[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»). Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων. Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Γενικά, οι ιστορίες του περιοδικού δε συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα του μυθιστορήματος, αλλά το συγκεκριμένο ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ σε ό,τι έγινε στην «Κόμισσα». Και πάλι, όμως, η σύνδεση είναι πολύ μικρή, οπότε, κατά τη γνώμη μου, μπορείτε να διαβάσετε την εν λόγω ιστορία ΧΩΡΙΣ να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα».
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Η τελευταία θυσία της Ρεβέκκα Ντοντσάνου
του Άνγκελ Καλινέσκου
(Τεύχος Απριλίου, 1899, σελ. 10-15)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Ίσως έχεις ακούσει για τα συμβάντα στο χωριό Μπραν της Τρανσυλβανίας πριν δύο χρόνια. Πολλά έχουν ειπωθεί από τις Αρχές, αλλά έχουν διαδοθεί και διάφορες φήμες για το τι συνέβη σε εκείνο το μέρος. Φήμες για τέρατα και όχι για εισβολείς, για ανθρώπους με όπλα. Είναι μια υπόθεση που έχουμε παρακολουθήσει με ενδιαφέρον εδώ στο Weird Literature, αν και, ομολογουμένως, οι γνώσεις μας περιορίζονται σε όσα γράφτηκαν στις εφημερίδες. Παρ’ όλ’ αυτά, αγαπημένε αναγνώστη, ο κύριος Καλινέσκου («Η καλή πράξη του Αουρέλ», Τεύχος Δεκεμβρίου, 1897, σελ. 3-4), που κατάγεται από εκείνα τα μέρη, έχει μια δική του εκδοχή για τους «αγρίους» που προκάλεσαν τόσο κακό σε εκείνο το… χωριό (δεν το κατονομάζει, αλλά πιστεύω πως είναι ξεκάθαρο ότι αναφέρεται στο Μπραν).
Κλαρκ Μέιχεμ
Ένα κρύο βράδυ, το τελευταίο, όπως σκεφτόταν η γριά Ρεβέκκα Ντοντσάνου, προχωρούσε καμπουριαστή, σέρνοντας τα μαυροντυμένα πόδια της στο χιόνι. Η ανάσα της, πίσω από το μάλλινο, υγρό πια μαντήλι της, άχνιζε, ενώ η καταρροή δυσκόλευε την αναπνοή της. Χρησιμοποιούσε την καφετιά μαγκούρα της, για να βοηθάει όσο μπορούσε τα πόδια της, όπως κάθε φορά που μετακινούνταν από το στοιχειωμένο χωριό ως το καταραμένο δάσος με το κόκκινο φως, εκεί όπου η Ντοντσάνου οδηγούσε είτε μικρά παιδιά, είτε παρθένες νεαρές γυναίκες, για να ικανοποιηθούν οι αιμοβόρες ορέξεις των βαμπίρ που ζούσαν στο δάσος και έτσι να αφήσουν ήσυχο το χωριό, και κυρίως την ίδια τη Ρεβέκκα, που δεν είχε καμία όρεξη για να συναντήσει τον Θεό στον οποίο πίστευε κάποτε.
Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που έκανε αυτή τη διαδρομή, καθότι στο κατόπι της ήταν μια μικρή ομάδα αντρών. Την ακολουθούσαν δήθεν μυστικά, κρατώντας μια απόσταση και κινούμενοι όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν, για να μην τους αντιληφθεί, αλλά η Ρεβέκκα δεν ήταν κουτή. Μπορεί να είχε γεράσει, μπορεί να μην ήταν σε θέση να κάνει όσα ήθελε, αλλά ανόητη δεν ήταν. Είχε καταλάβει από καιρό ότι κάποτε θα έρχονταν οι στρατιωτικοί για να κάνουν ερωτήσεις.
Όλοι στο χωριό ήταν δυσαρεστημένοι με την κατάσταση που είχαν επιβάλλει τα τέρατα και η Ρεβέκκα, και αναπόφευκτα κάποιος (μάλλον κάποιος πατέρας, και πιθανώς όχι μόνο ένας) θα πήγαινε στην κοντινή πόλη για να ζητήσει βοήθεια. Και οι ξένοι στρατιωτικοί που λυμαίνονταν πολλά χρόνια τώρα την Τρανσυλβανία θα έρχονταν, η Ρεβέκκα ήταν σίγουρη για αυτό. Κι εκείνη θα έπρεπε να δεχτεί την ιδέα ότι θα τα παρατούσε και θα καθόταν ολημερίς στο καλύβι της, ήσυχη, χωρίς να ενοχλεί κανέναν.
Αυτό που δεν είχε φανταστεί η Ρεβέκκα, ήταν το γεγονός ότι θα ξυπνούσε μια μέρα και θα έβρισκε το χωριό άδειο από κατοίκους και καμιά ντουζίνα στρατιωτικούς, με άλογα και όπλα, να περιφέρονται. Αυτό προβλημάτισε την γριά, καθότι ιδέες σφηνώθηκαν στο μυαλό της, ιδέες ανησυχητικές: γιατί έφυγαν όλοι οι άλλοι χωριανοί και εκείνης δεν της είχε πει κανένας τίποτα; Μήπως θέλανε οι καταραμένοι Ούγγροι στρατιωτικοί να την σφάξουν ή να την πυροβολήσουν στο καλύβι της; Έτσι νόμιζαν ότι θα έλυναν το πρόβλημα με τα βαμπίρ, σκοτώνοντας μια αδύναμη, μόνη και άτεκνη γριά;
Έπειτα, η Ρεβέκκα είχε αποφασίσει ότι δεν είχε και μεγάλη σημασία. Αν οι ανόητοι πίστευαν ότι εκείνη θα αφηνόταν στη μοίρα της, γελιόντουσαν. Ω όχι, μια άλλη ιδέα, πολύ πιο ποθητή, είχε διώξει όλες τις άλλες, τις ενοχλητικές. Κι αυτή η ωραία ιδέα οφειλόταν στην απερισκεψία και την αφέλεια των Ούγγρων που την είχαν ανακρίνει: η Ρεβέκκα είχε καταλάβει από τα λόγια τους ότι εκείνοι δεν πίστευαν τα περί τεράτων στο κοντινό δάσος. Δεν ήταν σίγουροι τι ακριβώς έκανε η γριά με τα νεαρά θύματα -μιας και, όσο και να τη βασάνιζαν στις ερωτήσεις και στις ξυλιές, εκείνη παρίστανε την ανήξερη, ότι δεν είχε ιδέα για τις κατηγόριες και όλα αυτά-, αλλά περίμεναν ότι θα προδιδόταν από μόνη της. Ότι σίγουρα θα τους οδηγούσε στο λημέρι της, όπου πήγαινε τα θύματά της. Και αυτό το βράδυ, η γριά Ρεβέκκα αποφάσισε να εκπληρώσει αυτή τους την επιθυμία.
Ω ναι, θα τους έκανε το χατίρι. Θα τους πήγαινε σε ένα λημέρι, σε ένα μέρος που δεν είχαν ιδέα τι τους περίμενε, ή, ακόμα χειρότερα, ήξεραν τι τους περίμενε, αλλά δεν πίστευαν με τι θα έμπλεκαν. Ούτε ότι δεν θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, αντίθετα από την ίδια που θα γύριζε (έστω και προσωρινά).
Η Ρεβέκκα έκανε πολλές στάσεις μέχρι να φτάσει στο σκοτεινό δάσος. Πίσω της, βήματα ακολουθούσαν. Η Ρεβέκκα τους άκουγε. Μέχρι και τη δυσφορία τους να περπατήσουν στο χιόνι αντιλαμβανόταν. Υπήρξαν μια δυο στιγμές καθ’ όλη την πορεία της ως τη φωλιά των βαμπίρ που αναρωτήθηκε αν ήταν υπερβολικό από μέρους της να καταδικάσει τόσους νέους άντρες μονομιάς. Μήπως υπερέβαλλε, μήπως δεν τους έπρεπε μια τέτοια μοίρα, να πεθάνουν τόσο σύντομα και τόσο άσχημα; Αν και ξενόφερτα, ήταν όμορφα παλικάρια, με όλη τη ζωή μπροστά τους. Θα είχαν μητέρες και πατεράδες και αδέρφια που περίμεναν να ανταμώσουν ξανά. Αλλά η γριά ξεπέρασε τις αμφιβολίες της, ενθυμούμενη αφενός πως και τα άλλα θύματά της, ντόπια όλα τους, είχαν τις δικές τους οικογένειες και ήθελαν να ζήσουν και να ευτυχήσουν (και εκείνη, παρ’ όλ’ αυτά, τα είχε οδηγήσει στο θάνατο), και αφετέρου τα χαστούκια και τις φωνές των αξιωματικών τους. Το άγριο βλέμμα τους, τις κατηγόριες που κρύβονταν σε αυτό. Δεν της είχαν συμπεριφερθεί σωστά, σε εκείνη, που το μόνο που ήθελε ήταν να προστατεύσει το χωριό της από το μένος των τεράτων, δίδοντάς τους όσο πιο λίγη τροφή μπορούσε. Κι ούτε οι συγχωριανοί της (αυτοί οι αχάριστοι) έκαναν καλά, που την πρόδωσαν. Θα ερχόταν και η δική τους η σειρά, όμως. Όλοι θα μετάνιωναν για το πώς φέρθηκαν στην γιαγιά Ρεβέκκα. Θα ξαμολούσε τα βαμπίρ -αυτούς τους αγριάνθρωπους με τα θανατερά μάτια και τα σκυλίσια δόντια, που τους είχε δει μόνο μια φορά- σε όλη την Τρανσυλβανία. Θα αναγκάζονταν να φύγουν από το λημέρι τους, δηλαδή, μιας και η γριά δεν θα τους έφερνε άλλο θήραμα.
Η γριά πέρασε τα πρώτα δέντρα του δάσους και σύντομα το ίδιο έκαναν οι Ούγγροι, που ακόμα παρίσταναν ότι την ακολουθούσαν μυστικά. Εκείνη χαμογέλασε και σταμάτησε για μια στιγμή. Έβγαλε το αριστερό παραμορφωμένο από τα χρόνια και τις δαγκωματιές χέρι της και κοίταξε πού δεν το είχε ματώσει ακόμα. Έτσι καλούσε τα τέρατα: έχυνε λίγο από το δικό της αίμα, ούτως ώστε να το μυρίσουν εκείνα και να έρθουν για να παραλάβουν το θύμα τους, ενώ η Ρεβέκκα έφευγε από εκεί όπου ερχόταν κάθε φορά. Θα μπορούσε να ματώνει το εκάστοτε θήραμα, αλλά, ενδόμυχα, της άρεσε η ιδέα πως, παρότι η ίδια έχυνε πρώτη αίμα, ωστόσο ήταν εκείνη που γλίτωνε την αδυσώπητη μοίρα.
Τα δόντια της δεν ήταν σε καλή κατάσταση (με σούπες τρεφόταν τα τελευταία χρόνια), αλλά μια χαρακιά μπορούσαν να την προκαλέσουν. Κι αυτό έκανε στον δείκτη της, όταν κατέβασε το νοτισμένο μαντήλι της. Πόνεσε, αλλά η σταγόνα χύθηκε. Της φάνηκε ότι οι Ούγγροι κάτι συζήτησαν μεταξύ τους, αλλά δεν κατάλαβε τι ακριβώς. Ίσως απόρησαν με ό,τι την είδαν να κάνει.
Αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, η Ρεβέκκα έγλειψε το αίμα, τη γνώριμη αυτή πικρή γεύση, και το έφτυσε. Αντιλήφθηκε κάποιες σκιές να αλλάζουν θέση πάνω στα δέντρα ή ανάμεσά τους, μπροστά της ή δίπλα της. Έρχονταν. Είχαν οσμιστεί το ποθητό τους ποτό και έφταναν κοντά στη γριά. Και μαζί τους, η Ρεβέκκα διέκρινε τις πρώτες αχτίδες του κόκκινου φωτός που θα έλουζε τούτο το δάσος για μια ακόμα φορά.
Εκείνη προσπάθησε να γυρίσει, για να φύγει, όπως έκανε κάθε φορά, όμως σταμάτησε όταν οι Ούγγροι βγήκαν από τις δήθεν κρυψώνες τους. Είχαν τα όπλα τους ανά χείρας και σημάδευαν εκείνη. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αξιωματικός, που θα μπορούσε να είναι παιδί της Ρεβέκκα, άρχισε να φωνάζει και να την απειλεί, μιλώντας μια στη δική του γλώσσα και μια στη δική της. Στο μεταξύ, οι άλλοι Ούγγροι άρχιζαν να αντιλαμβάνονται ότι δεν ήταν μόνοι. Ότι υπήρχαν και άλλοι, άγνωστοί τους, μέσα στο δάσος. Κάποιοι έστρεφαν ήδη τα όπλα τους προς άλλες κατευθύνσεις, όταν τα πρώτα βαμπίρ έκαναν την εμφάνισή τους πέφτοντας από ψηλά, χωρίς κραυγές, και έριχναν στο έδαφος τους στρατιώτες.
Ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί και φωνές τρόμου, καθώς τα βαμπίρ με τα εξαθλιωμένα ρούχα ρίχνονταν σε όλους τους θνητούς, με αποτέλεσμα το απόσπασμα να χάνει τον ένα φαντάρο με την όμορφη στολή μετά τον άλλο. Ο αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι του και έσπευσε να πολεμήσει τα τέρατα, μα ήταν αργά. Το κόκκινο φως είχε πλημμυρίσει για άλλη μια φορά το δάσος.
Η Ρεβέκκα συνήθως έφευγε πριν συμβεί αυτό, αλλά τώρα ήταν αλλιώς, δεν πρόφτασε να απομακρυνθεί πριν αρχίσει το μακελειό. Είχε δει μόνο από μακριά αυτόν τον πορφυρό ήλιο που έλαμπε μες στη νύχτα, μετατρέποντας τις σκιές των δέντρων σε φανταστικούς δαίμονες. Τον είχε θαυμάσει, αλλά πάντα από απόσταση, μιας και ήξερε ότι αυτό το θαύμα προκαλούνταν όταν ένας άνθρωπος έχανε σταδιακά όλο του το αίμα από τα βαμπίρ, τα οποία τις περισσότερες φορές αρκούνταν με ένα θύμα, για κάποιες μέρες, ανάλογα την ηλικία και την υγεία του. Τώρα, όμως, που το κάθε βαμπίρ είχε όχι μόνο το δικό του θύμα, μα και πολλά ακόμα διαθέσιμα…
Το φως, το οποίο έβλεπε μόνο η Ρεβέκκα, ήταν τόσο δυνατό που τα γέρικα μάτια της δεν άντεξαν και τυφλώθηκαν, πριν καν εκείνη το αντιληφθεί. Η μαγκούρα της έπεσε από τα χέρια, καθώς, αρχικά νόμισε ότι είχε κλείσει τα μάτια της και προσπάθησε να τα ανοίξει, όπως έκανε πάντα, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκε πως δεν έβλεπε το δυνατό κόκκινο φως ή οτιδήποτε άλλο. Το τελευταίο πράγμα που είχε καταφέρει να δει η Ρεβέκκα, και το οποίο της προκάλεσε τρομερό δέος, ήταν πως μέσα σε αυτόν τον πορφυρό ήλιο επέπλεαν, πετούσαν άυλες μορφές, γυναικείες και παιδικές. Και παρά το ότι οι κραυγές είχαν σταματήσει πια, πράγμα που σήμαινε ότι οι Ούγγροι ήταν νεκροί, και ενώ ένιωθε μια απροσδόκητη δυνατή θέρμη, η καρδιά της Ρεβέκκα χτυπούσε πολύ γρήγορα. Γιατί ήξερε. Ήξερε ότι οι μορφές που είχε προφτάσει να δει ήταν όλα τα θύματα που είχε φέρει στα βαμπίρ, μιας και αναγνώρισε μερικά πρόσωπα, τα οποία μάλιστα φαίνονταν σχεδόν χαρούμενα, σαν να ήξεραν αυτό που και η Ρεβέκκα πλέον καταλάβαινε. Ήξερε ότι πλέον δεν θα μπορούσε να φύγει από το δάσος. Και ήξερε ότι τα βαμπίρ, μετά από τη σφαγή που είχαν προκαλέσει, δεν θα χρειάζονταν φαγητό για εβδομάδες, ίσως και μήνες. Και ήξερε πως κανείς δεν θα ερχόταν να τη βρει, ποτέ. Και ήξερε ότι, ακόμα και να έρχονταν, εκείνη θα είχε χαθεί από προσώπου γης, πιθανότατα θα είχε γίνει μια άυλη μορφή κι αυτή. Και ήξερε πως οι κάτοικοι θα επέστρεφαν στο χωριό, κάποια στιγμή. Και ήξερε ότι τα βαμπίρ δεν θα τους επιτίθεντο, για πολύ καιρό.
Και, ενώ μια απαίσια μυρωδιά κατέκλυσε τη Ρεβέκκα και ένα σιγανό γρύλισμα την πλησίαζε το καμπουριαστό κορμί της, αυτό ήταν που την απέλπισε πιο πολύ: το ότι οι συγχωριανοί της, οι προδότες της, θα ευημερούσαν, ίσως και να έβρισκαν πώς να αντιμετωπίσουν τα τέρατα, τη στιγμή που η ίδια δεν θα ζούσε πια. Δεν θα ζούσε, γιατί άθελά της είχε θυσιαστεί. Η Ρεβέκκα Ντοντσάνου είχε γίνει η τελευταία θυσία του εαυτού της.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Άνγκελ Καλινέσκου γεννήθηκε στην Κλουζ-Ναπόκα της Τρανσυλβανίας το 1865, αλλά εργάζεται ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο της Βουδαπέστης, όπου ζει με την σύζυγό του. Στον ελεύθερο χρόνο του, γράφει μικρές ιστορίες μυθοπλασίας που εκτυλίσσονται σε διάφορες περιοχές της πατρίδας του.
Σημειώσεις: Το διήγημα προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου. Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Τάκης Κομνηνός
