτι χαρτιά από ένα γηροκομείο στο Βόλο. Τα πήρε στα χέρια του και όταν τα διάβασε έμεινε παγωμένος. Είχαν υπογραφές του Σταύρου, της Έλενας, του Πάνου και της Βούλας. Το μυαλό του, το σώμα του μουδιασμένα, ανήμπορα να αντιδράσουν. “Τι στο διάολο γίνεται εδώ;” σκεφτόταν χωρίς να μπορεί να βρει μια λογική απάντηση.
Δεν έκλεισε μάτι. Δεν είπε τίποτα ούτε στην γυναίκα του, την Ελευθερία. Αυτό ήταν κάτι που θα το ανακάλυπτε χωρίς να την μπλέξει. Το πρωί, πήγε στο Βόλο στο γηροκομείο που αναγραφόταν στα χαρτιά.
– Τον κύριο Σταύρο Παπαδήμου θα ήθελα να δω σας παρακαλώ.
Δεν πήρε τα μάτια του από την υπάλληλο. Την είδε να τον κοιτάζει ερευνητικά.
– Εσείς ποιος κύριος είστε;, ρώτησε ψυχρά και ταυτόχρονα πήρε ένα χοντρό τετράδιο μπροστά της ψάχνοντας τις σελίδες.
– Έχω έρθει εκ μέρος του κυρίου Πάνου Καμπερίδη, συμπλήρωσε με σιγουριά στον τόνο της φωνής του.
Τότε μόνο την είδε να χαμογελάει και τον οδήγησε κατευθείαν σε ένα δωμάτιο. Μόλις άνοιξε η πόρτα, βρέθηκε μπροστά στην σκιά του Σταύρου κι όχι στον ίδιο όπως τον θυμόταν. Ναι, είχε να τον δει πολλά χρόνια, μα αυτός ο άντρας απέναντί του, δεν θύμιζε σε τίποτα τον χαμογελαστό, ζωντανό άνθρωπο των αναμνήσεων του. Ούτε σάλεψε, με την παρουσία του. Ήταν σε καθιστή θέση, στο κρεβάτι, ακουμπώντας την πλάτη του στο μαξιλάρι και το βλέμμα του κολλημένο απέναντι, στο κενό. Πήγε με αργές κινήσεις δίπλα του κι έκατσε στα πόδια του.
– Στάβο; Δεν είπε τίποτα άλλο.
Μόνο περίμενε. Πέρασαν κάποια λεπτά και είδε δάκρυα στα μάτια του ογδοντάχρονου φίλου του. Πλησίασε ακόμα περισσότερο και άνοιξε την αγκαλιά του. Εγώ είμαι, ο Αίαντας, πρόσθεσε και περίμενε πάλι.
– Πιτσιρίκο!, απάντησε ο ηλικιωμένος, άφησε πια τα δάκρυά του να τρέξουν κι έμειναν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι και αμίλητοι. Έπρεπε όμως να καταλάβει τι είχε γίνει κι έτσι δεν έχασε άλλο χρόνο!
– Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ μέσα;
– Η απληστία και η απανθρωπιά με έφεραν εδώ παιδί μου. Εσύ όμως, πώς με βρήκες;
– Εδώ και μέρες, έγινα μόνιμος κάτοικος Καλών Νερών. Οι συνθήκες, το αδιέξοδο…. Τέλος πάντων, το σπίτι που μου άφησε η μάνα μου, έγινε σπίτι μου πια. Σε έψαξα, μου έκανε εντύπωση που έλειπες. Ρώτησα τα καλόπαιδα, τον Πάνο, τον Νίκο, την Έλενα και την Βούλα και μου έλεγαν πως δεν είχαν ιδέα. Μέχρι που θυμήθηκα το πορτάκι, που μου εμπιστεύτηκες όταν ήμουν μικρός. Μπήκα και βρήκα αυτά τα περίεργα χαρτιά. Τι συμβαίνει Σταύρο;
– Μια μέρα χτύπησε η πόρτα και ήρθαν επίσκεψη η Βούλα και η Έλενα. Μου έκανε εντύπωση, γιατί ποτέ δεν είχε ανοίξει κανείς από αυτούς την πόρτα μου να δει τι κάνω, αλλά το προσπέρασα. Χάρηκα κιόλας, θεώρησα πως σκέφτηκαν τον γέρο γείτονα, πως αναζητούσαν μια νέα αρχή, πως επιτέλους κάτι άλλαζε στη γειτονιά. Από τότε που ερήμωσε το σπίτι σας, άνθρωπο δεν είχα να πω μια κουβέντα. Μόνο όταν πήγαινα στο κέντρο για τα ψώνια. Μου έκανε ένα τσάι να πιώ η Βούλα και μετά, το επόμενο που θυμάμαι είναι να ανοίγω τα μάτια μου εδώ μέσα, σε αυτό το δωμάτιο.
– Πότε έγινε αυτό;
– Τον Νοέμβριο, οχτώ μήνες πριν.
– Τι λες τώρα; Είσαι σίγουρος γι’ αυτά που λες;
– Είμαι γέρος αλλά τα έχω τετρακόσια.
– Καλά κι εσύ τόσο καιρό δεν είπες κάτι σε κάποιον; Δεν προσπάθησες να τους ξεσκεπάσεις;
– Πιτσιρίκο, από όσο κατάλαβα, τους έχουν λαδωμένους όλους. Τις πρώτες μέρες που ρωτούσα γιατί είμαι εδώ, ποιος με έφερε και ζητούσα να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου, μου κοπανούσαν κάτι ενέσεις. Μόνο να κοιμάμαι ήθελα. Έτσι, από το να καταλήξω δηλητηριασμένος στα κυπαρίσσια, το αποδέχτηκα, περιμένοντας το Θαύμα. Και να που ο Θεός, σε έστειλε αγόρι μου!
– Τα λαμόγια! Για να μπορούν να τρώνε την περιουσία σου. Γι’ αυτό τα πουλάκια μου, εμφανίζουν αμαξάρες και είδη πολυτελείας, που δεν ταιριάζουν με την οικονομική τους κατάσταση…
– Όλα για τα λεφτά! Τον Χριστό μας σταύρωσαν τα άτιμα. Μη με αφήσεις να πεθάνω σε αυτό το κλουβί, πιτσιρίκο!
– Στο ορκίζομαι στα κόκαλα του παππού μου, πως θα πάρουν ό,τι τους αξίζει κι εσύ Στάβο μου, θα συνεχίσεις να είσαι ο αγαπημένος μου γείτονας, όπως όταν ήμουν μικρός.
Ο Αίαντας τα αποκάλυψε όλα στην αστυνομία, έχοντας στα χέρια του τα επίσημα έγγραφα που άφησαν στο σπίτι του γέρου ξεχασμένου από όλους, θεωρώντας ότι εκεί είναι ασφαλή. Οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι, έστησαν παγίδα στον πλούσιο γείτονά τους για να μπορούν, νόμιμα, αφού πλαστογράφησαν την υπογραφή του, πληρώνοντας υπαλλήλους σε διάφορους οργανικούς τομείς για να κάνουν τα στραβά μάτια, να διαχειρίζονται την σύνταξή του, τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, τα έσοδα της επιχείρησης και τα ενοίκια των δύο σπιτιών που είχε στη κατοχή του.
Τα σχεδίαζαν όλα, καιρό. Ήταν το εύκολο θύμα. Δεν είχε πολλά πολλά με τη γειτονιά, μόνο με τον συγχωρεμένο τον “καλλιτέχνη”, που τον αποκαλούσαν όλοι, που έφτιαχνε τα πήλινα. Από τότε που πέθανε εκείνος, δεν είχε πάρε δώσε με τους υπόλοιπους. Όλοι στο χωριό τον είχαν για περίεργο έτσι κι αλλιώς. Γέρος και μόνος. Δεν θα έλειπε σε κανέναν, δεν θα τον έψαχνε κανείς. Οι γυναίκες τον νάρκωσαν και έλεγχαν το χώρο, μη τους βλέπει κανείς. Στο χωριό τον χειμώνα, η κίνηση περιορισμένη, ειδικά στα δικά τους τα σπίτια, στο τέλος της παραλίας. Οι άντρες τον μετέφεραν στο αμάξι. Το σχέδιο τους ήταν να τον εξαφανίσουν. Να τον κλείσουν στο άσυλο ηλικιωμένων, που κι εκεί είχαν ανθρώπους στο κόλπο και να εκμεταλλεύονται όσο ζούσε τα πάντα αλλά και μετά θάνατο, αφού όλα ήταν κανονισμένα με πλαστή διαθήκη.
Οι άπληστοι, οι άνθρωποι που πατάνε επί πτωμάτων για κάποια μηδενικά στο λογαριασμό τους, για πολυτέλειες και ανέσεις που δεν τους ανήκουν, που τις κλέβουν, δεν σκέφτονται κάτι. Ότι πάντα το καλό, κερδίζει το κακό. Ότι τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει και σίγουρα δεν ευλογείται, ότι πάντα υπάρχει κάτι, κάποιος, που θα φέρει τη δικαίωση. Ο Αίαντας, οι φιλικές σχέσεις με το θύμα και οι μνήμες που κουβαλούσε, παρόλο τα χρόνια που μεσολάβησαν, έφεραν τη λύτρωση.
Ο Θεός, στα τελευταία δέκα χρόνια του Σταύρου πάνω σε τούτη τη γη, του έφερε όλα όσα δεν είχε σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή του. Δεν ήταν μόνο που σώθηκε από τα δίχτυα των αρπαχτικών, γλύτωσε εκείνος και η περιουσία του και δεν πέθανε μόνος σε ένα κλουβί, μακριά από τα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού που λάτρευε, ξεχασμένος, σα να μην υπήρξε ποτέ. Απέκτησε οικογένεια, φροντίδα κι αγάπη.
Για την Ελευθερία και τον Αίαντα, έγινε ο παππούς τους, που έλιωναν από πάνω του, σε κάθε του επιθυμία, σε κάθε του πόνο. Δεν βγήκε μόνο εκείνος κερδισμένος όμως. Όλη του η περιουσία έγινε δική τους, η οικονομική αβεβαιότητα ήταν πια ένα κακό όνειρο που ανήκε στο παρελθόν. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι η πολυπόθητη εγκυμοσύνη που στους ρυθμούς της Αθήνας, στο άγχος και στο τρέξιμο, δεν ερχόταν, στο χωριό, ήρθε πολύ γρήγορα και μάλιστα δύο φορές. Ο πρώτος τους γιος πήρε το όνομα του πατέρα του Αίαντα κι ο δεύτερος, του Σταύρου. Στη βάφτιση του μωρού, ο Σταύρος, στα ογδόντα πέντε του, στο άκουσμα του ονόματός του, κοίταξε την αγιογραφία της Παναγιάς απέναντί του και βούρκωσε. “Όλα μου τα έδωσες γλυκιά μάνα όλων μας, σε ευχαριστώ. Πάρε με όποτε θες, είμαι χορτάτος”.
Τον άφησε άλλα πέντε χρόνια, να χαρεί μικρούς και μεγάλους και τον πήρε, υπερήλικα πια, πλήρη ημερών και εμπειριών, ήσυχα, ένα βράδυ στον ύπνο του κι αφού πρώτα, σα να το ένιωσε, διακριτικά τους αποχαιρέτησε όλους, με μια αγκαλιά.
Χρυσούλα Καμτσίκη

2 responses to “Η εξαφάνιση”
Πάντα αγγίζεις τα πιο ευαίσθητα θέματα…❤️
Πόσο σε ευχαριστώ ♥️