[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»). Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων. Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος. Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας». Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση. Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Ο Όλαφ ανακαλύπτει το μυστικό του Κάρστεν Τομέσεν
(Τεύχος Μαΐου, 1899, σελ. 6-8)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Το ακόλουθο σύντομο κείμενο, θα σου θυμίσει πιθανώς ένα μυθιστόρημα-παραμύθι, μόνο που εδώ ο κύριος Τομέσεν δε δίνει το αναμενόμενο τέλος. Η κατάληξη της ιστορίας είναι ιδιαίτερη, θα έλεγα, τρομερή από τη μια, με μια υπόνοια λύτρωσης από την άλλη. Η επιλογή, δε, να αφήσει το κοινό του να αποφασίσει τι θα γίνει στη συνέχεια είναι ενδιαφέρουσα. Αναμένω ότι το κείμενο αυτό σίγουρα θα σε προβληματίσει, αγαπητέ αναγνώστη. Αμφιβάλλω αν μπορεί κάποιος να μείνει αδιάφορος με όσα γίνονται και με τα σχόλια για την κοινωνία μας που κάνει έμμεσα ο κύριος Τομέσεν.
Κλαρκ Μέιχεμ
Ο πατέρας του Όλαφ ξεκλείδωσε αμέσως την εσωτερική πόρτα του ισογείου, που ήταν η πρώτη που βρήκε μπροστά του πάνω στην αναστάτωσή του, και έσπρωξε τον γιο του μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε υγρασία και η σκόνη κυριαρχούσε παντού. Του είπε να περιμένει, καθώς εκείνος άναβε τα κεριά σε ένα κηροπήγιο. Έπειτα, κοίταξε τον γιο του, που έκλαιγε. Ο Όλαφ έκλαιγε γιατί λίγο πριν μερικά παιδιά είχαν χτυπήσει την πόρτα, την οποία άνοιξε ο ίδιος. Τον είχαν ρωτήσει αν θα ήθελε να παίξει μαζί τους κι εκείνος, παρά το ότι θυμόταν τι του έλεγαν οι γονείς του, είχε δεχτεί με χαρά, όμως ο πατέρας του έτυχε να περάσει και να ακούσει τη συζήτηση και είχε σπεύσει να διώξει τα παιδιά και να αρπάξει τον Όλαφ, κλείνοντας την εξώπορτα απαλά.
Ο πατέρας του Όλαφ κατέβασε το κεφάλι, για να πάρει μια ανάσα, πριν στραφεί ξανά προς τον γιο του. «Το ξέρεις ότι η μαμά σου και εγώ θέλουμε το καλό σου, έτσι δεν είναι, Όλαφ;» ρώτησε σε ήπιο τόνο. «Ό,τι κάνουμε είναι για το καλό σου, για το καλό της οικογένειάς μας, Όλαφ. Ελπίζω να το θυμάσαι για πάντα. Έχεις ακόμα πολλά, πολλά χρόνια μπροστά σου, γιε μου». Ο Όλαφ δεν μίλησε, παρά κάλυψε τα μάτια του με τα χέρια του. Ο πατέρας του είπε «Μείνε λίγο εδώ, για να ηρεμήσεις, Όλαφ. Να ηρεμήσεις και να σκεφτείς. Και…». Αναστέναξε κοιτώντας τριγύρω το μικρό δωμάτιο: ένα μικρό κρεβάτι, ένα τραπεζάκι με δυο καρέκλες, μια δίφυλλη ντουλάπα, όλα σκονισμένα, όλα παρατημένα. Είχε σκοπό να τον αφήσει εδώ, ναι, δίχως να ανησυχεί μήπως πεινάσει ή νυστάξει ο γιος του. Ύστερα, όμως, πήρε μια απόφαση και πλησίασε τον γιο του και χάιδεψε τα αχυρένια μαλλιά του. Γονάτισε και τον φίλησε πατρικά στην κορυφή του κεφαλιού του. «Κοίταξέ με, Όλαφ» ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ, γιε μου». Ο Όλαφ άφησε το πρόσωπό του και κοίταξε κατάματα τον πατέρα του. «Σε αγαπάω, Όλαφ. Και εγώ και η μητέρα σου σε αγαπάμε». Ο Όλαφ κατένευσε, αν και τα γαλάζια μάτια του καθρέφτιζαν τη δυστυχία της απομόνωσης. «Πήγαινε σε εκείνη τη ντουλάπα, Όλαφ» είπε ο πατέρας του, που τα δικά του πρασινωπά μάτια απέπνεαν μια πιο κατευναστική (ή ίσως πιο παρατημένη) διάθεση. «Άνοιξέ τη. Μέσα έχει ένα σεντούκι της μητέρας σου. Ξέρεις τι είναι το σεντούκι, έτσι δεν είναι;». Ο Όλαφ κατένευσε και έπραξε όπως του είχε πει ο πατέρας του. Πράγματι, το σεντούκι ήταν εκεί, μικρό και όμορφα στολισμένο, παρά τη σκόνη που το είχε καλύψει. «Φέρε το σεντούκι, γιε μου. Άφησέ το εδώ. Θα πάω να φέρω το κλειδί». Ο πατέρας του έφυγε και ο Όλαφ έμεινε να σκουπίζει με το μανίκι του πουκαμίσου του το σεντούκι, ανυπομονώντας να το ανοίξει.
Ο πατέρας του επέστρεψε. Έφερε ένα μπρούτζινο κλειδί και το έδωσε στον Όλαφ, ο οποίος το έβαλε στην κλειδαριά, το γύρισε και σήκωσε το καπάκι. Μέσα υπήρχαν κάτι χαρτιά και φωτογραφίες. Εικόνες του ίδιου του Όλαφ, του πατέρα του, της μητέρας του… και ενός αγνώστου ηλικιωμένου που στεκόταν δίπλα τους, χαμογελώντας καλοπροαίρετα και κρατώντας… κρατώντας στα χέρια του τα… τα σχοινιά τους…
«Πρώτα έφτιαξε την μητέρα σου, μετά εμένα και μετά, έπειτα από δική μας παράκληση, έφτιαξε και εσένα, για να μη νιώθει μόνος. Βρήκε έναν τρόπο να μας εμφυσήσει ζωή ή… κάτι αντίστοιχο, αλλά με σκοπό να μας τελειοποιήσει. Δυστυχώς, δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμα, Όλαφ» είπε ο πατέρας του. «Όχι όσο θα θέλαμε. Ο γέρος μάς έδωσε κάποιες ελπίδες, ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε σαν τους άλλους, ανθρώπινοι, αλλά πέθανε προτού βρει κάποιον τρόπο για να το πετύχει. Μας άφησε πίσω, μαζί με πολλές άλλες κούκλες που είχε φτιάξει, οι οποίες παρέμειναν εντελώς ψεύτικες, και γι’ αυτό τις έχεις για παιχνίδια, Όλαφ». Ο Όλαφ σήκωσε το κεφάλι προς τον πατέρα του και τον κοίταξε, καθώς ο μηχανισμός που έχυνε σταγόνες νερού ενεργοποιούνταν ξανά μέσα του και το πορσελάνινο πρόσωπό του μουσκευόταν πάλι.
«Θα τα καταφέρουμε, όμως, Όλαφ» ακούστηκε η φωνή της μητέρας του από την πόρτα, καθώς τους πλησίαζε και σιάζοντας μες στο φουστάνι της τα σχοινιά που κινούσαν τα χέρια της. Ατένισε τον γιο της με τα καφετιά μάτια της και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Μια μέρα θα γίνουμε σαν τους άλλους. Μια μέρα θα μπορείς να παίζεις με τα άλλα παιδιά και δεν θα ζούμε απομονωμένοι». «Μια μέρα» συνέχισε ο πατέρας του, εμφανίζοντας μία από τις λεπτές κλωστές του, «δεν θα χρειαζόμαστε αυτά τα σχοινιά». «Μέχρι τότε, όμως, αγαπητέ μου Όλαφ, όπως έχουμε ξαναπεί, θα πρέπει να μείνουμε μακριά από τον κόσμο, γιατί δεν είναι έτοιμος για εμάς, δεν θα μας συμπεριφερθεί σωστά και…» έλεγε η μητέρα του, αλλά ο Όλαφ δεν κάθισε να την ακούσει. Σηκώθηκε και έτρεξε προς την πόρτα, με τις κλειδώσεις των ποδιών του να τρίζουν. «Όλαφ!» αναφώνησε ο πατέρας του και έτρεξε ξοπίσω του. Αλλά ο Όλαφ έκλεισε με δύναμη την πόρτα. Την κλείδωσε πριν καταφέρει ο πατέρας του να την ανοίξει.
Ο Όλαφ περπάτησε προς τα πίσω, προς την εξώπορτα. Η μητέρα του τον παρακάλεσε από την άλλη πλευρά. «Δεν θα σου συμπεριφερθούν σωστά, Όλαφ! Μην κάνεις το λάθος να τους εμπιστευτείς, όχι ακόμα!» Ο πατέρας του φώναζε. Όμως, ο Όλαφ το είχε αποφασίσει.
Βγήκε από το σπίτι και σύντομα βρήκε τα παιδιά που τον είχαν επισκεφθεί νωρίτερα, τα οποία, αντίθετα από τον ίδιο, ήταν ντυμένα με βαριά ρούχα. Σκούπισε το πρόσωπό του και τα πλησίασε, χαμογελώντας τους. Τα άλλα παιδιά δεν άργησαν να ανακαλύψουν τις κλωστές στα άκρα και το κεφάλι του Όλαφ. Πριν καν το συνειδητοποιήσει, ο Όλαφ βρέθηκε με την πλάτη του να ακουμπάει στα σίδερα ενός φράχτη, κρεμασμένος με τα χέρια και τα πόδια σε διάσταση, ενώ οι καθρέφτες που είχε στη θέση των ματιών είχαν θολώσει ξανά.
Τα άλλα παιδιά απομακρύνθηκαν όταν άρχισε να νυχτώνει. Έφυγαν γελώντας. Αλλά ένα εξ αυτών έμεινε πιο πίσω από τα άλλα. Και κοίταξε το αγόρι που λεγόταν Όλαφ. Το κοίταξε με λύπη και ενοχές.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Κάρστεν Τομέσεν γεννήθηκε το 1875 στην Κοπεγχάγη, όπου ζει και εργάζεται ως γραμματέας.
Τάκης Κομνηνός
Σημειώσεις: Το διήγημα προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου. Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
