Το μαγικό δέντρο

Στην Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, στην αυλή μιας αγαπημένης οικογένειας, ξεφύτρωσε ένα μικρό δεντράκι από το πουθενά. Κανείς δεν το είχε φυτέψει κι όλοι, όταν το είδαν να κερδίζει τον χώρο του στην αυλή, ρωτούσαν ο ένας τον άλλο “μήπως το φύτεψες εσύ;”. Η απάντηση ήταν η ίδια από όλους, “όχι”.

Όταν άρχισε να μεγαλώνει, ακόμα μια περίεργη κατάσταση το συνόδευε. Δεν ήξεραν τι δέντρο ήταν. Στο χωριό, οι αυλές ήταν γεμάτες καρυδιές, κερασιές, φλαμουριές, μανταρινιές, συκιές, δαμασκηνιές, που χάριζαν κάθε εποχή αρώματα και χρώματα στους κατοίκους. Εκείνο, δεν έμοιαζε με κανένα από τα συνηθισμένα. Καθώς μεγάλωνε, έκανε λεπτό και ψηλό κορμό με πολλά μακριά κλαδιά, αλλά με λίγα φύλλα επάνω τους. Εκείνα τα λίγα όμως, σε κάθε κλαδί, ήταν πλατιά και γυαλιστερά.

Τρεις εποχές τον χρόνο έμενε έτσι, μόνο με τα φύλλα, δεν έπεφταν, δεν τα έχανε ποτέ. Τα ανανέωνε σταδιακά, με αποτέλεσμα να φαίνεται πάντα γεμάτο. Την άνοιξη, γέμιζε λιλά άνθη, που θύμιζαν νούφαρα.

Ήταν το μοναδικό δέντρο σε όλο το χωριό, δεν ήξεραν το είδος του και μια μέρα, η Μάγδα, παρά το μικρό της ηλικίας της, αγγίζοντας με τα δαχτυλάκια της τον κορμό, σήκωσε το βλέμμα της ψηλά, πατούσε στις μύτες των ποδιών, προσπαθώντας να πιάσει τα άνθη που την εντυπωσίαζαν και επαναλάμβανε τη λέξη “φάρο” από το νούφαρο, που άκουγε όλους να το παραλληλίζουν, αλλά ήταν μόνο ενάμιση χρονών κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, έδωσε όνομα στο παράξενο δέντρο, αφού όλοι γέλασαν με το γλυκό στοματάκι που το είπε τόσο χαριτωμένα. Το δέντρο τους, ήταν το δέντρο φάρος λοιπόν, που όλοι καμάρωναν για την μοναδικότητα του.

Τα χρόνια πέρασαν, πολλά άλλαξαν στο χωριό και στην οικογένειά τους. Η Μάγδα, μοναχοπαίδι, μεγαλωμένη φτωχά, μα με περισσή αγάπη, πέρασε νομική στην Αθήνα, διέπρεψε, πήρε πτυχίο με άριστα και πήγε να εργαστεί στον θείο της, στον αδερφό της μαμάς της, που διατηρούσε ένα από τα πιο γνωστά δικηγορικά γραφεία της πρωτεύουσας. Δεν δίνονταν εύκολα τέτοιες ευκαιρίες κι εκείνη, όπως έλεγαν όλοι, είχε την τύχη να ανοίξει απλά την πόρτα και να μαθητεύσει δίπλα του, να δει το επάγγελμα από όλες τις πλευρές, τις παγίδες, τα καλά, να μάθει όλα τα μυστικά!

Εκεί γνώρισε και τον Δήμο, το δεξί χέρι του θείου της κι έγιναν πολύ σύντομα ζευγάρι. Άλλωστε ο θείος της, είχε συλλάβει το σχέδιο, όσο ακόμα η ανιψιά του ήταν φοιτήτρια και σκοπός του ήταν να γίνει πραγματικότητα. Η ένωση τους, ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη από τον ισχυρό άντρα. Με αυτούς τους δύο ικανότατους ανθρώπους μαζί, ζευγάρι, το γραφείο θα αποκτούσε περισσότερη δύναμη και θα ήταν ήσυχος πως οι κόποι της ζωής του, δεν θα γκρεμίζονταν μετά την αποχώρησή του.

Η ζωή της Μάγδας μοιραζόταν σε δικαστικές αίθουσες, στο γραφείο και σε επαγγελματικά μίτιγκ. Φορούσε ταγιέρ, τακούνια, βαφόταν διακριτικά, τα μαλλιά της τα είχε πιασμένα σε χαμηλό, αυστηρό κότσο, οι κουβέντες της ήταν μετρημένες με όλους, που έπρεπε να τους έχει σε απόσταση. Έτσι, πληρούσε τις προδιαγραφές του πρότυπου δικηγόρου, σύμφωνα με τον θείο της και τον Δήμο.

Δεν χωρούσαν συναισθηματισμοί ούτε στην επαγγελματική, μα ούτε και στην προσωπική της ζωή. Ακόμα κι όταν ήταν μόνη με τον Δήμο, δεν ήταν ο εαυτός της. Φοβόταν να του δείξει ποια πραγματικά ήταν. Κρυβόταν πίσω από την σοβαρή και αμείλικτη επαγγελματική της ιδιότητα κι ας μην κούμπωνε επάνω της αυτό το κοστούμι, καθόλου!

Ο άνθρωπος που έλεγε ότι την αγαπούσε, δεν έβλεπε πόσο ασφυκτιούσε. Δεν είχε ούτε τον χρόνο ούτε την διάθεση να την κοιτάξει, να την νιώσει, να καταλάβει όσα ούρλιαζαν τα μάτια της. Ήταν πάντα πολύ απασχολημένος με τη δουλειά, τόσο επαγγελματίας σε όλες τις πτυχές της ζωής του, τόσο ατσαλάκωτος, τόσο αποστειρωμένος, τόσο διαφορετικός από εκείνη!

Η Μάγδα ήθελε να φοράει φθαρμένα τζιν, ήθελε να τσαλακώνεται, να κάνει γκριμάτσες, ήθελε αθλητικά παπούτσια, να μη βάφεται καθόλου, τα μαλλιά της να τα έχει κοντά και ατημέλητα, να γελάει με μια κωμωδία, να συγκινείται με ένα δράμα, να τρομάζει με ένα θρίλερ, να βγαίνει στη βροχή, να κάνει ποδήλατο με τις ώρες, να αγκαλιάζει τους ανθρώπους. Ένιωθε εγκλωβισμένη και δεν υπήρχε κανείς να δει μέσα της.

Ο θείος καμάρωνε, οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη, μα δεν έβλεπε καθαρά. Έβλεπε μόνο τους τύπους, τις επιτυχίες, την φήμη, την δόξα. Ο Δήμος, με τα ακριβά κοστούμια και τα μανικετόκουμπα, τις χιλιάδες γραβάτες, τα τυποποιημένα λόγια των επιτυχιών και το ακαταμάχητο χαμόγελο, αποδείχθηκε λίγος, αγνώμων, κομπλεξικός και κάθαρμα. Έκλεβε χρήματα, έσκαβε το λάκκο του θείου, ροκάνιζε ύπουλα, ερήμην της, την φήμη της συντρόφου του και τελικά, όταν τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια τους, εκείνος βρέθηκε χωρίς πελάτες, με πολλές μηνύσεις εις βάρος του, με υποθήκη και καταχρεωμένος κι εκείνη χωρίς δουλειά και στιγματισμένη. Έφυγε σε εξωτικά μέρη, με την γραμματέα του γραφείου τους και πάμπλουτος. Δεν είχε προλάβει να του πει η Μάγδα ότι ήταν έγκυος. Οι εξελίξεις την πρόλαβαν, όχι βέβαια ότι θα άλλαζε τίποτα. Μπορεί να είχε χάσει τα πάντα με υπαιτιότητα δική του, μπορεί να χτύπησε πολλές πόρτες και να δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά με όλο το σκάνδαλο που ξέσπασε, μα απέκτησε τον πιο πολύτιμο θησαυρό, την κόρη της και την μεγάλωσε μόνη της!

Σε δύο μέρες η Μάγδα θα πάντρευε την κόρη της. Ο γάμος θα γινόταν φυσικά στη Μεταμόρφωση, εκεί που ένιωθαν ασφάλεια όλοι, στον τόπο τους, στην αυλή τους κι όλα στο σπίτι τους, έμψυχα κι άψυχα, ήταν σε ατμόσφαιρα χαράς, όλα στολισμένα σε απόχρωση απαλού λιλά, για να ταιριάζουν με το αγαπημένο δέντρο της οικογένειας που ήταν ολάνθιστο, πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Μια νουφαροπολιτεία κρεμασμένη στον ουρανό.

Καθώς σκούπιζε η Μάγδα την αυλή και τακτοποιούσε τα τραπέζια και τις καρέκλες για το προγλέντι, με τους στενούς συγγενείς και φίλους, τρία τέσσερα φύλλα και άνθη έπεσαν από το δέντρο. Σκέφτηκε να τα βάλει σε πιατέλα με λαμπάκια μπαταρίας, σαν διακοσμητικό στο σαλόνι της, για όσο αντέξουν. Το είχε ξανακάνει κάποιες φορές κι έδειχνε πολύ όμορφο. Όταν άγγιξε το φύλλο όμως, κάτι μαγικό συνέβη. Σα να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα με την επαφή τους κι έδωσε θαρρείς εντολή ο νους! Ταξίδεψε πίσω στο χρόνο, όταν ήταν έφηβη και ετοιμαζόταν για πανελλήνιες. Είχε κάτσει στο χώμα, άγγιζε το “φαρόδεντρο” και του ψιθύριζε βουρκωμένη το μυστικό της. Δεν ήθελε να περάσει νομική που επέμεναν οι γονείς της και ο θείος της. Αλλού ήταν δοσμένη η ψυχή της. Ήθελε να γίνει κτηνίατρος και να δημιουργήσει ένα καταφύγιο ζώων. Ήθελε να περιθάλπει κάθε αδεσποτάκι, κάθε τραυματισμένο ζώο από ασυνείδητους οδηγούς ή βασανισμένο από αφεντικά ανάξια να μεγαλώσουν μια τέτοια ψυχούλα. Πολλές φορές ευχόταν να μην ήταν καλή μαθήτρια, να μη περίμεναν τίποτα από κείνη, να την άφηναν στη ησυχία της. Άγγιζε το δέντρο και ευχόταν να γίνει κάτι, να γλυτώσει από τα πρέπει που της επέβαλλαν.

“Μα τι συνέβη μόλις;”, σκεφτόταν με την απορία ζωγραφισμένη στην έκφρασή της. “Πόσο θαμμένη την είχα μέσα μου αυτή τη μνήμη! Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε! Τότε, που ήθελα να σώζω τα αδέσποτα, να τα μαζεύω κοντά μου, να τα φροντίζω και να επιβλέπω ποιοι τα υιοθετούν, μα δεν τόλμησα να το πω σε κανέναν. Το έκρυψα στο βάθος του μυαλού μου, της ψυχής μου και από ό,τι φαίνεται και στον κορμό του δέντρου, που ήξερε, που άκουγε, που ένιωθε. Που πάντα τελικά είχε κάτι ιδιαίτερο, κάτι ξεχωριστά μοναδικό, από την δημιουργία του και την όψη του, μέχρι την εσωτερικότητά του”.

Συνέχισε να αγγίζει τον κορμό, το φύλλο, το άνθος και σήκωσε το βλέμμα της να δει το δέντρο που της θύμισε ποια ήθελε να είναι. “Αυτό ήθελες λοιπόν; Να γίνεις πραγματικός φάρος; Να ξυπνήσεις μέσα μου τον έφηβο εαυτό μου; Εκείνον, με τα όνειρα, με την ζωντάνια, που όμως άφησα πίσω μου;”.

Δεν τόλμησε να πει σε κανέναν την εμπειρία της. Θα την περνούσαν για τρελή. Η τρελοπενηντάρα, που ενώ πάντρευε την μονάκριβή της κόρη, είχε μια μαγική επαφή με το δέντρο που όλοι αγαπούσαν και που της έστειλε σημάδι! Μετά το γάμο, είχε σκοπό, να ξεκινήσει διάβασμα. Είχε πάρει την απόφαση της. Θα έδινε πανελλήνιες!

Η Στέλλα, η μαμά της Μάγδας, δύο μέρες πριν το γάμο της εγγονής της, έπλενε τα κρύσταλλα κι από το παράθυρο της κουζίνας χάζευε το αγαπημένο της δέντρο. Είδε να πέφτουν αρκετά μαζεμένα φύλλα, να αδειάζει το κλαδί και της έκανε εντύπωση. Δεν συνέβαινε ποτέ αυτό στα τόσα χρόνια που ήταν στο χώρο τους. Σκούπισε τα χέρια της και βγήκε έξω. Άγγιξε με αγάπη τον κορμό του και τότε κάτι μαγικό συνέβη. Ένιωσε ένα ολόκληρο ηλεκτρικό φορτίο να περνάει από τα δάχτυλά της, σε όλο το σώμα της και να φτάνει στον εγκέφαλο, ο οποίος έδωσε ώθηση σε μια ξεχασμένη μνήμη, σε ένα καταχωνιασμένο μυστικό. Έτσι και τότε, πολλά χρόνια πριν, μόνη στην αυλή, νέα, με ακουμπισμένη την πλάτη στον κορμό, άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν και σα να απολογούνταν στο “φαρόδεντρο” του έλεγε το μυστικό της. Αισθανόταν άσχημα που πίεζε την κόρη της να σπουδάσει δικηγόρος. Τι κι αν είχε προδιαγεγραμμένο μέλλον εκεί; Την έβλεπε! Ήταν ολοφάνερο ότι δεν την ήθελε την νομική, αλλά ποτέ δεν το φανέρωσε. Το γλυκό της κορίτσι, πάντα θυσία για τους άλλους. Τι σόι μάνα ήταν αυτή; Πως επέτρεπε τόσο κακό στο σπλάχνο της; Δεν το άντεχε, καιγόταν το μέσα της που της επέβαλλαν κάτι που δεν θα την έκανε ευτυχισμένη. Η ζωή της ήταν τα ζώα. Από μωρό, έτρεχε πίσω από κάθε αδέσποτο να το ταΐσει, να το φροντίσει. Αντί να την σπρώξει προς αυτό που αγαπούσε, επωμίστηκε τα πρέπει τους. Είχε υποχρέωση στον αδερφό της. Της στάθηκε οικονομικά τόσες φορές, της υποσχέθηκε ότι θα αναλάβει τα έξοδα των σπουδών της. Στην Μάγδα στηριζόταν, να γίνει η συνέχειά του. Πως να του έφερνε αντίρρηση; Άλλωστε ήταν και ο Λάμπρος, ο άντρας της, που το ήθελε πολύ. Της τόνιζε συνέχεια ότι θα εξασφάλιζε μια άνετη ζωή χωρίς στερήσεις όπως ήταν η δική τους. “Θέλεις να μου πεις κάτι;”, ψιθύρισε στον κορμό που δεν τον άφηνε από τα χέρια της και χαμογέλασε.

Ο Λάμπρος, ο μπαμπάς της Μάγδας, δύο μέρες πριν το γάμο της εγγονής του, τοποθετούσε λαμπάκια στον φάρο, για να είναι στο κλίμα της χαράς τους, να φέγγει όλη η αυλή με τα νουφαροάνθη. Χρόνια άγγιζε αυτό το δέντρο, μα τούτη τη φορά, συνέβη κάτι μαγικό. Σα να μπήκε ξαφνικά σε χρονοκάψουλα και ο νους του γύρισε πίσω, τότε, που πάλι, όπως τώρα, ήταν μόνος του, με μοναδική παρέα το δέντρο που το θεωρούσε κομμάτι της ζωής τους και αγγίζοντάς το, άφηνε κι ένα βάρος από μέσα του. Έπρεπε να κατευθύνουν την Μάγδα να γίνει δικηγορίνα. Ναι, ήξερε πόσο σπουδαία καριέρα θα έκανε δίπλα στον θείο της, πόση οικονομική ευημερία θα είχε, ήξερε και πόση υποχρέωση του είχαν. Πάντα ήταν εκεί στα δύσκολα, να βάζει πλάτη. Μα δεν του πήγαινε η καρδιά που θα ξεχρέωναν τις δικές τους οφειλές στην πλάτη της κόρης τους! Δεν το άντεχε. Έβλεπε την γυναίκα του πόσο το ήθελε, να βγει από την μιζέρια η κόρης τους, να γίνει κάποια κι έτσι δεν έφερε αντιρρήσεις. Τον πονούσε που το κορίτσι του δεν θα έκανε αυτό για το οποίο είχε γεννηθεί. Να είναι ανάμεσα σε γάτες και σκυλιά, να αγαπάει, να γιατρεύει, να φροντίζει τετράποδα. Έμεινε σοκαρισμένος να κοιτάζει το δέντρο. Θα έπαιρνε όρκο πως αυτό το δέντρο είχε ψυχή.

Το προγλέντι, είχε όλα όσα κουβαλάει μια τέτοια στιγμή. Γέλια, αγκαλιές, χορό, τραγούδι, ευχές, αγάπη. Όταν αργά τη νύχτα τελείωσε το μάζεμά τους και έμειναν οι τρεις τους για να καθαρίσουν, το δέντρο άρχισε να ρίχνει όλα του τα φύλλα. Έμεινε γυμνό, μα ακόμα κι έτσι ήταν τόσο όμορφο!

Ένα αεράκι της στιγμής, φύσηξε προς τα πόδια τους τα άνθη. Ένα χαλί από νούφαρα τύλιξε τα τρία σώματα. Κοίταζαν σαστισμένοι ο ένας τον άλλον. Έσκυψαν, μάζεψαν στις χούφτες τους όσα μπορούσαν και δακρυσμένοι έβγαλαν από μέσα τους ταυτόχρονα τις ίδιες λέξεις “ο φάρος, δεν είναι απλά ενα δέντρο”.

– Μαμά, μπαμπά, θα δώσω πανελλήνιες. Θα γίνω κτηνίατρος, τους είπε αποφασιστικά.

– Κορίτσι μου, συγχώρεσέ με. Έπρεπε να το είχες κάνει χρόνια πριν. Εγώ φταίω. Δεν αντιστάθηκα στον αδερφό μου, δεν σε στήριξα, ενώ ήξερα τι πραγματικά ήθελες. Να το κάνεις! Ποτέ δεν είναι αργά για τα θέλω μας.

– Θυγατέρα, κι από μένα συγγνώμη. Δεν στάθηκα αντάξιος των περιστάσεων σαν πατέρας. Σε οδηγήσαμε σε λάθος μονοπάτι και ο δρόμος τελικά είχε αγκάθια. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου για όσα τράβηξες χωρίς να είναι η επιλογή σου.

Οι αποκαλύψεις, για κάτι που αφορούσε και τους τρεις, που ποτέ δεν συζητήθηκε στο παρελθόν και που όλοι τους τελικά αισθάνονταν το ίδιο, ήταν λυτρωτικές. Δευτερόλεπτα μετά, το δέντρο ξεράθηκε. Δεν είχε μείνει τίποτα από την πρότερη του ζωντάνια. Πήγαν και οι τρεις και αγκάλιασαν τον φάρο τους που είχε επιτελέσει τον σκοπό του.

Η Μάγδα διέπρεψε για άλλη μια φορά στις πανελλήνιες, με καθυστέρηση πολλών ετών, μα δεν στάθηκε τελικά εμπόδιο αυτό. Άνοιξε το δικό της κτηνιατρείο, μα το κύριο μέλημά της ήταν τα αδέσποτα. Με συμμάχους τους γονείς της, πήραν ένα οικόπεδο λίγο έξω από το χωριό και οργάνωσε το καταφύγιο ζώων που λαχταρούσε όλη της τη ζωή. Ανάμεσα σε αυτές τις μουσουδίτσες, με άπειρες τρίχες πάνω στα ρούχα της, με τις γλωσσίτσες αυτές τις παιχνιδιάρικες να την γεμίζουν φιλιά και να της δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους, ένιωθε την ψυχή της γεμάτη.

Οι γονείς της πάντα στο πλευρό της, την βοηθούσαν όσο μπορούσαν και επιτέλους την έβλεπαν ευτυχισμένη. Σιγουρεύτηκαν πια, πως ενώ κάποιοι άνθρωποι χάνονται στο κυνήγι του χρήματος, τα ζώα, δείχνουν πάντα τον δρόμο της αφοσίωσης και της αγάπης.

Το καταφύγιο το ονόμασαν “φάρο” στη μνήμη του δέντρου που θύμισε στον καθένα το μυστικό που είχε αφήσει στον κορμό του και τα λάθη που επακολούθησαν. Χάρη στο ξεχωριστό δέντρο με το περίεργο όνομα που του έδωσε ένα παιδί, θυμήθηκαν όσα στην πορεία της ζωής, είχαν ξεχάσει. Όσα κάποιες φορές όλοι ξεχνάμε. Να ακολουθούμε την καρδιά μας!

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Το μαγικό δέντρο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading