Μια ολοκληρωτική ήττα

Ήταν μια ολοκληρωτική ήττα, από εκείνες που δεν χάνεις απλά την αξιοπρέπειά σου, μα τον ίδιο σου τον εαυτό. Η κατάστασή μου ήταν τραγική, όχι μόνο διότι ανακαλύφθηκαν οι απατεωνιές μου, μα και γιατί τις αντίκρυσε ο μοναδικός άνθρωπος που δεν ήθελα ποτέ.

Αυτή την τελευταία ώρα, μόνη και με την κατηγορία της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος, περίμενα σ’ ένα προσωρινό κελί την δίκη μου, απελπισμένη, κατεστραμμένη, μη γνωρίζοντας σε ποιον ν’ απευθυνθώ και ποιος να με υπερασπιστεί. Εκείνη την ύστατη ώρα γνώρισα τον διάβολο με σακάκι και γραβάτα, πρωτοκλασάτος δικηγόρος του κ@λου, από εκείνους που είναι βαθιά χωμένοι στα σκ@τ@.

Μου συστήθηκε, Καραμάνος Μιχαήλ του Σωτηρίου και ορκίστηκε πως η υπόθεσή μου ήταν απλή, αναστρέψιμη, κάτι σαν παιδική αρρώστια, που περνάει γρήγορα και δεν αφήνει «κουσούρια». Αναθάρρεψα, όχι γιατί δεν μου άξιζε τιμωρία, αλλά γιατί ποτέ κανένας δεν πιστεύει για τον ίδιο, ότι είναι παραβάτης του νόμου, στον βαθμό που του προσδιορίζουν οι εκπρόσωποί του. Καταγγέλλουν βαρύγδουπες κατηγορίες, που σε προβληματίζουν, σε κάνουν και αισθάνεσαι αβάσταχτα κακός, όταν η κοινή συνείδηση και τιμωρία, δεν έχουν λειτουργήσει σχεδόν ποτέ για κανέναν στο παρελθόν! Μέχρι που λειτουργούν πάνω σου, σαν χείμαρρος που τον εμπόδιζαν βράχοι και κλαδιά βαριά, νιώθεις την αδικία και προσπαθείς να καταλάβεις γιατί ήσουν εσύ ο μοναδικός κατηγορούμενος.

«Γιατί εσείς μείνατε στην χώρα, αγαπητή μου;» απάντησε ο Μιχαήλ του Σωτηρίου Καραμάνος.

«Τι εννοείτε; Γιατί, οι συνεργάτες μου πού βρίσκονται;»

«Ουδείς γνωρίζει! Παρόλα αυτά ο πελάτης μου, με έστειλε να σας εκπροσωπήσω άμεσα, διότι καταλαβαίνει πως είστε… πώς να το θέσω… ο αποδιοπομπαίος τράγος, ας πούμε. Δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να φυλακιστείτε, όπως επίσης δεν θα ήθελε να κατηγορηθείτε. Όπως όμως καταλαβαίνετε, η σύλληψη σας συνέβη, ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ τον λόγο» είπε τονίζοντας τις λέξεις « θα πείσουμε ότι τα στοιχεία εναντίον σας, είναι ψευδή. Κατασκευασμένα».

Πλάκα είχε, σκέφτηκα! Κατασκευασμένα! Πώς θα πείσει ότι τα στοιχεία είναι κατασκευασμένα, αφού οι τραπεζικές μεταφορές αποδεικνύουν ποσά μεταφοράς προς τον λογαριασμό μου; Χαμογέλασα στωικά, χωρίς ελπίδα ιδιαίτερη, έμεινα να τον κοιτώ ν’ αγορεύει, έλεγε πως δεν φταίω που τα κοπάδια αιγοπροβάτων ψόφησαν ενώ είχα λάβει την επιχορήγηση. Έλεγε πως είχα ακριβώς τον αριθμό των ζωντανών που είχα δηλώσει, αλλά το ότι αρρώστησαν, το επαληθεύει και ο κτηνίατρος, θα βρούμε έναν να μην ανησυχώ, αυτή ήταν δική του δουλειά.

Μαζί με εκείνον, τον πελάτη του δικηγοροδιαβόλου, που τελικά γνώριζε καλύτερα από όλους, στήσαμε επική επιχείρηση, αγοράσαμε κτηνοτροφικές μονάδες υπό κατάρρευση, και με ένα κοπάδι που πηγαινοφέρναμε από μονάδα σε μονάδα κατά τον έλεγχο, πήραμε επιχορηγήσεις, να δημιουργήσουμε σύγχρονες εγκαταστάσεις, κάτι που φυσικά δεν έγινε, παρά μόνο σε ελάχιστο βαθμό! Θρασύτατοι και οι δυο, ιδρύσαμε και θυγατρική, έτσι ώστε να τα παίρνουμε και από εκεί και για δέκα χρόνια, όλο το σύστημα λειτουργούσε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, με γρανάζια ένα πλήθος ανθρώπων που χρηματίζονταν, έτσι ώστε να κάνουν τα «στραβά» μάτια.

Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, και εκείνος, εξαγόρασε και μια μονάδα εκτροφής με κοτόπουλα, που ήταν μια από τις πολλές βιτρίνες του. Εκεί «χεστήκαμε» στο χρήμα, μάνα εξ ουρανού δάνεια σε δάνεια, επιχορηγήσεις και άλλες επιχορηγήσεις, και δεν είχε τελειωμό. Λίγο η επιτυχία του πλούτου, λίγο η νιότη και η αυθάδικη σκέψη, με κατέστησε απρόσεκτη. Δεν με ενδιέφερε να μην κάνω επίδειξη πλούτου, όταν η φερράρι μου ήχησε στα μονοπάτια του χωριού και όλοι με κοιτάζαν, γκάζωνα και έτρωγαν την σκόνη μου. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα.

Τότε ήταν που ο πατέρας μου μίλησε, «Δεν με ξεγελάς, εμένα. Τι είναι όλα αυτά; Σε έχουν μπλέξει, φύγε όσο είναι νωρίς, πήγαινε στον Καναδά, να συνεχίσεις και τις σπουδές σου. Φύγε παιδί μου, σε παρακαλώ!». Μου ήταν αδύνατον. Είχα συνηθίσει στην ζωή της χλιδής, τα ταξίδια στο εξωτερικό, τον απόλυτο γλυκό πλούτο της υπεροχής!

Στο Βέλγιο, γνώρισα τον Άλεξ. Του άρεσα είπε, ένα από τα πλεονεκτήματά μου, ήταν η χώρα μου, την αγαπούσε την Ελλάδα, διέκρινε σπιρτάδα και ματαιοδοξία ταυτόχρονα, μα δεν τον σταμάτησε η μυστικοπάθειά μου.

«Καλά» μου είπε περιπαιχτικά, «αφού δεν μου λες τι δουλειά κάνεις, ούτε εγώ θα σου πω». Μου φάνηκε τίμιο, και όμορφο και… δεν ξέρω τι άλλο. Η ηθική του με κόλαζε. Ήθελα τόσο πολύ να τον παροτρύνω να βγει από το καλούπι του «καθώς πρέπει», του ηθικού και νόμιμου, μα συγκρατήθηκα. Ήταν κάτι αγνό που δεν ήθελα να το χαλάσω, ήταν ίσως το καταφύγιο από τους πουλημένους που με περιστοίχιζαν. Μου άρεσε που δεν ήξερε τίποτα από τις δουλειές μου, μου άρεσε που με εμπιστευόταν και με πίστευε. Μου άρεσε που με φρόντιζε.

Το φθινόπωρο, λίγο καιρό πριν, έπρεπε να επιστρέψω στο χωριό. Ο συνεργάτης, μου είπε πως χρειάζεται ένα μεγάλο ποσό να εξαγοράσει μια ακόμα μονάδα, αυτή την φορά στο Κάνσας, έτσι ώστε να λαμβάνουμε επιχορηγήσεις και από την Αμερική. Ήταν καλή ιδέα, συμφώνησα. Μετάφερε σχεδόν όλα τα χρήματα σε μια offshore στα νησιά Κέημαν και ειλικρινά δεν είχα λόγο να πιστέψω πως δεν θα προχώραγε στην αγορά. Χαιρετηθήκαμε σαν δυο καλοί συνεργάτες, έφυγε, ενώ εγώ έμεινα ακόμα λίγο στο χωριό.

Ειδοποιήθηκα πως την επόμενη θα είχαμε έλεγχο, από το ευρωπαϊκό κλιμάκιο. Κανένα πρόβλημα, τα κοπάδια θα μεταφέρονταν όπως συνήθως και ευτυχώς οι κτιριακές αλλαγές που σκεφτήκαμε να κάνουμε ένα χρόνο πριν, κάλυπταν ένα μεγάλο ποσό των επιχορηγήσεων. Όλα τα γρανάζια της μηχανής ήταν έτοιμα. Δεν ήμουν όμως έτοιμη για τον επίτροπο της ευρωπαϊκής ένωσης, που ήρθε αυτοπροσώπως να κάνει έρευνα λόγω των υπέρογκων ποσών που είχα λάβει.

Βγήκε από το ford του, απλά ντυμένος, με το άτεγκτο ύφος του ελεγκτή, και να πάρει, αυτός που αντίκρυσα, ήταν ο αγαπημένος μου Άλεξ! Δεν μου χαρίστηκε! Με κατατρόπωσε, με έστειλε στο κελί μου, ταπεινωμένος για την αγάπη μας, με διέλυσε! Η ηθική του ακεραιότητα ήταν μεγαλύτερη από τον πόθο, τον έρωτά μας.

Τον θαυμάζω τον Άλεξ, ακόμα και τώρα που ο διάβολος μου λέει τα δικά του, πως θα δικαιολογήσει τα ποσά, ίσως να χρειαστεί να επιστρέψω κάτι, καλή την πίστη και άλλα, τόσα άλλα, που βουίζουν στο κεφάλι μου. Ο Αλεξ μου, ο τίμιος! Αν ήμασταν όλοι έτσι, κανείς δεν θα ζούσε εις βάρος των άλλων. Και εγώ έκανα κατάχρηση στον μέγιστο βαθμό, και έπεσα σε παγίδα σαν χαζή χωριάτισσα. Όχι, μου αξίζει, καλά να πάθω, μονολογώ και ακουμπώ το κεφάλι στον τοίχο.

Η φλυαρία του Καραμάνου ενοχλεί την παραστρατισμένη σκέψη μου. Δίνω ένα τέλος, έχω πονοκεφαλιάσει.

«Κύριε Καραμάνο, αν πιστεύεται ότι μπορούμε να το σώσουμε, θα κάνω ό,τι μου πείτε»

«Μα φυσικά θα το σώσουμε! Άλλωστε, ο επίτροπος, θέλει και νέα συνεργασία»

«Ποιος επίτροπος;»

«Αυτός που σας κατήγγειλε, αγαπητή. Πώς νομίζατε λαμβάναμε τις επιδοτήσεις τόσα χρόνια;»

Πέφτω από τα σύννεφα! Ο αδέκαστος, ο ηθικός, ο αλύγιστος ευρωπαϊκός επίτροπος. Ο Άλεξ μου, ο εγκέφαλος του κυκλώματός μας, εκείνος κρυμμένος πίσω από όλα!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading