Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε γεμίσει με κόσμο, μην πάει ο νους σας στο κακό. Δεν είχε συμβεί κανένα δυστύχημα με τραίνο, ούτε καμιά φωτιά είχε πάρει τραγικές διαστάσεις, ούτε είχε γίνει καμία υπεξαίρεση χρημάτων. Τίποτα απ’ όλα αυτά, γιατί απλά όλα τρέχουν ομαλά σε αυτήν την χώρα. Όλα; Σχεδόν! Γιατί το τέλειο το συναντά κανείς μόνο στον Παράδεισο!
Βρισκόμαστε στην Φαρμαενδοχώρα. Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Μα φυσικά μιλάμε για την χώρα στην οποία βρίσκεται μία τεράστια φάρμα. Πού είναι αυτή; Κάπου κρυμμένη ανάμεσα σε δύο μεγάλες κορυφές του υψηλότερου βουνού της Ελλάδας. Ποιο είναι αυτό; Μα ποιο άλλο; Ο Μόλυμπος!
Το βουνό δεσπόζει στην επικράτεια από τότε που ήταν η κατοικία των δώδεκα θεών και λάτρευαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τόσο γηραιό είναι. Αυτό που το ξεχωρίζει από τα άλλα, είναι οι ψηλές, επιβλητικές κορυφές του και χαράδρες. Ανάμεσα σε δύο από αυτές, βρίσκεται και η χώρα που μιλάμε, της οποίας οι κάτοικοι είναι μόνο ζώα. Μάλιστα! Ζώα από την ελληνική ύπαιθρο που έχουν γεννηθεί εκεί ή έχουν βρει καταφύγιο.
Πριν πολλά πολλά χρόνια, έχω χάσει και το μέτρημα, άνθρωποι και ζώα ζούσαν μαζί αρμονικά. Έτσι χτίστηκε αυτή η τεράστια φάρμα, γιατί απλά όλοι οι κτηνοτρόφοι είχαν ένα κοινό σπίτι όπου ζούσαν μονιασμένοι και έπειτα έχτισαν άλλο ένα τεράστιο, πέτρινο οίκημα όπου έμεναν όλα τα ζώα μαζεμένα κι αυτά. Ο χρόνος κυλούσε ομαλά και όλοι ήταν ευτυχισμένοι, μέχρι που ένας κτηνοτρόφος πρότεινε να σφαγιάζονται τα πιο νεαρά και υγιή ζώα για εμπορικούς λόγους. Δηλαδή για το χρήμα!
-Τι να τα κάνουμε τόσα πολλά ζώα; Φτάνουν για μας και τις οικογένειές μας. Να τα σφάξουμε και να τα στείλουμε στα χωριά. Ειδικά όταν πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, θα γίνουν ανάρπαστα. Έτσι θα κερδίσουμε πολλά. Θα γίνουμε πλούσιοι!
Οι περισσότεροι έφεραν αντιρρήσεις, κάποιοι όμως βρήκαν την ιδέα πολύ δελεαστική. Έτσι άρχισε η διχόνοια και όταν υπάρχει αυτή η διχογνωμία και η εχθρότητα ανάμεσα σε ανθρώπους, τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Μην νομίζετε ότι τα ζώα δεν το αντιλήφθηκαν. Από τι; Από την αλλαγή στην συμπεριφορά των ανθρώπων. Πολλοί έγιναν εχθρικοί, απότομοι. Οι γλυκιές κουβέντες τύπου… “έλα δω κορίτσι μου”, “πού πας γενναίε μου τράγε;”, έπαψαν να βγαίνουν από τα χείλια τους.
Ένα βράδυ, ο αρχηγός των προβάτων άκουσε τις συνομιλίες τους και εκεί ήταν που θορυβήθηκαν πραγματικά.
-Αδέλφια μου, κάτι πρέπει να κάνουμε. Οι άνθρωποι εδώ δεν μας αγαπάνε πια και θέλουν το κακό μας. Να μας σφάξουν, να μας στείλουν στα χωριά και στα γύρω μέρη. Αχ πάνε οι τσάρκες μας, οι παρέες μας. Όλα αυτά θα χαθούν. Ακούω ιδέες για το πώς θα το αντιμετωπίσουμε.
-Εγώ λέω να υποκύψουμε, πόσα από μας θα σφαχτούνε; Ας γίνουν μερικά θυσία για τους υπόλοιπους, είπε μία προβατίνα.
-Τι λες καλέ; Και αν σφάξουν εσένα πρώτη, θα σου αρέσει;
-Ουπς, έχεις δίκιο. Έχω αρχίσει να φοβάμαι τώρα.
-Εγώ λέω, συνέχισε ο ταύρος, να κρυφτούμε. Να μας ψάχνουν για μέρες και όταν δεν θα μας βρίσκουν θα αναγκαστούν να φύγουν.
-Μπράβο, καλή ιδέα. Τρέξτε προβατάκια μου να πείτε τα νέα και στα άλλα ζώα. Αύριο το πρωί μόλις μας αμολήσουν για βοσκή, να πάμε μακριά και να χωθούμε όπου βρούμε. Ευτυχώς χορτάρι υπάρχει για όλους. Ακόμη δεν έχουν αρχίσει τα κρύα. Υπάρχει και Θεός!
Έτσι κι έγινε. Την επομένη, λίγο μετά την ανατολή του ήλιου, όλα τα ζώα, μικρά, μεγάλα, κατσίκες, πρόβατα, αγελάδες, κότες, χήνες, πάπιες με αρχηγό τον ταύρο, ξεκίνησαν για την καθημερινή τους βόλτα στις πλαγιές. Ευτυχώς για αυτά υπήρχαν κρυψώνες που μάτι δεν τις έβλεπε. Άλλα χώθηκαν κάτω από τους κουφάλες των δέντρων, τα μεγαλόσωμα στις σπηλιές, τα πιο μικρά κάτω από τους θάμνους.
-Αχ… πάνε και τα φτερά μου τα πλουμιστά, είπε μία χήνα με καημό. Κι εγώ τα πρόσεχα τόσο πολύ, μην σπάσει κανένα και χαθεί η χάρη μου.
-Τι προτιμάς, να βρεθείς σε κανένα πιάτο με ένα μήλο στο στόμα; της απάντησε η φιλενάδα της η πάπια.
-Μπρρρρ. Μόνο με την ιδέα… ας χαλάσω μερικά φτερά, χαλάλι.
Μάταια οι άνθρωποι περίμεναν την επιστροφή των ζώων. Είχε νυχτώσει και άφησαν το ψάξιμο για την επομένη. Πέρασαν μέρες και οι μέρες έγιναν βδομάδες και ήρθε και ο χειμώνας.
-Αδέλφια μου, όπως βλέπετε κανένα από τα ζώα μας δεν έχει βρεθεί και άρχισαν τα κρύα. Εγώ λέω να φύγουμε από δω, να κατέβουμε στα γύρω χωριά. Κάτι θα βρούμε να κάνουμε για να ζήσουμε.
Ευτυχώς πήραν την σωστή απόφαση και σε λίγες μέρες είχε αδειάσει το κοινόβιο σπίτι τους. Ερημιά παντού. Την επομένη ο ταύρος έστειλε το πιο γρήγορο κατσικάκι να κάνει την έρευνά του.
-Φίλοι μου, κρυφτό, τέλος. Είμαστε ελεύθερα πια! αυτά τα λογάκια έβγαιναν από το στόμα του όσο έτρεχε χαρούμενο και τα αφτιά του πήγαιναν πέρα δώθε. Ας κατεβούμε στο σπίτι μας πια. Α, ξέχασα να σας πω ότι και το άλλο σπίτι είναι δικό μας και αυτό.
-Ζήτωωωω!, φώναξαν όλα μαζί με τις φωνές τους τις γουργουρητές.
Από εκείνη την ημέρα και για πολλά χρόνια, είπαμε δεν ξέρω κι εγώ πόσα, τα ζώα ζουν αρμονικά μεταξύ τους, τα μουτράκια τους έλαμψαν ξανά, το γέλιο τους ή μάλλον το βέλασμά τους έγινε χαρούμενο και ανέμελο. Χορτάρι υπήρχε για όλους, σαν από ένστικτο, όταν έκανε υπερβολικό κρύο ή ζέστη, χώνονταν στα ζεστά δωμάτιά τους. Κανείς δεν πλησίασε ξανά την Φαρμαενδοχώρα, γιατί πίστευαν ότι το μέρος ήταν στοιχειωμένο. Μέχρι τα τωρινά χρόνια. Ένας νεαρός, you tuber, είχε την φαεινή ιδέα να κάνει την εξερεύνησή του στο μέρος αυτό για το οποίο είχε ακούσει τόσες ιστορίες από μικρός.
-Εγώ θα πάω να ρίξω μια ματιά, είπε στους φίλους του ένα βράδυ. Θα πάρω την κάμερά μου για τα καταγράψω ότι δω. Αν συναντήσω κανένα ζώο θα γίνω διάσημος, θα έχω πολλά views και θα έρθει πολύς κόσμος. Θα κόβω και εισιτήρια και αν βρεθούν και χασάπηδες να τους πουλήσω κανένα ζωντανό, ακόμη καλύτερα. Να μην σχολιάσω και για τις χήνες και τις πάπιες. Θα τις πουλήσω κι αυτές για την παραγωγή του διάσημου Fois Gras. Έχω ακούσει ότι το συκώτι τους είναι ο καλύτερος μεζές.
Το επόμενο πρωινό, ο νεαρός με την κάμερα στο χέρι, ξεκίνησε για την ανάβασή του στο βουνό. Ούτε που συγκινήθηκε από το κελάδισμα των πουλιών, από τον βούισμα των μελισσών, ούτε από το θρόισμα των φύλων στα ψηλά δέντρα. Τα μάτια του έβλεπαν μόνο το αρχικό γράμμα της λέξης του Ευρώ!
Τα ζώα, που δεν ήταν καθόλου χαζά, τόσα χρόνια έβαζαν φρουρούς και είχαν φτιάξει και παγίδες, ώστε αν πλησιάσει ο κίνδυνος να πάρουν τα μέτρα τους. Με το που πλησίασε ο νεαρός, σήμαινε ένας συναγερμός. Ο ταύρος, όχι φυσικά ο ίδιος που πρωτοστάτησε στην επανάστασή του (ποια χρονιά δεν ξέρω, ας την ονομάσουμε του 1981), αλλά ο εγγονός του, μάζεψε τα ζώα στην πλατεία και έδωσε σαφείς οδηγίες.
-Αδέλφια μου, δεν υπάρχει λόγος για πανικό, κρυφτείτε εκεί που ξέρετε και εσείς κατσικούλες, πάρτε θέση μάχης. Γυρίστε με το κεφάλι προς την άλλη μεριά, βάλτε στα πόδια τα αυγά που θα σας δώσουν οι πανέμορφές μας κότες και μόλις πλησιάσει ο εχθρός, αρχίστε τον βομβαρδισμό. Μετά θα περάσουν οι αγελάδες στην μάχη. Θα τον στριμώξουν με τον όγκο τους στην άκρη και έπειτα θα συνεχίσουμε τα χτυπήματα. Πού θα πάει, θα υποκύψει και θα παραδοθεί.
Έτσι κι έγινε. Με το που πλησίασε ο νεαρός, δέχτηκε τόσα χτυπήματα εκεί που δεν το περίμενε και σε λίγη ώρα βρέθηκε χτυπημένος, βρώμικος να κοιτάει τον ουρανό.
-Αχ τι έπαθα! Μα τι συνέβη; Πώς βρέθηκα έτσι λαβωμένος και βρωμάω αυγουλίλα. Μπλιαχ!
Ο ταύρος τον πλησίασε και προσπάθησε να φανεί ευγενικός. Σε δευτερόλεπτα τον είχε σηκώσει με τα κέρατά του και τον οδήγησε στην φάρμα.
Τον κάθισε κάτω και άρχισε την ανάκριση. Πήρε το άγριό του ύφος, ξέρετε, σαν κι εκείνο που έχουν οι ταύροι στις αρένες, για τις οποίες θα μιλήσουμε άλλη φορά.
-Πώς σε λένε; Τι θες εδώ; Ποιος σου μίλησε για μας;
Τι να πει ο δόλιος, ούτε που φανταζόταν ότι υπήρχαν τόσα ζώα. Η κάμερά του είχε βρει τραγικό τέλος, αφού την είχαν πατήσει τέσσερα βαριά πόδια χρώματος μαύρου. ‘Πάει η καταγραφή, πάνε τα λεφτουδάκια μου! Ποιος θα με πιστέψει τώρα;’, σκέφτηκε.
Προσπάθησε να τους εξηγήσει χωρίς να δώσει το πραγματικό του στίγμα για το τι ήθελε πραγματικά. ‘Ήταν και πονηρός.
Τότε τα ζώα, επειδή έχουν και το αίσθημα της δικαιοσύνης, σκέφτηκαν να τον δικάσουν. Μέσα σε λίγες μέρες είχαν ετοιμάσει την αίθουσα, μπορεί να τους πήρε λίγο χρόνο αλλά το αποτέλεσμα μετράει.
Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η αίθουσα φάνηκε λίγο μικρή. Ναι, πώς να χωρέσουν τόσα ζώα; Δεν είναι όλα μικρόσωμα. Και ήθελαν όλα να μπουν μέσα, δεν είχαν ποτέ τους βρεθεί σε αίθουσα δικαστηρίου γιατί απλά δεν είχε χρειαστεί.
Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο ταύρος, αντιπρόεδρος η γαλοπούλα και εισαγγελέας η πιο γηραιά προβατίνα, που ήταν και η πιο σοφή.
Ο κατηγορούμενος ήταν καθισμένος απέναντί τους και πραγματικά είχε αρχίσει να φοβάται, γιατί κατάλαβε ότι το πλήθος είχε εξαγριωθεί. Τι δουλειά είχε να χωθεί σε ξένα χωράφια; Δεν καθόταν ήσυχος στο σπιτάκι του;
Τους εξήγησε με λίγα λόγια ότι οι προθέσεις του ήταν αγνές, αλλά έλα που η αλήθεια δεν κρύβεται! Τι τα περνάτε τα ζώα; Ότι δεν νιώθουν, δεν καταλαβαίνουν; Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την ετυμηγορία της εισαγγελέως. Ήταν όντως η πιο σοφή, μίλησε σωστά και όλοι την άκουγαν με ανοιχτό το στόμα.
-Λοιπόν, ακούσαμε τον κατηγορούμενο. Πρόκειται για έναν νέο κουφιοκέφαλο! Τι πίστευε; ότι λίγα λεπτά που θα μας έπαιρνε βίντεο, όπως μας είπε, θα ήταν αρκετά για να νιώσει κανείς την ζωή μας στα βουνά; Εγώ προτείνω να τον κρατήσουμε για λίγο καιρό, να μας γνωρίσει καλύτερα και μετά να τον αφήσουμε να φύγει με την ελπίδα ότι θα κρατήσει τον λόγο του και δεν θα προδώσει το μυστικό μας.
‘Ουφ, φτηνά την γλίτωσα! Τι θα μου κάνουν όσο θα με έχουν εδώ;’, σκέφτηκε ο δόλιος.
Πού να φανταζόταν ότι θα έριχνε δουλειά, όχι αστεία! Πρωινό ξύπνημα πριν την ανατολή του ήλιου, ύπνος όσο χρειάζεται, όχι με τις ώρες στο κρεβάτι, φαγητό μόνο χόρτα και γάλα. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο νεαρός βρήκε τον αληθινό του εαυτό. Τόσο καιρό χωρίς το κινητό του, χωρίς ίντερνετ, κατάλαβε ότι δεν του χρειάζονταν τελικά.
Πώς περνούσε τόσες ώρες μπροστά σε μία οθόνη τόσα χρόνια; Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι η ζωή ήταν μόνο ό,τι του πλάσαραν οι άλλοι μέσω από τα αμέτρητα βιντεάκια και τις άχρηστες πληροφορίες; Κανείς δεν του είχε μιλήσει για την φύση, για την αξία της και την ομορφιά της.
Ένα πρωινό πλησίασε τον ταύρο και αφού τον καλημέρισε, του πρότεινε να παρατείνει την διαμονή του στην πανέμορφη Φαρμαενδοχώρα. Ο ταύρος άρχισε να φυσάει λίγο θυμωμένος.
-Δεν μου αρέσει να με κοροϊδεύουν, νεαρέ. του απάντησε κοφτά με τα ρουθούνια να φυσούν και να ξεφυσούν.
-Δεν σε κοροϊδεύω, καλέ μου ταύρε. Πραγματικά θέλω να μείνω λίγο παραπάνω, έχω αρχίσει να βρίσκω τον πραγματικό μου εαυτό. Άσε με να μείνω λίγο ακόμη και δεν θα το μετανιώσεις.
Έτσι κι έγινε, ο νεαρός, α ξέχασα να σας τον συστήσω, τώρα ήρθε η ώρα για την αληθινή γνωριμία μαζί του. Το όνομά του είναι Ελευθέριος Πριβιζάς. Ύστερα από την παραμονή του στην χώρα των ζώων, όταν επέστρεψε στο σπίτι του, άρχισε να γράφει παραμύθια με ήρωες τα αγαπημένα του ζώα, τους αληθινούς του φίλους. Η ψυχή του γαλήνεψε και ήθελε μέσα από τα γραπτά του να κάνει τα παιδιά να εκτιμήσουν την θεία φύση με τα δώρα της, από την αγνή παιδική τους ηλικία. Έγινε διάσημος και με την πρώτη ευκαιρία επέστρεφε στην “ιδιαίτερη πατρίδα” του, όπως είχε ονομάσει την Φαρμαενδοχώρα, για ξεκούραση και νέες εμπνεύσεις.
Μακάρι να ανακαλύψουμε κι εμείς το μέρος που θα μας γαληνεύει, όπου κι αν είναι αυτό. Η φύση ανταμείβει τους καλοπροαίρετους ανθρώπους κι εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι μόνο να την σεβόμαστε!
ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΦΥΣΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥ!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
