Το κουτί με τα γράμματα

«Σε ευχαριστώ, βρε κορίτσι μου, που με βοηθάς με την σοφίτα»

«Αφού τα είπαμε, κυρία Σοφία, φέτος θα στολίσετε δέντρο. Και επί της ευκαιρίας θα κάνετε και ένα ξεκαθάρισμα»

«Τι θα έκανα χωρίς εσένα, Αλίκη μου! Να μην ήταν και ο πατέρας σου τόσο μουντρούχος και θα ήταν ο καλύτερος γείτονας»

«Ε, είναι λίγο αυστηρός ο μπαμπάκας. Αλλά θα μου λείψει τώρα που τελειώνω την σχολή»

«Γιατί; Θα φύγεις, παιδί μου;»

«Το σκέφτομαι. Είναι μια καλή εταιρία που μπορώ να πάω. Αλλά είναι μακριά. Για πιάστε και αυτήν την κούτα. Μου φαίνεται ότι έχει γράμματα μέσα»

Η ταλαιπωρημένη κούτα ξεχείλιζε από χαρτιά. Την έβαλαν πάνω στο τραπέζι και την ψαχούλεψε στα γρήγορα η ηλικιωμένη. Διαπίστωσε ότι τα περισσότερα ήταν παλιοί λογαριασμοί και γράμματα που αντάλλαζαν όσο ήταν στον πόλεμο ο συγχωρεμένος. Η Αλίκη πρόσεξε ένα γράμμα που ήταν κλειστό.

«Αυτό είναι για… τον σύζυγό σας!» είπε και γούρλωσε τα μάτια.

«Για διάβασέ το», της ζήτησε αφού είδε ότι δεν είχε τα γυαλιά πάνω της. «Από ποιον είναι;»

«Από Κρήτη. Από κάποια Λίζα»

«Λίζα; Δεν θυμάμαι να είχε κανέναν συγγενή με αυτό το όνομα. Και τι λέει μέσα;». Η κοπέλα το άνοιξε και μόλις είδε τις πρώτες λέξεις σε εκείνο το παλιό γράμμα προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία να μην το διαβάσει. Αλλά η κυρία Σοφία επέμενε.

‘Αγαπημένε μου,

Έφυγες χωρίς να προλάβω να σου εξηγήσω. Χωρίς να προλάβω να σου πω την αλήθεια. Καταλαβαίνω ότι ταράχτηκες με όσα σου είπαν. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ήρθες σε εμένα. Γιατί έφυγες έτσι. Δεν σε απάτησα ποτέ. Ήταν όλα ψέματα. Σε παρακαλώ, γύρνα πίσω. Είμαι δική σου. Είναι δικό σου το παιδί’.

«Ένα λεπτό, κυρία Σοφία, καθίστε!» την έβλεπε να πήγαινε πάνω κάτω και να τραβά τα μαλλιά της.

«Τα χάπια μου!» φώναζε.

«Ποια χάπια;»

«Της καρδιάς, της πίεσης και του ζαχάρου! Όλα!»

«Ελάτε, μην κάνετε έτσι. Σας παρακαλώ!»

«Ο αλήτης! Έχει παιδί! Και δεν μου το είπε!»

«Μα… ήταν κλειστό το γράμμα!»

«Ναι. Έχεις δίκιο», στάθηκε για μια στιγμή και σκούπισε τα μάτια της στην ποδιά της. «Ο καημένος ο Θανάσης μου! Έχει παιδί και δεν το ήξερε!» άλλαξε το τροπάριο.

«Και τώρα;» ρώτησε η Αλίκη μόλις την είδε ότι είχε ηρεμήσει.

«Πάω κομμωτήριο!» πετάχτηκε πάνω πάλι. «Θα πάμε να την βρούμε. Να της πω ότι ο Θανάσης δεν το έμαθε ποτέ. Πρέπει να ξέρει. Θα έρθεις μαζί μου;»

«Στο κομμωτήριο;»

«Στη Κρήτη, πουλάκι μου. Άντε ρώτα τον πατέρα σου. Αν πει ναι, θα πάρουμε ταξί από εδώ. Αν πει όχι, φτιάξε τα πράγματά σου και θα βρεθούμε στο αεροδρόμιο».

Μέσα στο αεροπλάνο, η κυρία Σοφία είχε ήδη αλλάξει γνώμη. «Γιατί με άφησες να το κάνω αυτό; Τι θα της πω; Γειά σας, είμαι η γυναίκα του πατέρα του παιδιού σας; Και ήρθα 30 χρόνια μετά να συστηθώ; Θα με πετάξει έξω με τις κλωτσιές!» κλαψούριζε σε όλη τη διάρκεια της πτήσης.

Η Αλίκη είχε μεγάλη συμπάθεια στην ηλικιωμένη. Της άρεσε που ήταν αυθόρμητη, δυναμική και τα έλεγε έξω από τα δόντια. Οι τσακωμοί με τον πατέρα της την έκαναν να παίρνει το μέρος της και να την υποστηρίζει. Έτσι ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη σχέση από τότε που μετακόμισαν δίπλα της. Της άρεσε πολύ ο τρόπος που η κυρία Σοφία απαντούσε στον πατέρα της. Τον έβαζε στη θέση του. Και αυτόν τον δικαιολογούσε όμως γιατί ήταν μόνος του. Η μαμά της πέθανε όταν ήταν πολύ μικρή. Εκείνος την μεγάλωσε. Με τα καλά του και τα κακά του. Και τώρα ερχόταν πρώτη φορά στην ζωή της στην Κρήτη, με την ηλικιωμένη γειτόνισσά της, για να βρουν το παιδί του μακαρίτη του άντρα της που δεν ήξερε καν ότι το είχε.

Κατέβηκαν από το αεροπλάνο και νοίκιασαν ένα αμάξι για να πάνε στο χωριό. Σε όλη τη διαδρομή η κυρία Σοφία δεν έβγαλε άχνα από την τρομάρα της. Μόνο ίσιωνε πού και πού το μαλλί. Μπορεί να της είχαν μείνει λίγες τρίχες, αλλά ήταν πάντα βαμμένες και χτενισμένες.

Η Αλίκη, από την άλλη, απολάμβανε την διαδρομή. Μπορεί να την ζόριζαν οι λακκούβες και οι απότομες στροφές και ο αέρας να μπέρδευε τα μακριά ξανθά μαλλιά της, αλλά δεν γκρίνιαζε ποτέ. Έτσι ήταν. Πάντα υπερίσχυε το παιδί μέσα της που τα έβλεπε όλα με ενθουσιασμό. Ακόμα και η φωνή και το γέλιο της παιδικά ακούγονταν. Όλα ήταν όμορφα και απλά. Είχε πάρει διδακτορικό άλλωστε δίπλα στον πατέρα της. Και είχε αποφασίσει να ζει την ζωή με τον δικό της τρόπο. Να βλέπει πρώτα το καλό γύρω της. Να τα αντιμετωπίζει όλα με χαμόγελο. Να βοηθάει και να προσφέρει. Αυτό ήταν όλο το νόημα.

Πάρκαρε έξω από μια εκκλησία και είπε στην κυρία Σοφία ότι θα έπρεπε να περπατήσουν. Τελείωσε το πλακόστρωτο δρομάκι και πίσω από μια στροφή είδε το σπίτι. Κοίταξε το γράμμα και το επιβεβαίωσε. Αν δεν ήταν αυτό, θα ζητούσαν συγγνώμη και θα έφευγαν. Είχαν κλείσει και ένα δωμάτιο για το βράδυ στην πόλη του Ηρακλείου. Ούτε μισή ώρα δεν ήταν η απόσταση. Τουλάχιστον θα είχαν κάνει ένα ταξιδάκι οι δύο τους.

Η Αλίκη έκανε την πρώτη κίνηση και χτύπησε την πόρτα. Η κυρία Σοφία ευχόταν να μην ανοίξει κανείς.

«Τι θέλετε;» ρώτησε ο αγουροξυπνημένος άντρας. Έτριψε τα μάτια του και τις κοίταξε καλά καλά. «Εφορία;».

«Όχι, όχι. Εμείς…»

«Τράπεζα;» χασμουρήθηκε πάλι και ανακάτεψε τα μαλλιά του. Δεν θα μπορούσε να τον ένοιαζε λιγότερο.

«Μένει εδώ η Λίζα;» ρώτησε η κοπέλα.

«Η μάνα μου; Η μάνα μου πέθανε πέρσι. Βρωμοαρρώστια…» σταύρωσε τα χέρια νευριασμένος. «Τι την θέλατε;»

«Θέλαμε… Να της μιλήσουμε. Για κάτι πολύ σημαντικό»

«Μάλιστα», σαν να τον άγγιξε η ταπεινοφροσύνη της κοπέλας και για μια στιγμή ηρέμησε μέσα του. Τους έκανε νόημα να περάσουν μέσα στο σπίτι. «Αν θέλετε να σας ακούσω εγώ. Είμαι ο γιος της». Το σπίτι μύριζε απαίσια. Ήταν ακατάστατο απ’ άκρη σ ’άκρη. Δεν θα μπορούσες να πιστέψεις ότι ζούσε άνθρωπος εκεί μέσα. Δεν ήξεραν πού να κάτσουν από την βρωμιά. «Όπου να ‘ναι θα το πάρει η τράπεζα», τους είπε βλέποντας ότι σιχαίνονταν. Σαν να δικαιολόγησε ότι σε λίγο θα ζει έτσι και στον δρόμο. «Ο πατέρας μου έφυγε. Και άφησε ένα σκασμό χρέη. Ούτε το σπίτι δεν αξίζει τόσα. Γιατί να το παλέψω; Δύο χρόνια δεν δούλευα για να φροντίζω την μάνα μου. Παραιτήθηκα. Από όλα».

Η Αλίκη κοίταξε την κυρία Σοφία. Ήλπιζε να καταλάβει από το βλέμμα της αν ακόμα ήθελε να του πει την αλήθεια. Η ηλικιωμένη πρότεινε να πάνε μια βόλτα για να μιλήσουν. Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα. Και εκείνος το κατάλαβε και δέχτηκε.

Περπάτησαν ως την πλατεία και έκατσαν σε ένα σημείο όπου έβλεπαν το ποτάμι. Εκείνος έκατσε απέναντί τους.

«Πώς σε λένε, παιδί μου;» ρώτησε η ηλικιωμένη.

«Σου είπα τα εσώψυχά μου, αλλά όχι το όνομα μου», γέλασε. «Θανάση με λένε. Από έναν μπάρμπα της μάνας μου»

«Θανάση…», έπιασε την καρδιά της. «Εμένα Σοφία και η καλή μου φίλη η Αλίκη. Αυτό που θέλω να σου πω δεν λέγεται εύκολα. Κάναμε μεγάλο ταξίδι για να έρθουμε εδώ. Καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι. Δεν θέλω να σου αναστατώσω την ζωή…» είδε πώς γέλασε εκείνος και αποφάσισε να τα πει έξω από τα δόντια. Η ζωή του ήταν ούτως ή άλλως χάλια. Σαν τσιρότο θα το τραβούσε. Και ό,τι ήθελε ας γίνει. «Η μητέρα σου είχε σχέση με έναν άντρα εδώ στην Κρήτη. Λόγω μιας παρεξήγησης, εκείνος έφυγε για πάντα στην Αθήνα. Χωρίς να μάθει ότι η μαμά σου ήταν έγκυος. Ήταν ο πραγματικός σου πατέρας. Όπως το υπολογίζω με γνώρισε ένα χρόνο μετά. Παντρευτήκαμε και έφυγε στον πόλεμο. Γύρισε άρρωστος, με πνευμονία. Πέθανε τρία χρόνια μετά. Ποτέ δεν έμαθε ότι είχε παιδί. Η μητέρα σου του είχε στείλει ένα γράμμα που του εξηγούσε τα πάντα. Αλλά ποτέ δεν το άνοιξε. Ποτέ δεν έμαθε την αλήθεια. Εύχομαι να το είχα βρει νωρίτερα και να μην είχε φύγει με αυτήν την πίκρα από την ζωή η μαμά σου.

«Εντάξει. Φτάνει», έτρεμαν νευρικά τα πόδια του. «Δώσε μου μια στιγμή», σηκώθηκε και περπάτησε παραπέρα.

«Κυρία Σοφία…»

«Άστο, Αλίκη μου. Ήδη το έχω μετανιώσει», διάβασε την σκέψη της. Πίστευαν ότι θα ένωναν τα κομμάτια μιας ιστορίας που χρειαζόταν ένα τέλος. Αλλά βρέθηκαν μπροστά σε έναν άνθρωπο που ήταν ήδη μπροστά στο τέλος της ζωής του. Και ένιωθαν λες και του έδωσαν την χαριστική βολή.

«Θέλω να μάθω για αυτόν», επέστρεψε απότομα ο Θανάσης. Έλεγε αλήθεια. Γιατί δεν ήταν πάντα έτσι. Δεν ήταν πάντα άπλυτος, μίζερος και νευρικός. Δεν ήταν αυτοκαταστροφικός. Ήταν όμως στην χειρότερη φάση της ζωής του.

Μεγάλωσε με έναν απόλυτο άντρα για πατέρα. Που μπορεί ποτέ να μην άπλωσε χέρι πάνω τους για να τους χτυπήσει, αλλά ποτέ δεν το άπλωσε και για να τους αγκαλιάσει. Ήταν αδιάφορος. Ό,τι έλεγε, αυτό ήταν, γιατί πολύ απλά δεν τον ένοιαζε κάτι παραπάνω. Και ο Θανάσης σιχαινόταν περισσότερο από όλα το πόσο του έμοιαζε τώρα.

Η μητέρα του ήταν το καταφύγιό του. Και το είδε να γκρεμίζεται κομμάτι κομμάτι. Και ύστερα έπρεπε αυτά τα κομμάτια να τα θάψει. Και δεν ήταν έτοιμος. Δεν μπορούσε να την αποχωριστεί ακόμα.

Και κάπως έτσι έφτασε ολόκληρος άντρας πια να γίνει ένα μεγάλο ρεμάλι. Άφησε το σπίτι στο έλεος και το μόνο που έκανε ήταν να κοιμάται και να τρώει από τα σκουπίδια όταν δεν τον έβλεπε κανείς. Γιατί πίστευε ότι αυτό ήταν και το δικό του τέλος. Μέχρι που του χτύπησαν την πόρτα δύο άγνωστες γυναίκες και του είπαν κάτι που δεν περίμενε ποτέ να ακούσει. Ότι υπήρξε ένας άνθρωπος που αν τον γνώριζε θα τον αγαπούσε πολύ. Τότε η ζωή του θα ήταν πολύ διαφορετική. Αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ή μήπως ήταν στα χέρια του και δεν το ήξερε;

Κάτι πάνω σε εκείνο το κορίτσι του γλύκανε την καρδιά. Κάτι πάνω της έκανε τα σημάδια του και δεν πονούσαν τόσο.

Όταν έφυγαν, ξεκίνησε να τους γράφει. Τους υποσχέθηκε ότι δεν θα τις ξεχάσει. Πέταξε όλα τα σκουπίδια από το σπίτι και βγήκε ξανά στο μεροκάματο. Ένα χρόνο έκανε να πατήσει ξανά στα πόδια του. Έκοψε το ποτό, έκοψε τα μαλλιά του και έγινε ένας άλλος. Ή μάλλον έγινε ξανά ο εαυτός του. Απλά και ο ίδιος το είχε ξεχάσει. Γιατί το είχε πάρει απόφαση. Είχε και αυτός πια μια αποστολή στην ζωή του.

Η Αλίκη του έγραφε τα νέα από την καινούργια της δουλειά. Έπαιρνε το αεροπλάνο και κατέβαινε Κρήτη όσο πιο συχνά μπορούσε για να τον βλέπει. Την πρώτη φορά δεν τον αναγνώρισε. Μετά κατάλαβε ότι η αλλαγή του δεν ήταν μόνο εξωτερική. Όταν την έβλεπε γαλήνευε. Ηρεμούσε η ψυχή του. Έπαιρνε κουράγιο να παλέψει κι άλλο. Έκανε όνειρα ξανά.

Τα γράμματα της κυρίας Σοφίας ήταν ένα παζλ που όταν τα ένωνε ήταν σαν να είχε τον πατέρα του στα χέρια του. Δεν είχε μόνο το όνομά του. Τον γνώρισε μέσα από εκείνη. Τον έμαθε. Πώς της φερόταν και πώς την φρόντιζε. Και έκανε το ίδιο με την Αλίκη. Το είχε πάρει απόφαση. Εκείνη ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Έμενε ένα πράγμα ακόμα.

Όταν άνοιξε την πόρτα η κυρία Σοφία και κατάλαβε ποιον έβλεπε, έβαλε τις φωνές από την χαρά της. Πόσο είχε αλλάξει. Εκείνο το πληγωμένο παιδί που είχε γιατρευτεί από την αγάπη, πήγε να πάρει την ευχή της.

«Να δω πώς θα το πάρει ο μουντρούχος ο πατέρας της», του άφησε μια κούπα με καφέ μπροστά του.

«Ναι. Με έχει προειδοποιήσει η Αλίκη»

«Θα έρθω και εγώ», χαμογέλασε γιατί σκέφτηκε την φάτσα του γείτονά της, όταν θα του ζητούσαν την κόρη του.

Έτσι όντως ήταν το πρόσωπο του κυρ Λάμπρου. Ανέκφραστο, αλλά έτοιμο να εκραγεί. Ήθελε να την πνίξει την κυρά Σοφία που του κουβάλησε εκείνον τον ξεβράκωτο για γαμπρό.

«Ήξερα ότι είχες καταπέσει τον τελευταίο καιρό. Αλλά εσύ έχεις χάσει εντελώς τα μυαλά σου! Τι δουλειά έχει μωρέ αυτό το ρεμάλι με την κόρη μου, που είναι μορφωμένη και σπουδαγμένη;»

«Σώπα, μωρέ γεροξεκούτη, μη σε ακούσουν τα παιδιά και τα πικράνεις. Την κάνει ευτυχισμένη. Αυτή είναι η δουλειά του!» είδε ότι τα παιδιά έμπαιναν πάλι στο σαλόνι κρατώντας τα πιατάκια με τα γλυκά του κουταλιού και χαμογέλασε πλατιά.

«Που λες, Λάμπρο μου, ο Θανάσης μας είναι εξαίρετος νεαρός. Κάνει τώρα μάλιστα και το μεταπτυχιακό του στα οικονομικά. Θα δουλεύουν μαζί με την Λίζα, στην νέα εταιρεία που θα πάει. Και ύστερα έχει ο Θεός, αγαπημένε μου γείτονα», του έκλεισε το μάτι.

«Μάλιστα», μουρμούρισε αυτός έτοιμος να εκραγεί. «Και τι προίκα έχει το καλό μας το παλικάρι;»

«Μα, προίκα, μωρέ μπαμπάκα; Σε τι έτος ζούμε;»

«Έχει το παιδί σπίτι!» πετάχτηκε η κυρά Σοφία. Μαγκώθηκαν τα παιδιά γιατί το σπίτι το πήρε η τράπεζα και θα έμεναν μαζί στο νοίκι πλέον.

«Ποιο σπίτι;» ρώτησε εξεταστικά ο πατέρας της.

«Αυτό!» έδειξε όλο καμάρι το σπίτι της η κυρά Σοφία, που μόλις έμαθε ότι ο Θανάσης είχε σοβαρές προθέσεις για την Αλίκη, πήγε αμέσως και του το έγραψε. «Αν θέλουν τα παιδιά, όταν φύγουμε από την ζωή, ας τα ενώσουν!» είπε και ο κυρ Λάμπρος έφτυσε τον κόρφο του.

«Γιατί, μαζί θα φύγουμε, κυρά Σοφία;»

«Ε, τι νόμιζες; Μόνο σε αυτή τη ζωή θα σε βασανίζω;» έσκασε στα γέλια. «Ο καλός ο γείτονας στα εύκολα και στα δύσκολα φαίνεται. Άντε, ανοίξτε το μπουκάλι που έφερε ο Θανάσης από την Κρήτη. Και με το μαλακό η ρακή… συμπέθερε!».

CC

One response to “Το κουτί με τα γράμματα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading