Αποστολή υψίστης σημασίας

Ξερόβηξε νευρικά κι ίσιωσε τη γραβάτα του. Το βλέμμα του παρέμενε εξεταστικό πάνω στον καθρέφτη, μέχρι που μια φωνή τον έβγαλε απ’ το λήθαργο:

“Τι θα γίνει ρε μεγάλε; Θα φύγουμε ποτέ; Μου έχεις φορέσει κι αυτή την προπέλα εδώ και με κάθε βήμα πετάγεται έξω απ’ το γιλέκο και μου έχει σπάσει τα νεύρα!”

Ο Βαγγέλης γύρισε και τον κοίταξε.

“Κάνε μια ρημάδα μέρα υπομονή, ρε φίλε! Και δε φταίει το γραβατόνι που δεν στρώνει, φταίει που χτες ήπιες ένα κασόνι μπύρες κι έχει πρηστεί η κοιλιά σου!”

“Εμ μ’ έχεις ντύσει σαν τον καραγκιόζη, εμ θα μου την πεις και για το… χμ… ελαφρύ πρηξιματάκι στην κοιλιά μου;” απάντησε ο Πέτρος, βάζοντας τα χέρια στη μέση του και κοιτώντας τον εκνευρισμένος

“Εντάξει, έχεις δίκιο, με συγχωρείς. Έχω άγχος ρε Πέτρο!” απολογήθηκε

“Τι άγχος ρε μπαγλαμά; Σιγά τα ωά! Πάμε να ζητήσουμε το κορίτσι μας σε γάμο! Και το ‘ναι’ το έχουμε στο τσεπάκι, προς τι το άγχος;”, του έκλεισε το μάτι ο Πέτρος χαμογελαστός.

Είχε δίκιο ο φίλος του, έπρεπε να ηρεμήσει, εξάλλου τι μπορούσε να πάει στραβά;

Πήρε στο χέρι του την ανθοδέσμη, που είχε ευλαβικά αφήσει λίγα λεπτά πριν στο έπιπλο της εξώπορτας, έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και είπε στον Πέτρο αποφασιστικά “Πάμε!”.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν. Ο Πέτρος πήγε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο, αλλά ο Βαγγέλης τον χτύπησε απαλά στο χέρι, ήθελε ησυχία, πάντα όταν ήταν αγχωμένος ήθελε ησυχία. Ο Πέτρος δεν μίλησε κι επικεντρώθηκε στην οδήγηση, είχε και διαολεμένη κίνηση εκείνη την ώρα.

Ο Βαγγέλης κοιτούσε συνεχώς το ρολόι του, δεν ήθελε ν’ αργήσουν. Δεν έπρεπε ν’ αργήσουν, ήταν η πρώτη εντύπωση που θα έδινε στους γονείς της Κατερίνας και το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον χαρακτηρίσουν ασυνεπή. Ήξερε ότι κι ο πατέρας της, ως απόστρατος αξιωματικός του στρατού, ήταν πολύ των τύπων, δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα με το ‘καλημέρα σας’.

“Μην αγχώνεσαι! Σε δέκα λεπτά θα σ’ έχω εκεί!” είπε ο Πέτρος χωρίς καν να τον κοιτάξει, μιας κι αντιλαμβανόταν απ’ τη στάση του, το άγχος του φίλου του.

Ο Πέτρος… ευτυχώς είχε κι αυτόν και δεν θα χρειαζόταν να πάει μόνος, σαν το μαγκούφη. Είχαν προσφερθεί κι οι γονείς του Πέτρου να πάνε μαζί του, μα αφού τους ευχαρίστησε, τους εξήγησε πως δεν ήταν απαραίτητο, θα τα κατάφερνε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πηγαίνει κανείς με την οικογένειά του και ναι, οι γονείς του Πέτρου κι ο Πέτρος, ήταν ό,τι πιο κοντά είχε σε οικογένεια, αλλά παρόλα αυτά του φάνηκε άβολο. Το ιδανικό θα ήταν να είχε τους δικούς του γονείς κοντά, αλλά δυστυχώς τους είχε χάσει σ’ εκείνο το δυστύχημα, πολλά χρόνια πριν. Ήταν εκεί, στην Εθνική Οδό Αθήνας – Θεσσαλονίκης, που ο λάθος χειρισμός μιας νταλίκας, οδήγησε στο πολύνεκρο τροχαίο. Πέντε αυτοκίνητα, έξι νεκροί, τρεις σοβαρά τραυματισμένοι, κάποιοι λιγότερο κι ένα παιδί που κατάφερε και βγήκε οριακά αγρατζούνιστο, ο Βαγγέλης. Οι γονείς του κι η μικρότερη αδερφή του, σκοτώθηκαν ακαριαία κι ο Βαγγέλης ήταν μόλις δεκαοκτώ, παιδί σχεδόν. Ένα παιδί που έπρεπε να βιώσει και να επιβιώσει μόνο του από ένα τόσο τραγικό συμβάν.

Ο Πέτρος ήταν κολλητός του από πάντα, μια πόρτα τους χώριζε. Οι γονείς του Πέτρου, κολλητοί με τους δικούς του, οι σχέσεις τους ήταν πάντα άριστες και μετά απ’ αυτό που συνέβη, ο Βαγγέλης έγινε γι’ αυτούς ο δεύτερος γιος τους. Ό,τι είχε ο Πέτρος, είχε κι ο Βαγγέλης, άπλωσαν τις φτερούγες τους κι έκλεισαν μέσα το πληγωμένο παιδί κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να απαλύνουν τις βαθιές πληγές του. Δεν ήταν εύκολο για τον Βαγγέλη να επανέλθει, ίσως δεν θα τα κατάφερνε ποτέ ολοκληρωτικά, μα με την αγάπη αυτών των ανθρώπων, με βοήθεια ειδικών και με το κατάδικό του πείσμα, είχε μπορέσει να βάλει τη ζωή του σε μια σειρά και πια, στα τριανταπέντε του χρόνια, ήταν ένας άντρας σοβαρός, με ήθος και αρχές, με στόχους και όνειρα.

Η γνωριμία του με την Κατερίνα ήταν δώρο Θεού. Γνωρίστηκαν σχεδόν δύο χρόνια πριν σε κοινή παρέα κι έκτοτε ήταν αχώριστοι. Στα μάτια της είχε βρει την τρυφερότητα και την αγκαλιά που του έλειπε και ήταν απόλυτα σίγουρος πως αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής του, ο άνθρωπος με τον οποίο θα ήθελε να πορευτεί μέσα στα χρόνια, να κάνει οικογένεια.

Η Κατερίνα ήταν ένα σπουδαίο πλάσμα κι ένιωθε απόλυτα τυχερός που τον αγαπούσε κι εκείνη. Το μόνο πρόβλημα ήταν οι γονείς της, ο πατέρας της κυρίως, άνθρωπος άλλης γενιάς και νοοτροπίας, δεν τα καταλάβαινε αυτά τα ‘μοντέρνα’ περί ‘συγκατοίκησης χωρίς στεφάνι’.

“Και πού είναι το πρόβλημα; Θα έρθουμε να σε ζητήσουμε!”, είχε πει όπως ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ του Βαγγέλη, ο Πέτρος, που βρισκόταν μπροστά στην κουβέντα. Ήξερε καλά πως ο φίλος του ήθελε σαν τρελός να την παντρευτεί και πως έψαχνε έναν πρωτότυπο τρόπο να της κάνει πρόταση, οπότε… τι πιο πρωτότυπο απ’ αυτό;

Βράδυ Παρασκευής, ο Πέτρος απλωμένος στο διθέσιο καναπέ, με μια οδοντογλυφίδα στο στόμα, ο Βαγγέλης με την Κατερίνα αγκαλιασμένοι στον απέναντι καναπέ και το τραπέζι μπροστά τους γεμάτο με κουτιά από ντελίβερι με μισοφαγωμένες πανσέτες και σουτζουκάκια. Και πρόταση γάμου διά… αντιπροσώπου. Ο Βαγγέλης κι η Κατερίνα είχαν γουρλώσει τα μάτια κι ο Πέτρος ατάραχος γύρισε και τους κοίταξε “Θα σε παντρέψω με τον αδερφό μου, τι θα γίνει; Άντε γιατί δεν μπορώ τόσο έρωτα, πνιγήκαμε στα σιρόπια, να παντρευτείτε να ηρεμήσετε!” τους είχε πει. Κι ήταν αλήθεια ό,τι πιο όμορφο, ό,τι πιο αληθινό, ό,τι πιο… πρωτότυπο σε πρόταση γάμου θα μπορούσαν να σκεφτούν κι οι δυο.

“Φτάσαμε!” είπε ενθουσιασμένος ο Πέτρος, που παρότι εκνευρισμένος απ’ την κίνηση, χάρηκε που βρήκε αμέσως παρκάρισμα και μάλιστα ακριβώς μπροστά στο σπίτι της Κατερίνας.

***

“Ήρθε ο γαμπρός κι ο κουμπάρος!” ήταν το… ‘καλησπέρα’ του Πέτρου με το που μπήκε στο σπίτι και το ύφος του μέλλοντα πεθερού του, έκανε τα πόδια του Βαγγέλη να κοπούν. Το όλο υποστήριξη βλέμμα της Κατερίνας και το γλυκό χαμόγελο της μαμάς της όμως, αντιστάθμισαν λίγο την κατάσταση και κατάφερε να παραμείνει ψύχραιμος.

“Μάλιστα…” ήταν η απάντηση του πατέρα της, όταν ο Βαγγέλης του ζήτησε κι επισήμως το χέρι της Κατερίνας.

“Να κόψω γλυκό; Χαρές έχουμε!” ήταν τα λόγια της μητέρας της, σε μια προσπάθεια να αλλάξει το κλίμα και να τραβήξει τα βλέμματα απ’ το σκληρό κι άκαμπτο βλέμμα του άντρα της στον Βαγγέλη.

Και μετά σιωπή… Όλοι περίμεναν την τελική απάντηση του στρατηγού. Η γυναίκα του με ένα δίσκο με γλυκά στο ένα χέρι και μια σπάτουλα στο άλλο, η Κατερίνα με την ανθοδέσμη που της είχε προσφέρει ο Βαγγέλης ανά χείρας, ο Πέτρος κρατώντας το κουτάκι με τις βέρες κι ο Βαγγέλης κρατώντας την… αναπνοή του.

“Μπαμπά…” έσπασε την ησυχία, η ψιθυριστή φωνή της Κατερίνας.

Ο στρατηγός γύρισε και την κοίταξε αυστηρά. “Όχι!” είπε μόνο και σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, θαρρείς και… έληξε η συνεδρίαση.

Η μαμά της Κατερίνας κατέβασε το κεφάλι, ήξερε τον άντρα της, ό,τι κι αν έλεγε εκείνη τη στιγμή θα ήταν λάθος. Η Κατερίνα κόλλησε τα μάτια της σ’ αυτά του πατέρα της, το βλέμμα της ήταν απροσδιόριστο, έκρυβε μέσα πόνο, θυμό κι εκατομμύρια δάκρυα που ήταν έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά της. Ο Βαγγέλης έσφιξε τις γροθιές του και παρέμεινε ακίνητος, αυτό ήταν κάτι που δεν περίμενε και δεν ήξερε πώς αλλιώς να αντιδράσει. Σιωπή… μια απέραντη σιωπή που ξεκούφαινε γέμισε το χώρο.

Και ξαφνικά, ένα σημάδι… η φωνή του Θεού, ήρθε για να φέρει την ισορροπία. Εντάξει, όχι του Θεού, αλλά του Πέτρου, που θεούλης όπως ήταν, φρόντισε να σώσει την κατάσταση.

Μπροστά σε όλα τα… ακούνητα κι αμίλητα… στρατιωτάκια, σηκώνεται όρθιος, κάνει ένα βήμα μπροστά, κοιτά τον πατέρα της Κατερίνας στα μάτια, τον χαιρετά στρατιωτικά και βαράει προσοχή δυνατά: “Κύριε στρατηγέ, αιτούμαι άδεια εκτέλεσης αποστολής: παράδοση κρίσιμου αντικειμένου στον κύριο Βαγγέλη για ολοκλήρωση δέσμευσης γάμου με την κυρία Κατερίνα. Εκτιμώ την έγκρισή σας προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιτυχία της αποστολής. Τήρηση πειθαρχίας και απόλυτη συμμόρφωση διαβεβαιώνεται”, λέει και βγάζει απ’ την τσέπη του το κουτάκι με τις βέρες, κρατώντας το με τα δύο του χέρια και τείνοντάς το μπροστά, θαρρείς και παρέδιδε επίσημα έγγραφα του κράτους.

Και κάπως έτσι η ησυχία έγινε… χαμός. Κάπως έτσι το σοβαρό κλίμα έγινε… τσίρκο.

Ο δίσκος με τα γλυκά που κρατούσε η μητέρα της Κατερίνας, έπεσε στο πάτωμα κι έμεινε να κοιτάει άφωνη τη σκηνή, κρατώντας στο χέρι ακόμη τη σπάτουλα.

Ο Βαγγέλης στην προσπάθειά του να τρέξει να σταματήσει τον… τρελό φίλο του απ’ το απονενοημένο διάβημα, έπεσε πάνω στην Κατερίνα και βρέθηκαν κι οι δυο φαρδιοί πλατιοί στη μέση του σαλονιού, με την ανθοδέσμη στο κεφάλι της Κατερίνας.

Κι ο Πέτρος με τον στρατηγό παρέμεναν εκεί, σοβαροί κι αποφασισμένοι, με το βλέμμα του ενός βυθισμένο στου άλλου.

Μέχρι που… μέχρι που ένα γέλιο έφερε τη λύτρωση. Ένα γέλιο δυνατό, βαθύ, ασταμάτητο. Ένα γέλιο γάργαρο και… μεταδοτικό. Γιατί απ’ τη στιγμή που ο στρατηγός έβαλε τα γέλια μπροστά στη σκηνή, άρχισαν όλοι να γελάνε δυνατά, με δάκρυα στα μάτια.

******

Ο γάμος της Κατερίνας και του Βαγγέλη έγινε λίγους μήνες αργότερα, στην ενορία της νύφης (κατά το έθιμο) και μετά το γλέντι, αφού όλοι οι καλεσμένοι είχαν φύγει, ο Πέτρος πήγε στο τραπέζι του στρατηγού. “Ευπειθώς αναφέρω τη λήξη του γλεντιού και αιτούμαι την μεταφορά της νύφης στο νέο της σπίτι. Τήρηση πειθαρχίας και απόλυτη συμμόρφωση διαβεβαιώνεται. Θα επιβλέπω προσωπικώς”, του είπε με σοβαρό ύφος.

Ο στρατηγός σήκωσε τα φρύδια του και, μετά από μια στιγμή σιωπής, ξέσπασε σε γέλια. «Προχωρήστε υπό πλήρη επιφυλακή! Εμπρός, Μαρς!», είπε, ακόμα χαμογελώντας.

Ο Πέτρος έκανε υπόκλιση, πήρε την Κατερίνα από το χέρι και μαζί με τον Βαγγέλη ξεκίνησαν την πορεία προς το νέο τους σπίτι… σαν τρεις στρατιώτες σε αποστολή υψηλής σημασίας.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading