Μαμά τρακάραμε. Γελούσαμε, τραγουδούσαμε και ξαφνικά… Ο Χρήστος έχασε τον έλεγχο, μπήκε στην αντίθετη λωρίδα.
Μαμά παντού βλέπω αίματα. Πονάω, δεν μπορώ να κουνήσω τα πόδια μου. Τι μου συμβαίνει; Θέλω να φύγω από δω μέσα!
Φοβάμαι μαμά, βοήθησε με! Ο Χρήστος… Ω Θεέ μου! Χρήστο, έλα κολλητέ, γύρνα να με κοιτάξεις, Χρήστο, μ’ ακούς; Γύρνα ρε, κοίταξέ με!
Ο Χρήστος μαμά, νομίζω δεν αναπνέει. Τον σπρώχνω, του φωνάζω, μα δεν μου απαντάει, δεν γυρίζει το κεφάλι του να με κοιτάξει. Μαμά… πέθανε; Μαμά ο Χρήστος δίπλα μου, στη θέση του οδηγού, πέθανε! Ακριβώς δίπλα μου! Όχι, δε μπορεί! Δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια!
Μαμά πες μου ότι δεν συμβαίνει στ’ αλήθεια! Θέλω να κλείσω τα μάτια μου, να τα ξανά ανοίξω και να είμαστε πάλι στο beach bar από το οποίο φύγαμε πριν λίγο. Να είναι όλα ένα κακό όνειρο, αυτό θέλω!
Ξύπνα με, μαμά! Έλα και γκρίνιαξέ μου ότι κάνω τη νύχτα μέρα και τη μέρα νύχτα. Έλα και πες μου “άντε, μεσημέριασε, σήκω”. Έλα μαμά!
Φοβάμαι μαμά. Να, να… Κάποιος έρχεται! Βλέπω ένα φως! Επιτέλους, κάποιος να με βγάλει από δω μέσα.
Μα, τι γίνεται; Ποιος… Μαμά; Εσύ είσαι; Ποιος άλλος; Πάντα εσύ μαμά μου. Για στάσου… Είσαι διαφορετική! Μα, ναι, είσαι πιο νέα! Με έχεις μωρό στην αγκαλιά σου. Πόσο όμορφη είσαι μαμά! Πόσο ευτυχισμένη και γαλήνια! Με κρατάς με τόση αγάπη, λάμπουν τα μάτια σου! Αυτή την εικόνα την έχω ξαναδεί τόσες φορές, μέσα στα χιλιάδες άλμπουμ που έφτιαξες με προσοχή και μεράκι, μα τίποτα δε μπορεί να συγκριθεί με αυτό που βλέπω μπροστά μου τώρα!
Να, να, μεγάλωσα, κάνω τα πρώτα μου βήματα κι εσύ γονατιστή με περιμένεις να πέσω στην αγκαλιά σου. Είσαι εκεί πάντα, φύλακας άγγελος. Τρέχεις πίσω από το ποδηλατάκι μου με τις βοηθητικές ρόδες, μου βάζεις ιώδιο στη γρατζουνιά στην πρώτη μου πτώση, μου κρατάς το χέρι καθώς με πηγαίνεις στον πρώτο μου αγιασμό στο δημοτικό, μου βάζεις προστατευτικό διάφανο κάλυμμα στα βιβλία, καθισμένη δίπλα μου, με βοηθάς στο διάβασμα, μου ρίχνεις αλεύρι στα χέρια και φτιάχνουμε μαζί κουλουράκια, μου κάνεις πρόβα αυτό που έραψες η ίδια, όταν έγινα ο Ιωσήφ στην παιδική παράσταση. Με χειροκροτείς και δακρύζεις στην παρέλαση κι ας ήμουν πάντα τελευταία σειρά. Ούτε καλός μαθητής υπήρξα ποτέ, ούτε ψηλός, μα εσύ πάντα με έλεγες “όμορφέ μου” και “καμάρι μου”.
Μαλώνεις με τον μπαμπά για χάρη μου, για να γίνει το χατίρι μου και να πάω διακοπές με τους φίλους μου. Είσαι καθισμένη στη πολυθρόνα χαράματα και σταυροκοπιέσαι, που επιτέλους γύρισα, με τυλίγεις στην αγκαλιά σου, ρουφάς τη μυρωδιά μου, με σταυρώνεις με τα τρία σου δάχτυλα ενωμένα σφιχτά, όπως έκανες πάντα και προσπαθείς, χωρίς επιτυχία, να μη κλάψεις, την μέρα που έφυγα φαντάρος. Ακούς μαζί μου στη διαπασών Γονίδη κι ας μην είναι του γούστου σου και με παρηγορείς στην μεγάλη ερωτική μου απογοήτευση…
Σαν ταινία πέρασαν όλα από μπροστά μου, μαμά. Όλη μας η κοινή ζωή. Εσύ κι εγώ!
Πού πας; Μη φεύγεις! Σε χρειάζομαι! Μη με αφήνεις μόνο!
Κρυώνω. Αυτό είναι το τέλος;
Πού να πηγαίνει τελικά ο άνθρωπος μαμά; Πάντα μου έλεγες για τον παράδεισο, όπου δεν υπάρχει αδικία, δεν υπάρχουν υλικές ανάγκες, δεν υπάρχει πόνος. Μου έλεγες πάντα για ένα Φως. Αυτό είναι μαμά; Αυτό που είναι μπροστά μου;
Το βλέπω, μαμά! Έρχεται όλο και πιο κοντά μου. Με ζεσταίνει! Είναι υπέροχο μαμά, ζεστό, γλυκό, τρυφερό, σαν την αγκαλιά σου. Δεν φοβάμαι μαμά, το αγγίζω, με χαϊδεύει!
Με συγχωρείς μαμά! Το έλεγες συνέχεια, κάθε μέρα, μην μπεις ποτέ σε αυτοκίνητο με οδηγό που έχει πιει. Τιμόνι και ποτό δεν συνδυάζονται, έλεγες κι εγώ τσιμπούσα το μάγουλό σου και σε έλεγα υπερβολική, σου έλεγα “δε βαρέθηκες να λες τα ίδια κάθε φορά”; Δεν βαριόσουν ποτέ.
Είχες πάντα τον τρόμο στο βλέμμα. Με παρακαλούσες να σου το ορκιστώ. Με παρακαλούσες να σε ακούσω. Δεν σε άκουσα μαμά. Πρώτη φορά που δεν σε άκουσα. Ήταν μικρή η διαδρομή άλλωστε, σιγά, τι μπορούσε να γίνει! Κι έγινε αυτό που φοβόσουν, που έτρεμες, που παρακαλούσες στο Θεό να μη συμβεί σε κανένα παιδί, σε καμία μάνα.
Είμαι καλά τώρα, μαμά! Ξύπνησε και ο Χρήστος, πες το στη μαμά του να μην είναι πικραμένη. Είναι εδώ, δίπλα μου και είναι καλά!
Το Φως με τυλίγει, μην ανησυχείς μαμά, είμαι μια χαρά, δεν πονάω, δεν φοβάμαι, δεν είμαι μόνος, είμαι καλά!
Αυτό που με θλίβει, είναι που δεν πρόλαβα να σε αγκαλιάσω πριν φύγω. Βλέπεις, νόμιζα πως θα γυρίσω, το είχα δεδομένο. Τίποτα όμως δεν είναι δεδομένο. Μια στιγμή, μια απειροελάχιστη στιγμή αρκεί, να αλλάξουν όλα.
Δεν πρόλαβα να σου πω ευχαριστώ, συγγνώμη, σ’ αγαπώ.
Ευχαριστώ για τα είκοσι χρόνια που ήμουν γιος σου! Είκοσι χρόνια ήσουν η ομπρέλα μου, που με προστάτευε όταν έβρεχε ατυχίες, απογοητεύσεις, πικρίες. Είκοσι χρόνια ήσουν το χρυσό μου πάπλωμα, που με τύλιγε κι ένιωθα ασφαλής.
Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε αμφισβήτησα, για όλες εκείνες τις φορές που σε άφησα να περιμένεις εκείνο το τηλεφώνημα που δεν έκανα, εκείνο το μήνυμα που δεν έστειλα κι εσύ αγωνιούσες. Συγγνώμη για όλες τις φορές που ξέσπασα επάνω σου τις αποτυχίες μου, τις πικρίες μου, την αγανάκτησή μου.
Σ’ αγαπώ μαμά. Ξέρω, έπρεπε να σου το λέω συχνότερα. Ξέρω πόσο λαχταρούσες να το ακούς. Σ’ αγαπώ μαμά, για όσα πρεσβεύεις, για όσα μου έμαθες, για όσα είσαι! Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι αφήνουμε τον χρόνο να φεύγει, χωρίς να εκφράζουμε όσα νιώθουμε. Τα ένιωθα όλα, πάντα, μαμά. Νόμιζα είχα χρόνο. Ο χρόνος, αυτό είναι το λάθος που κάνουμε οι άνθρωποι. Τον θεωρούμε δεδομένο! Δεν τον αξιοποίησα σωστά! Πολλά δεν έκανα σωστά, τώρα το ξέρω!
Κράτα αυτό μαμά, είμαι καλά! Είμαι στο φως, μαμά! Είναι τόσο όμορφα εδώ! Δεν θα σου ζητήσω να μη με ξεχάσεις, ξέρω πως αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Θα σου πω, καλή αντάμωση! Μη βιαστείς, ο κόσμος εκεί κάτω χρειάζεται ανθρώπους σαν εσένα!
Να σε προσέχεις μαμά!
Σ’ αγαπώ μαμά!
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Συγγνώμη μαμά”
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΌ