Αφοσίωση

Τελείωνε ο Αύγουστος και ένιωθε πάλι εκείνη την γνώριμη, γλυκιά μελαγχολία. Μέρες τώρα, περίμενε το μάζεμά τους, να τους αποχαιρετήσει για το φευγιό, για το πέταγμα του μακρινού ταξιδιού, σε άλλο ζεστό σημείο του κόσμου, να ξεχειμωνιάσουν.

Δεν υπήρξε ποτέ, αυτό που λέμε φιλόζωη, η Αρετή. Δεν τραβούσαν το βλέμμα της τα χαριτωμένα σκυλάκια με φιογκάκια και ειδικά ρουχάκια που περνούσαν με τα αφεντικά τους μπροστά από το σπίτι της. Ούτε θα έμπαινε ποτέ στη διαδικασία να ταΐσει ή να βάλει νερό στα αδέσποτα της γειτονιάς. Δεν θα τα έκανε ποτέ κακό, δεν θα παραβίαζε τον χώρο τους και την ησυχία τους, δεν θα τα πλησίαζε ποτέ. Με λίγα λόγια, από μακριά κι αγαπημένοι με τα τετράποδα. Τους πελαργούς όμως τους λάτρευε. Τους περίμενε πώς και πώς την άνοιξη.

Θες που όταν ήταν μικρή, μόλις έκαναν την εμφάνισή τους και για τους μήνες που ήταν κοντά τους, άκουγε πάντα τη μαμά της να τραγουδάει “λέλεκα πουρδέλεκα πουν’ τα λελεκάκια σου, να τα δω, να τα εκεί, στου παππού μου το βρακί. Λέλεκα πουρδέλεκα, τι θα φας το βράδυ; Κουτσουλιές με λάδι” και το τραγουδούσε μαζί της; Θες που την γοήτευε πάντα η ελευθερία τους, που ζούσαν πάνω στις κολώνες, τόσο ψηλά, τόσο μακριά από το καταστροφικό ον, τον άνθρωπο, μα και συνάμα, τόσο κοντά του; Το αποτέλεσμα ήταν ότι τους έψαχνε, τους αναζητούσε, τους καμάρωνε!

Παρατηρούσε το αρσενικό να διαμορφώνει με μαεστρία την φωλιά τους. Θαύμαζε τις δεξιότητές του, την υπομονή του, την μεθοδικότητά του. Θαύμαζε και τον Θεό, για το δημιούργημά του, για την σοφία με την οποία εποίησε τούτο τον κόσμο.

Η κολώνα η οποία φιλοξενούσε μια αποδημητική οικογένεια, ήταν στη γωνία της μονοκατοικίας της. Μόνη της, όπως ήταν μια ζωή, τα λελέκια, τα ένιωθε οικογένεια. Δική της δεν είχε, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Η μάνα της την είχε “αποκούμπι”, έτσι την αποκαλούσε. Τα αδέρφια της, απαγκιστρώθηκαν νωρίς, έκαναν τις οικογένειές τους και δεν έπεσαν στη παγίδα των συναισθηματικών εκβιασμών. Η Αρετή, έδινε κάθε φορά παράταση στον εαυτό της. Όταν ήταν νέα, είχε την πολυτέλεια του χρόνου. “Τελευταία φορά που της επιτρέπω να ορίζει την ζωή μου” έλεγε από μέσα της. Δεν τολμούσε να τα πει φωναχτά. Ποτέ δεν κατάλαβε τι την εμπόδιζε. Η ευθύνη, η λύπηση, το φιλότιμο, η τύψεις για την ανταπόδοση; Ποτέ, τίποτα όμως δεν ήταν αρκετό, τίποτα δεν έφτανε τις προσδοκίες της μάνας της, πάντα ζητούσε και κάτι παραπάνω.

Στην αρχή, ήταν που έμεινε χήρα και αναζητούσε συντροφιά, έναν άνθρωπο να πει τον πόνο της, να μοιραστεί τις μνήμες της κοινής, ευτυχισμένης ζωής τους, έναν άνθρωπο να την νιώσει, να της μαλακώσει την μοναξιά. Ο ένας της γιος ήδη παντρεμένος με δύο μικρά παιδιά, ο άλλος φρεσκοπαντρεμένος με έγκυο γυναίκα, ο κλήρος έπεφτε στην μικρότερη και ελεύθερη Αρετή. Της το είχαν ξεκόψει τα αγόρια της, ότι δεν μπορούν να αφήνουν δουλειές και οικογένειες για να τρέχουν να την νταντεύουν. Παρηγοριά της έδωσε η Αρετή.

Η παρηγοριά σύντομα έγινε θηλιά στο λαιμό της κοπέλας. Δεν είχε προσωπική ζωή. Μόνο στη δουλειά και να την υπηρετεί. Η μαμά της μέρα με τη μέρα γινόταν πιο κτητική, πιο περίεργη, πιο έρμαιο των φόβων της. Εκεί που κρύωνε ζεσταινόταν, εκεί που ευχαριστιόταν κάτι, γκρίνιαζε, εκεί που γελούσε, έκλαιγε. Ένιωθε συνεχώς άρρωστη, ανακάλυπτε συνεχώς κι έναν καινούριο πόνο στο σώμα της, έκανε καθημερινή της καραμέλα το “δεν είμαι καλά, θα πεθάνω”. Η Αρετή ήταν εκεί, με σωματικό και ψυχικό κόστος. Μαγείρευε τα αγαπημένα της φαγητά, καθάριζε σχολαστικά το σπίτι, την έβαζε στο αμάξι και την πήγαινε βόλτες, με την αγαπημένη της μουσική, καλούσε στο σπίτι τις αγαπημένες της φίλες, τους έκανε καφέδες, πίτες, γλυκά και καθόταν εκεί, μαζί τους. Ούτε τότε δεν είχε προσωπικό χρόνο. “Μαμά, να φύγω λίγη ώρα, να πείτε τα δικά σας”, της έλεγε η Αρετή. “Ποια δικά μας; Για να με κουτσομπολέψουν μετά έρχονται, όχι για να δουν τι κάνω”. Την έπνιγε αυτό την Αρετή. Δεν μπορούσε να καταλάβει, να θυμηθεί, αν από πάντα ήταν έτσι η μαμά της ή αν ο θάνατος του μπαμπά της την άλλαξε. Φερόταν εγωιστικά, γινόταν άδικη, στενόμυαλη, εχθρική.

Στα τρία χρόνια του μπαμπά της, έχοντας δώσει την ψυχή της τόσα χρόνια, αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου, ουσιαστικά, την μαμά της, της είπε ότι ήθελε πια να φύγει από το πατρικό της, να “συμμαζέψει” λίγο την ζωή της, δεν ήταν πια κι αυτή καμιά νεαρούλα. Αυτό που ακολούθησε, μόνο σενάριο σε κωμική ταινία θα μπορούσε να ήταν. Η μαμά της να ξεφυσιέται, να παραπονιέται ότι πονάει η καρδιά της, αφού κατέρρευσε στην πολυθρόνα, να ζητάει νερό, αέρα, ηρεμιστικό. “Τύφλα να ‘χει η αγαπημένη της ηθοποιός, η Ντίνα Κώνστα”, σκεφτόταν η Αρετή, ενώ το οξυγόνο όλο και λιγόστευε στην μαμά της. Όταν πια η ανάσα της έβγαινε ιδιαίτερα δύσκολα, κάλεσε ασθενοφόρο. Άφησε πίσω της τα όνειρα να εγκαταλείψει την πατρική κατοικία και να ζήσει μόνη, να ζήσει… γενικά!

Ήταν τριάντα επτά χρονών και μέσα της είχε γεράσει. Αυτό που την έθλιβε πιο πολύ, ήταν ότι λίγες μέρες μετά, που γύρισε σπίτι η μαμά της, συνέχισαν σα να μην έγινε ποτέ η τελευταία τους κουβέντα, σα να αφαίρεσε από τη μνήμη της αυτό που είχε ακούσει, σα να μη το θεωρούσε σοβαρό, σα να μη την ένοιαζε, σα να μην είχε σημασία. Είχε επωμιστεί το βάρος της μαμάς της μόνη κι ο καιρός περνούσε. Τα αδέρφια της έπαιρναν από κανένα τηλέφωνο, ερχόντουσαν μια φορά το μήνα, μια Κυριακή, κι έβγαζαν την υποχρέωση. Εκείνη όμως, θυσίαζε την ζωή της.

Ένα απόγευμα, που έκανε η Αρετή καφεδάκια και κάθισαν στην αυλή, η μαμά της κοιτούσε ψηλά. Γύρισε το βλέμμα της να δει τι ακριβώς κοιτούσε η μαμά της. Οι δύο μεγάλοι πελαργοί της φωλιάς, ένωναν τα ράμφη τους, σε μια τρυφερή στιγμή. Όταν είδε δάκρυα στα μάτια της μαμάς της, σάστισε.

– Τι έπαθες; Πονάς πουθενά;

– Θυμάσαι που σου τραγουδούσα όταν ήσουν μικρή το λέλεκα πουρδέλεκα;

– Ξεχνιέται; Χρόνια και χρόνια.

– Τα πιο πιστά ζώα είναι. Στα “δικαστήρια των πελαργών” αποφασίζεται η θανατική ποινή σε εκείνον που πρόδωσε την συζυγική πίστη. Ξέρεις τι κάνουν για τους γέρους γονείς τους; Αναλαμβάνουν την διατροφή τους και για να τους ζεστάνουν, μαδούν τα φτερά τους.

– Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις! Εύγε!

– Τους αγαπώ. Η αφοσίωσή τους είναι συγκινητική.

Έμεινε αμίλητη την υπόλοιπη ώρα με το βλέμμα ψηλά, στη φωλιά των πελαργών. Δεν μπόρεσε να καταλάβει. Ήταν μπιχτή ή παράπονο; Σα να της έλεγε “δες, οι πελαργοί στέκονται δίπλα στους γονείς τους, όχι μόνο εσύ. Δες, θυσιάζονται”.

Περνούσαν τα χρόνια και το μόνο που ευχαριστιόταν η μαμά της, ήταν οι μήνες που καθόταν στην αυλή και χάζευε τους πελαργούς. Στην Αρετή, δεν αναγνώριζε τίποτα. Τα θεωρούσε όλα δεδομένα. Την προσπάθεια, την φροντίδα, την καθαριότητα, τις κουβέντες, τις πράξεις, την απομόνωση, την παραίτηση από την ζωή της. Θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένη, ότι δεν έκανε τίποτα πέρα από όσα όφειλε ένα παιδί στον γονιό που το γέννησε, το μεγάλωσε, το ανέθρεψε.

Τελευταία μέρα του Αυγούστου και εκεί που καθόταν στην αυλή, ατενίζοντας τον ουρανό και το πέταγμα των γειτόνων της πελαργών, η Αρετή άφησε στο τραπέζι μια τούρτα.

Τι γιορτάζουμε;, ρώτησε απορημένη.

– Μάνα, πάλι το ξέχασες… Σαν σήμερα, θες ευτυχώς, θες δυστυχώς, με γέννησες, πριν σαράντα εφτά χρόνια.

Δεν μίλησε, μόνο την κοιτούσε, επίμονα. Όταν την είδε βουρκωμένη, η Αρετή το μετάνιωσε και αστειεύτηκε:

– Τέτοιο κορίτσαρο, μόνο εσύ θα μπορούσες να γεννήσεις!

– Σαράντα εφτά ε; Κι εγώ δηλαδή, τον άλλο μήνα, ογδόντα.

– Ε, καλά; Τώρα αντιλήφθηκες μωρέ μαμά τις ηλικίες μας;

Όχι, τώρα απλά συνειδητοποίησα ότι είσαι σαν τους πελαργούς. Δεκατρία χρόνια έχει που μας άφησε ο μπαμπάς σου κι εσύ τελικά, με φροντίζεις με το παραπάνω, μαδάς τα φτερά σου, το μέλλον σου, τη ζωή σου, για μένα.

– Έλα, έλα, θα ανάψω το κεράκι, θα μου τραγουδήσεις;, προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα η Αρετή.

Τι νόημα είχε πια η συνειδητοποίηση αυτή; Είχε μάθει πια να ζει για την μαμά της, να έχει μόνο την επαφή με τον κόσμο στην δουλειά της διέξοδο. Μετά, τίποτα. Σα καλοκουρδισμένο ρολόι η ζωή της, μονότονη. Ούτε ερωτικά σκιρτήματα, ούτε ένας καφές με μια παρέα, ούτε μια εκδρομή, ούτε μια μπύρα ένα βραδάκι σε μια ακροθαλασσιά.

Δεν θυμάται αν της το επέβαλλε η μαμά της ή αν προέκυψε σα φυσική εξέλιξη, αυτή η παραίτησή από όλους κι όλα. Όχι είτε είχε σημασία.

Από την επόμενη μέρα, η μαμά της ήταν σε όλα, “πιο”… Πιο γλυκιά, πιο συνεννοήσιμη, πιο διαλλακτική, πιο εκφραστική. Απορούσε η Αρετή, μα θαρρείς ήταν μια ανακούφιση. Μόνο που δεν κράτησε πολύ. Δέκα μέρες μετά, στην αυλή, κοιτούσε την άδεια φωλιά των πελαργών.

– Έφυγαν οι αγάπες μου!

– Καλέ! Εμένα έτσι δε με λες, μόνο τα λελέκια σου.

– Εσύ είσαι το διαμάντι μου. Σε ταλαιπώρησα, σε έθαψα, μα κρατάς τη λάμψη σου, σα γνήσιος πολύτιμος λίθος. Συγχώρεσέ με. Σου χάλασα τη ζωή, σε κράτησα πίσω.

– Τι έπαθες ρε μαμά; Τι εξομολόγηση είναι αυτή;

– Δεν έπρεπε. Κοίταξα το τομάρι μου. Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω κι εσύ έχασες πολύ.

– Εντάξει, έγιναν πια. Δεν αλλάζει.

Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, η μαμά της άνοιξε τα χέρια και η Αρετή χώθηκε στην αγκαλιά της.

Δεν ξύπνησε την επόμενη. Έφυγε στον ύπνο της. Η Αρετή κοιτούσε την άδεια φωλιά και σκεφτόταν “Μακάρι να σε πήραν μαζί τους, στο πέταγμά τους. Να είσαι μαζί τους! Δεν ήθελες άλλο να με βαραίνεις. Μάδησες εσύ τα φτερά σου για να φύγεις, να με αφήσεις να ζήσω πια. Αχ ρε μάνα, μακάρι να τα καταφέρω”…

Δεν ήταν εύκολο μετά από τόσα χρόνια αποχής από την ζωή, να ενταχθεί στις δραστηριότητες των συναδέλφων της, να συμμετέχει, να εναρμονιστεί. Θαρρείς και η μοναξιά είχε γίνει ένα με το δέρμα της. Βρέθηκαν κάποιοι που έδειξαν ενδιαφέρον, βγήκε, προσπάθησε να βρει το άλλο της μισό, μα αποδείχθηκε χαμένο παιχνίδι. Η συνήθεια της μοναξιάς, δεν ήταν μπλουζάκι να την βγάλεις, να την διπλώσεις, να την αφήσεις στο ντουλάπι. Δεν μπορούσε να συμβιβαστεί, να γίνει σάκος του μποξ ψυχολογικών θεμάτων, να γιατρεύει πληγές αντρών από τα δικά τους κατάλοιπα. Είχε τα δικά της κατάλοιπα, τις δικές της πληγές. Μα κυρίως, δεν ταίριαζε στη φτήνια των σχέσεων.

Τελικά, πιο καλή η μοναξιά. Νόμιζε ότι την μισούσε τόσο καιρό εσώκλειστη με την μαμά της, ότι δεν την ήθελε. Μα ίσως να έλειψε πολύ καιρό από τον “έξω” κόσμο και αυτό που επικρατούσε, δεν την κάλυπτε. Πότε η κοινωνία μας έγινε τόσο πρόχειρη, τόσο γρήγορη, τόσο φτηνή; Όσο πιο ακριβή στην επιβίωση της καθημερινότητας, τόσο πιο φτηνή ηθικά. Γυναίκες που αφαιρούσαν ρούχα, που έκαναν φανερή τη γύμνια τους, που προκαλούσαν να τις προσέξουν, να περάσουν το βράδυ και μετά τίποτα. Άντρες που δεν αναλάμβαναν ευθύνες, ανήμποροι, ανίκανοι να δεθούν με μία γυναίκα, να μείνουν πιστοί. Επέλεξε τη μοναξιά της.

Καλωσόριζε και αποχαιρετούσε τα λελέκια, σα να απέδιδε φόρο τιμής στη μαμά της. Τουλάχιστον αυτά, κρατούσαν τους κώδικες ηθικής, θυσιάζονταν για την οικογένεια. Πόσο ταίριαζε με τους πελαργούς τελικά!

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading