Ο γέρο Γιάννης

«Ποιος είναι εκεί;» μουρμούρισε και βγήκε στην αυλή με την καραμπίνα στο χέρι, μόλις άκουσε αμάξι να πλησιάζει στον χώρο του. Στάθηκε ακίνητος και ευθυτενής δίπλα στο λυκόσκυλό του, την Λίζα, που περίμενε τις εντολές του.

«Καλημέρα! Ξέρετε πού είναι το παλιό σπίτι του κυρ Λάμπρου, του δασκάλου;» ξεπρόβαλε μια αδύνατη, κουρασμένη γυναίκα.

Εκείνος της έδειξε με την κάνη το ερείπιο που συνόρευε το σπίτι του. Η γυναίκα πήγε και πάρκαρε έξω από το γκρέμισμα.

«Τι θέλει αυτή;» ρώτησε την Λίζα και της έκανε νόημα να κάτσει δίπλα του στην καρέκλα. Άπλωσε τα πόδια του και έβαλε την μία γαλότσα πάνω στην άλλη. Ακούμπησε το όπλο στην αγκαλιά του και παρακολουθούσε.

Χρόνια τώρα ζούσε μόνος στο βουνό. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλείψει το χωριό και είχε βρει την ησυχία του. Έμενε με τον σκύλο και τα άλλα ζώα του και τρεφόταν από το μποστάνι του. Ό,τι χρειαζόταν το είχε εκεί. Στην πόλη σπάνια κατέβαινε για προμήθειες και αυτό με το ζόρι. Είχε ξεχάσει να επικοινωνεί με τους ανθρώπους πια. Και ήταν αυτό που πάντα ήθελε. Από μικρός τον ενοχλούσε ο κόσμος. Ήταν κλειστός και αγέλαστος και αυτό δεν άρεσε στους υπόλοιπους. Όσο μεγάλωνε γινόταν πιο απότομος και απόμακρος μέχρι που δεν ήξερε αν είχε πια καρδιά ή την έθαψε κάτω από τα μαύρα ρούχα. Είχε αφήσει τα μαλλιά και τα γένια του να μεγαλώσουν πολύ, άλλωστε δεν είχε σκοτούρες να είναι ευπαρουσίαστος. Τα βουνά και τα λαγκάδια τον έβλεπαν μόνο.

Η Αναστασία κατέβηκε από το αμάξι και έβγαλε δύο σακούλες τσαλακωμένα ρούχα και μια κουβέρτα. Αυτά πρόλαβε να μαζέψει. Τα άφησε στο μικρό σκονισμένο δωμάτιο και κοίταξε τριγύρω της. Καλύτερα εκεί παρά μαζί του. Όσο πιο μακριά γινόταν για να μην την βρει. Ήταν καιρός που πάλευε να φύγει. Έβαλε ό,τι είχε στην άκρη και αγόρασε αυτό το γκρέμισμα στην άκρη του τίποτα. Άφησε την αίτηση διαζυγίου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Έφυγε άρον άρον μέσα στη νύχτα και εξαφανίστηκε.

«Ξύπνα, μωρό μου, φτάσαμε», έβγαλε την μικρή Δήμητρα από το κάθισμα και την πήρε στην αγκαλιά της.

Πέρασε όλη τη μέρα ξεσκονίζοντας και σκουπίζοντας με ό,τι βρήκε μέσα. Έβαζε σε μια σειρά τις σκέψεις της. Σχολείο, δουλειά, φαγητό. Προσωρινά ή μόνιμα, δεν ήξερε αν θα μείνει εκεί. Τώρα έπρεπε να κρυφτεί. Τώρα ήταν στο μηδέν πάλι. Όμως ήξερε ότι θα έδινε ο Θεός. Θα τα κατάφερνε.

«Θα μείνουν;» ρώτησε την άλλη μέρα ο γερό Γιάννης. Η Λίζα τον κοίταξε απορημένη και κούρνιασε δίπλα στις μπότες του.

Δεν ήταν άνθρωπος που ήθελε προβλήματα. Ούτε βοήθεια ήξερε όμως να δίνει.

Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ζεστό τσάι. Έφυγε να ταΐσει και να αρμέξει. Γύρισε το μεσημέρι και τηγάνισε δύο αυγά με πατάτες. Έφαγε και ξάπλωσε. Τα κλάματα της μικρής τον ξύπνησαν λίγη ώρα μετά. Πέταξε το μαξιλάρι στον τοίχο. Πήγε και χτύπησε την πόρτα της. Η Αναστασία άνοιξε και βρήκε από έξω δύο μπουκάλια γάλα. «Ελπίζω να ξεραθεί τώρα», είπε μόλις μπήκε ξανά στο σπίτι του.

Όταν έπεσε βαρύς ο χειμώνας, το χωριό αποκλείστηκε. Η Αναστασία δεν μπορούσε να κατεβαίνει στην πόλη στο μωρό που φρόντιζε. Ο παιδικός έκλεισε για Χριστούγεννα. Η Δήμητρα έπαιζε όλη μέρα έξω με το χιόνι. Έτρωγαν σούπες με λαχανικά και κρέας που τους άφηνε ο βοσκός. Πάντα κρεμασμένα στην πόρτα, ποτέ δεν τα έδινε στο χέρι. Μια άλλη μέρα άφησε ξύλα γιατί είχε δύο μέρες να δει καπνό από την ξυλόσομπα. Βοήθησε στις επιδιορθώσεις του σπιτιού μιας και έπιαναν τα χέρια του. Εμφανιζόταν στην πόρτα με τα εργαλεία του και έκανε νόημα να μπει μέσα χωρίς να μιλάει.

«Αλλάζει ο άνθρωπος, Λίζα;» χασκογελούσε κάτω από την παχιά γενειάδα του, όσο έβλεπε την μικρή να πετάει χιόνι πέρα δώθε. Μία μπάλα τον πέτυχε στο παντελόνι. Σηκώθηκε απότομα και το τίναξε. Πήγε κοντά της με βαριά βήματα. Άρπαξε με την χούφτα του χιόνι και της το πέταξε. Η Αναστασία είδε από το παράθυρο τους δύο τους να παίζουν και έμεινε να τους κοιτάει. Την τρόμαζε αυτός ο βοσκός. Όχι ότι κυκλοφορούσε παντού με όπλο. Την φόβιζε η απόκοσμη φυσιογνωμία του, τα άγρια χαρακτηριστικά του, το ότι δεν γελούσε και δεν μιλούσε ποτέ. Πιο συχνά της χαμογελούσε ο σκύλος του.

Ο γέρο Γιάννης κοιμήθηκε διαφορετικά εκείνο το βράδυ. Κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Γιατί κάτι που δεν ήξερε ότι χρειαζόταν είχε έρθει τόσο απρόσμενα στην ζωή του. Γιατί νόμιζε ότι ήταν πλήρης και τίποτα δεν του έλειπε. Και τώρα έβλεπε μια άλλη πλευρά της ζωής που δεν είχε γνωρίσει ποτέ ξανά.

Παραμονή Χριστουγέννων και του χτύπησαν την πόρτα πρωί πρωί. Άνοιξε και είδε την Δήμητρα. Η μάνα της στεκόταν αμήχανα πιο πέρα και έτρωγε τα νύχια της.

«Κάλαντα», του είπε η μικρή και άρχισε να τραγουδά με μπερδεμένα λόγια και να χτυπά το τρίγωνο. Ο βοσκός άκουγε και χάιδευε τα γένια του. Την ρώτησε αν ήθελε να φάνε αύριο το μεσημέρι όλοι μαζί. Η Δήμητρα φυσικά χάρηκε και δέχτηκε. Κοίταξε την μάνα της που της έγνεψε θετικά.

Το τραπέζι ήταν γεμάτο μοσχομυριστά πιάτα που άχνιζαν ακόμα ζεστά όταν μπήκαν εκείνες μέσα. Πιάτα με πίτες, μπολ με σούπες και φαρδιές πιατέλες με κρεατικά και πατάτες, μια κανάτα κρασί και ένα ποτηράκι φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι. Έφαγαν, συζήτησαν, τραγούδησαν και γέλασαν με όλη τους την ψυχή. Και ο χρόνος σταμάτησε. Σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Σαν να μην ήταν πια μόνοι στην ζωή. Και η Αναστασία σταμάτησε να φοβάται. Γιατί είδε ότι κάτω από το άγριο παρουσιαστικό του έκρυβε ένα μικρό παιδί που δεν είχε μάθει ούτε να δίνει ούτε να παίρνει αγάπη. Ενώ ο άντρας της ήταν το ακριβώς αντίθετο. Και οι δύο την είχαν σημαδέψει. Αλλά το πώς χρησιμοποιείς τα «όπλα» που έχεις στα χέρια σου κάνει την διαφορά.

Το επόμενο βράδυ, η Λίζα ούρλιαζε στο παράθυρο. Τσαλαπάτησε τον γερό Γιάννη πάνω στο κρεβάτι και αυτός σηκώθηκε θυμωμένος. Πήγε να της βάλει τις φωνές μέχρι που άκουσε ουρλιαχτά. Άρπαξε το όπλο και βγήκε ξυπόλητος έξω στο χιόνι. «Κάνε να προλάβω, Θεέ μου!». Έπεσε πάνω στην πόρτα και την άνοιξε με μιας. Πρόταξε την καραμπίνα. Η Αναστασία ήταν στα χέρια του πρώην άντρα της και την σημάδευε με το όπλο του πίσω από την πλάτη της. Λες και δεν τον έβλεπε το παιδί του.

Η μικρή ούρλιαξε ξανά. «Πέτα το!», τον πρόσταξε ο γέρο Γιάννης. Πλησίασε και κοίταξε την Αναστασία που ήταν ακίνητη και ψύχραιμη για να μην τρομάξει το μωρό.

«Φοβάσαι;» την ρώτησε.

«Με έχουν σημαδέψει ξανά», του είπε. «Αλλά το χειρότερο όπλο είναι η εξουσία», βούρκωσε μα το κατάπιε. Γιατί την κοιτούσε η κόρη της.

«Πέτα το!», επανέλαβε και πλησίασε ακόμα πιο κοντά. «Είσαι στον τόπο μου τώρα και αυτά δεν περνάνε. Έχεις τελειώσει!». Το πώς χρησιμοποιείς την εξουσία σου είναι αυτό που σε διαχωρίζει από άνθρωπο σε κτήνος.

Ο άντρας βλέποντας τον αγριεμένο βοσκό να τον σημαδεύει, άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Τώρα τα έβαζε με κάποιον στα μέτρα του. Και δεν ένιωθε τόσο άντρας πια. Πέταξε το όπλο και έφυγε βρίζοντας.

Η Αναστασία έτρεξε και σήκωσε το παιδί και μαζί πήραν αγκαλιά τον γέρο Γιάννη. Εκείνος δίστασε, αλλά έκλεισε τα χέρια του. Δεν είχε και άλλη επιλογή. Είχε οικογένεια πλέον.

Σε εκείνο το αφιλόξενο βουνό, βρήκαν ο ένας τον άλλον. Σε εκείνο το απόμερο μέρος έσωσε ο ένας τον άλλον. Μέσα στα Χριστούγεννα, έζησαν την προσωπική τους Ανάσταση. Πλέον εκείνη που εξουσίαζε ήταν μόνο η αγάπη.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading