Καλοκαίρι, διακοπές, νησί. Το ίδιο ηλιοβασίλεμα, όπως κάθε Αύγουστο που άφηνα πίσω μου την Αθήνα, έτοιμη για νέες περιπέτειες και αναμνήσεις στις Σπέτσες. Οι ίδιες παραλίες, η παρέα, η ελευθερία, η ανεμελιά, τα γέλια, η αλητεία των 20 ετών, τα χαζοφλερτάκια. Όμως εκείνο το καλοκαίρι, όλα θα άλλαζαν…
Είχα μόλις βγει από τη σχολική μου σχέση, μετά από πέντε χρόνια. Άβγαλτα πιτσιρίκια και τα δύο, με τον εφηβικό έρωτα να μας έχει τελειώσει. Είχε έρθει η ώρα της ενηλικίωσης, από νεαρό κορίτσι, θα γινόμουν γυναίκα. Μόνο που δεν το ήξερα ακόμα, δεν είχα ιδέα.
Όλα ξεκίνησαν σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου. Εκείνος προσφέρθηκε να με μάθει να παίζω. ΕΚΕΙΝΟΣ. Ρούμι σε σφηνοπότηρο, στριφτό τσιγάρο, καταπράσινα μάτια. Τόσο σοβαρός, τόσο διαφορετικός, τόσο μυστηριώδης. Πήρε τη στέκα στα χέρια και με τράβηξε απαλά και διακριτικά κοντά του. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήθελα να καταλάβει πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά μου. “Τώρα θα πρέπει να αφεθείς και να χτυπήσεις δυνατά…” μου είπε με φωνή που χάραξε μέσα μου την αρχή της δικής μας παρτίδας.
Εκείνος ήξερε το επόμενο βήμα. Μπάνιο στη θάλασσα με την παρέα. Θα προσφερθεί να με πάει με τη μηχανή, οι δυο μας. Χάσιμο σε κάθε άνοιγμα του γκαζιού, ζαλάδα σε κάθε φρενάρισμα, όταν ο ένας ακουμπούσε τον άλλο. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσω τα προσχήματα. Δεν ξέρω, ίσως και να μην το κατάφερα. Είχα μεθύσει από το άρωμά του.
Αργά, στο στέκι το γνωστό, το δικό του, τα ΔΕΛΦΙΝΙΑ της καρδιάς μας, παλεύω να μην καταλάβει κανείς από την παρέα το παραμικρό. Τον περιμένουμε να τελειώσει τη δουλειά, για να βγούμε όλοι μαζί, καθώς το δικό του μπαρ έκλεινε για εκείνο το βράδυ. Με την άκρη του ματιού μου, τον βλέπω μόνο του, να καθαρίζει το μαγαζί. Καθώς απομακρύνεται, σκύβω, έχουν κολλήσει τα μάτια μου πάνω του και σχεδόν υπνωτισμένη πέφτω κάτω από την καρέκλα. ΡΕΖΙΛΙ. Εντάξει, μόνο εκείνος δεν με είδε. Και τότε, εκείνη μπήκε μέσα. Δεν το ήξερα, είχε κοπέλα. Στιγμιαία κατάθλιψη. Αγγλίδα. Τους άκουσα να μιλάνε δυνατά, μαλώνανε. Την ώρα που έφυγε, την άκουσα να του λέει “you fuckin’ bastard!”. Yes, indeed he was! Σε δυο μέρες έφευγα, θα επέστρεφα στην Αθήνα. Δεν είχα καμία ελπίδα μαζί του, δεν υπήρχε χρόνος να τον ερωτευτώ, δεν ήταν σωστό, δεν είχε μέλλον. Όμως το ήθελα όσο τίποτα άλλο. Ήθελα να τολμήσω. Πώς όμως; Φοβόμουν. Ντρεπόμουν.
“Τι έχεις κορίτσι μου;”. Θεέ μου, τι να του απαντήσω για να μη γελάσει; “Μου αρέσει κάποιος από την παρέα μωρέ, αλλά ξέχνα το γιατί είναι βλακεία…” και γελάω αμήχανα, ενώ με μουντζώνω μέσα στο μυαλό μου. Εκείνος ξέρει, έχει καταλάβει και όλο το βράδυ με χαλαρώνει με αστεία και χορό, ενώ μου αναφέρει έναν έναν τους πιθανούς υποψήφιους για πλάκα. Το ένα “Μήπως είναι ο…” διαδέχεται το άλλο μαζί με γέλια, πειράγματα και σφηνάκια. Σαν να ήμασταν φίλοι, κολλητοί, από πάντα. Εκείνος όμως ξέρει. Ξέρει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να με ρωτήσει “Μήπως είμαι εγώ;”, με ένα βλέμμα που δεν άφηνε περιθώριο να αρνηθώ.
‘…damn your eyes… for taking my breath away…’ και λίγα λες Etta… Απλά πάγωσε ο χρόνος και αβίαστα χωρίς δεύτερη σκέψη του απάντησα “Μήπως;”. Το πρώτο άγγιγμα, το πρώτο φιλί, το πρώτο βράδυ. Μένουμε μία αιωνιότητα αγκαλιά, ενώ κλαίω… “Ήσυχα μικρή μου, ηρέμησε. Έχουμε δύο μέρες ακόμα πριν γυρίσεις στην πόλη!”. Δεν έφυγα ποτέ…
25 χρόνια μετά από αυτό το βράδυ, με αμέτρητες χαρές και λύπες, με 2 υπέροχες κόρες που μας χαρίσαμε, με επιτυχίες και προβλήματα, με τα πάνω και τα κάτω μας, τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν θα άλλαζα. Είσαι ο κολλητός μου, ο έρωτας της ζωής μου, ο άνθρωπος που σέβομαι και θαυμάζω όσο κανέναν άλλο. Το κίνητρό μου να τολμώ, να βελτιώνομαι, να παλεύω, να ρισκάρω, να νιώθω έντονα, να μην φοβάμαι.
Το δώρο που θέλω να μου κάνεις, για το ένα τέταρτο του αιώνα που είμαστε μαζί, εκτός από τον εκπληκτικό ανεμοθώρακα που μου πήρες για το μηχανάκι (να το σφίξεις καλά, μη μου φύγει στον δρόμο και σκοτωθώ πουθενά) και το σούπερ ρομαντικό σου ραβασάκι «25 χρόνια ε; Πωωωω μου έχεις φάει τη ζωή σκ@@@@@@@@@λα μου!!!», είναι να μου υποσχεθείς ότι δεν θα σταματήσεις ποτέ να με κάνεις να ξεκαρδίζομαι, ακόμα και όταν το IQ και η διάθεσή μας πέφτει στα τάρταρα από την κούραση και το άγχος και δεν θα σταματήσεις να με κοιτάς με αυτό σου το βλέμμα, που ακόμα κάνει την καρδιά μου να χτυπά δυνατά. Εγώ, κλασικά θα σου φτιάξω μακαρόνια με κιμά, για να φας, ok;

Παλέψτε για την αγάπη, παλέψτε για τον έρωτα, μαζί με το «42» είναι η απάντηση στο έσχατο ερώτημα της Ζωής, του Σύμπαντος και των Πάντων.
Χρόνια μας πολλά μπουζού μου!
Ράνια Γεννατά
