Η φωτογραφία του Άλεξ

Ο Άλεξ μπήκε κουρασμένος στο δωμάτιο και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τι μέρα και αυτή! Ήταν αλήθεια οι καλύτερες διακοπές! Και τι δεν είχε κάνει! Μέχρι και από ελικόπτερο είχε πηδήξει!

Περπάτησε ως το κρεβάτι και το ξύλινο πάτωμα έτριξε σε κάθε του βήμα. Γύρω του όλα έμοιαζαν σαν κάποιο μακρινό εξωτικό μέρος. Στην πραγματικότητα όμως έμενε σε ένα θέρετρο πάνω στο βουνό, που ήταν αντιγραφή ενός εξωτικού προορισμού για να προσελκύει νέους επίδοξους ινφλουένσερς που φιλοδοξούσαν να προβληθούν και να καυχηθούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το κινητό του ήταν μονίμως στο χέρι για να καταγράφει κάθε στιγμή της ημέρας του και να μην χάνει το κοινό του ούτε πλάνο από την καθημερινότητά του.

Ήταν λίγοι μήνες που είχε αποφασίσει να παραιτηθεί από την δουλειά του ώστε να ασχοληθεί αποκλειστικά με το κανάλι του. Όσο έβλεπε τους ακόλουθούς του να αυξάνονται με ταχύτατο ρυθμό, τόσο έβλεπε και την ιδέα να τα παρατήσει όλα και να αρχίσει τα ταξίδια να γίνεται πραγματικότητα. Και να που τα κατάφερε! Ήταν σε ένα υπέροχο μέρος, επέλεγε αυτός τι και πώς θα το κάνει και πληρωνόταν κιόλας! Τι καλύτερο να μπορούσε να ζητήσει…

«Αυτή είναι ζωή!» αναφώνησε βγαίνοντας στο μπαλκόνι. Οι πανύψηλοι φοίνικες σχημάτιζαν έναν φράχτη ο ένας δίπλα στον άλλον. Οι πισίνες των δωματίων περικύκλωναν το θέρετρο, για να δίνουν την εντύπωση ότι το κύκλωνε ένα ποτάμι. Πόσο ευφάνταστο του φαινόταν! Ο κρυφός φωτισμός έδενε την μαγική εικόνα. Ήταν όλα τέλεια!

Κοίταξε τον εαυτό του. Τα αθλητικά του ήταν πανάκριβα. Όταν ήταν παιδί, έβλεπε κάτι τέτοια παπούτσια μόνο πίσω από βιτρίνα. Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν πίστευε ότι μια μέρα θα ήταν δικά του. Τα ρούχα του ήταν η τελευταία λέξη της μόδας. Τα χρυσαφικά και ειδικά το ρολόι του, ήταν τα νοίκια μιας χρονιάς. Δεν του έκανε εντύπωση που δεν του μιλούσε πια κανείς από την οικογένειά του. Ήταν φυσικό να ζηλεύουν την επιτυχία του. Άλλωστε δεν λένε ότι η κορυφή είναι μοναχική; Μόνο που αυτός δεν ήταν μόνος. Χαμένος στις σκέψεις αυτές, δεν άκουσε ότι κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό του. Τον πλησίαζε με αργά βήματα με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ στο χέρι και ο Άλεξ ακόμα απολάμβανε τους φοίνικες και τις πισίνες. Σαν να άκουσε το τρίξιμο του πατώματος, γύρισε παραξενεμένος και τον είδε. Ένας μαυροφορεμένος άντρας με καλυμμένο το πρόσωπο στεκόταν απέναντί του.

Η τσιρίδα του Άλεξ έπιασε τέτοιο ύψος, που κόντεψαν και οι δύο να κουφαθούν. Ο άντρας όρμησε εξαγριωμένος πάνω του. Οι υπόλοιποι ένοικοι του θέρετρου βγήκαν στα μπαλκόνια και είδαν τους δύο άντρες να παλεύουν στην πισίνα. Ο Άλεξ βασικά χτυπιόταν σαν το ψάρι καταφέρνοντας μόνο να σηκώνει κύματα και να μην μπορεί ο άντρας να δει καλά για να τον πλησιάσει. Με κομμένη την ανάσα βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει φωνάζοντας βοήθεια. Αλλά αντί να αναζητήσει καταφύγιο μέσα στο θέρετρο, άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας σαν τρελός προς το δάσος. Ο άγνωστος άντρας έτρεχε ξοπίσω του. Ώσπου πια κανείς δεν μπορούσε να τους δει.

Το σκοτάδι ήταν τόσο βαθύ, που ο Άλεξ δεν έβλεπε την μύτη του. Έτρεχε και έτρεχε και σταματούσε μόνο όταν χτυπούσε πάνω σε κανένα δέντρο. Η καρδιά του κόντευε να σκάσει από το τρέξιμο, σαν να του έλεγε αν δεν σταματήσεις εσύ, θα σταματήσω εγώ. Και κρύφτηκε πίσω από κάτι που του φάνηκε σαν θάμνος με αγκάθια και έψαξε το κινητό στην τσέπη του. Άναψε για μια στιγμή το φως στη οθόνη και έσβησε ξανά. «Πάει! Αυτό ήταν! Έχετε γειά βρυσούλες!», κλαψούριζε που δεν μπορούσε με τίποτα να το ανοίξει.

Έκατσε κάτω απογοητευμένος. Έψαξε τις βρεγμένες τσέπες του, να δει τι άλλο είχε πάνω του. Αποκόμματα από εισιτήρια από τις δραστηριότητες που έκανε σήμερα. Ένα χαρτάκι με μισή τσίχλα που την έβαλε αμέσως στο στόμα του και άρχισε να την μασουλάει όσο έκλαιγε. Ένα νόμισμα που μάλλον με αυτό θα έπαιζε κορώνα γράμματα την ζωή του. Ψίχουλα από μια ρυζογκοφρέτα που θεώρησε ότι θα του χρειάζονταν αργότερα.

«Τι του έχω κάνει;» αγκάλιασε τον εαυτό του και για να τον παρηγορήσει και για να τον ζεστάνει. Έκανε άλλη μια προσπάθεια να ανοίξει το κινητό. Το στιγμιαίο φως του αποκάλυψε τον χώρο. Ένα πυκνό πευκοδάσος στην μέση του πουθενά. Έστυψε το μυαλό του να θυμηθεί τον χάρτη όταν ανέβαινε εκεί πάνω. Βουνό- θέρετρο – δάσος – χωριό. Ναι! Ένα χωριό ήταν κοντά. Προς τα πού όμως;

Το στιγμιαίο φως χάθηκε. Είχε αποκαλύψει όμως και στον άγνωστο άντρα την θέση του Άλεξ. Και όταν άκουσε βήματα να έρχονται προς το μέρος του, σηκώθηκε πανικόβλητος και το έβαλε ξανά στα πόδια. «Παναγίτσα μουυυυυ!», ακούστηκε να λέει πριν χαθεί πιο βαθιά στο δάσος.

Ο άντρας είχε κουραστεί και αυτός. Δεν πρόσεξε και έπεσε από μια πλαγιά του βουνού. Χτύπησε το πόδι του και έπρεπε τώρα να βρει τον Άλεξ κουτσαίνοντας. Ούτε αυτό όμως θα τον σταματούσε. Θα περίμενε να βγει ο ήλιος και θα συνέχιζε. Θα τον πετύχαινε στον ύπνο. Έτσι όπως τον είχε δει ήταν σίγουρος ότι αυτός ο ανόητος δεν θα κατάφερνε να τρέχει πάνω από δέκα λεπτά συνεχόμενα ακόμη…

Δέκα λεπτά μετά, ο Άλεξ έπεσε πάλι κάτω ξεψυχισμένος. Πάλευε για μια ανάσα σαν το ψάρι έξω από το νερό. «Πεθαίνω…», ψαχούλεψε την τσέπη του να βρει τα ψίχουλα της ρυζογκοφρέτας. «Τι του ‘χω κάνει του… Όχι! Δεν θα βρίσω. Ακούς Θεέ μου; Κρατάω το επίπεδο. Ρίξε του έναν κεραυνό. Κατέβασε καμία αρκούδα να τον φάει. Κάτι! Να ζήσω θέλω. Δεν έχω κάνει τίποτα. Ή μήπως έχω κάνει;». Εκεί, πεσμένος στα βρεγμένα από την υγρασία φύλλα, τουρτουρίζοντας από το κρύο και τον φόβο του, άρχισε τον απολογισμό της ζωής του. Από το νηπιαγωγείο που κατέβασε το παντελόνι του Κωστάκη γιατί είχε κοροϊδέψει την Μαιρούλα, το κοριτσάκι που του άρεσε. Ύστερα στην πρώτη δημοτικού, που σκαρφάλωσε στα κάγκελα και η δασκάλα του για να τον κατεβάσει ανέβηκε και αυτή και έπεσε και έσπασε το χέρι της και όλη τη χρονιά τον είχε βάλει στο μάτι και δεν τον άφησε σε χλωρό κλαρί.

Τελείωνε το δημοτικό όταν έκαναν φάρσα και έβαλαν με τους φίλους του φωτιά δίπλα σε ένα αμάξι και αυτό τελικά ήταν του διευθυντή και ευτυχώς που τελείωνε η χρονιά, γιατί θα τον είχε κάνει του αλατιού ο πατέρας του και θα τον είχε εξορίσει στο χωριό με τις θείες. Α! Οι θείες! Σαν τα κομάντο έκαναν κουμάντο στο χωριό. Μωρέ λες να έβαλαν αυτές άνθρωπο να τον ξεκάνει; Ικανές τις είχε, αλλά όχι στο ίδιο τους το αίμα.

Στο γυμνάσιο δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Από τον Παπαδάκη που βγήκε πρόεδρος στο δεκαπενταμελές αντί για αυτόν και ύστερα ο Άλεξ έβγαλε την φήμη ότι είχε ένα αφροδίσιο νόσημα που μεταδιδόταν με την χειραψία και γελούσε, γιατί από όπου περνούσε ο Παπαδάκης έτρεχαν προς αντίθετη κατεύθυνση οι συμμαθητές του. Από εκείνον τον καθηγητή που από τα τόσα που του έκανε ο Άλεξ έμπαινε στην τάξη και έπαιρνε δύο χάπια πριν αρχίσει το μάθημα; Λες να είναι ο ίδιος ο καθηγητής; Στριφογύριζε ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος με αυτές τις σκέψεις. Στον ύπνο του είδε όλες τις φάρσες που έκανε στο Λύκειο, όλα τα προβλήματα που δημιούργησε στην σχολή και όλα τα εμπόδια που έβαλε στους συναδέλφους του στη δουλειά.

Αμυδρό φως έπεσε στο πρόσωπό του. Τα ψίχουλα της ρυζογκοφρέτας κρέμονταν ακόμη από τα χείλη του. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει στα μάτια του. Τα φύλλα είχαν μπλεχτεί στα μαύρα μαλλιά του. Τα χώματα είχαν βρωμίσει τα πανάκριβα ρούχα και παπούτσια του. Ο φόβος είχε ταπεινώσει την φιλοδοξία του. Δεν ένιωθε πια ούτε φοβερός ούτε διάσημος. Μόνο έβλεπε πια πόσα λάθη είχε κάνει στην πορεία του. Και ειδικά τώρα, που έδωσε το τελευταίο χαστούκι στην οικογένειά του, όταν τους ανακοίνωσε ότι δεν ανήκουν πια στο ιδανικό κοινό. Ότι δεν μπορεί να συναναστρέφεται με τόσο απλούς και ταπεινούς ανθρώπους.

Άνοιξε τα μάτια του. Ο μαύρος ουρανός γινόταν μπλε σιγά σιγά. Πρέπει να ήταν πολύ νωρίς το πρωί. Είχε κοιμηθεί σίγουρα τέσσερις ώρες. «Μα τόσο γάιδαρος; Ο άλλος με κυνηγά να με σκοτώσει και εγώ κοιμάμαι σαν πουλάκι;», μονολόγησε και σκούπισε τα ρούχα του, μα κατάφερε μόνο να βρωμήσει και τα χέρια του. «Δεν μου φταίνε και τα ζώα. Εγώ μάλλον είμαι χειρότερος», αναστέναξε και πήρε την κατηφορική διαδρομή.

Ο άντρας, παρόλο που είχε προβάδισμα ώρας, είχε μείνει πολύ πίσω λόγω του τραυματισμού του. Έτσι τον πρόφτασε μόνο λίγο πριν βγει από το δάσος. Τον έριξε κάτω και τον χτυπούσε όπου έβρισκε. Ο Άλεξ ούρλιαζε. Δεν του έκανε εντύπωση του άντρα.

«Έλεος μωρέ, άντρας είσαι εσύ;»

«Μπαρντόν;»

«Τι δεν καταλαβαίνεις; Σαν κοριτσάκι στριγγλίζεις!»

«Ναι, συγγνώμη κιόλας! Που πας να με σκοτώσεις και εγώ φωνάζω!!!»

«Δεν θέλω να σε σκοτώσω»

«Α! Λάθος μου! Εγώ νόμιζα ότι με κυνηγάς για να πιούμε καφεδάκι!»

«Δώσε μου το κινητό σου και δεν θα σε πειράξω!»

«Πάρε το!» το κούνησε στον αέρα και άρχισε να τρέχει.

Είχε παρατηρήσει ότι ο άντρας κούτσαινε και σε μια στιγμή θάρρους ή βλακείας, δεν ήξερε ακόμη, είπε να σηκώσει ανάστημα και αυτός. «Μην κοιτάς πίσω. Η ζωή είναι μπροστά», έλεγε στον εαυτό του τα ίδια μότο που έλεγε στο κοινό του. Και γελούσε μόνος του με τις ανοησίες που πουλούσε και ευχόταν να μην είναι πίσω του ο άντρας και δει ότι είχε κατουρηθεί πάνω του.

Όταν ο Άλεξ βγήκε από το δάσος, σταμάτησε ένα αμάξι στο χωριό που ευτυχώς οδηγούσε μια καλόκαρδη ηλικιωμένη γυναίκα και δέχτηκε να τον πάει ως το αστυνομικό τμήμα της πόλης. Η διαδρομή ήταν μεγάλη αλλά η γυναίκα διασκέδασε με τις ιστορίες που της έλεγε ο Άλεξ. Για πρώτη φορά στην ζωή του ένιωσε μια ικανοποίηση γιατί πρόσφερε γέλιο και χαρά σε μια μοναχική γυναίκα. Και εκείνη τη στιγμή, μέσα στο αμάξι με την γιαγιά που τον έσωσε από τον άγνωστο άντρα που τον κυνηγούσε όλη νύχτα μέσα στο δάσος να τον σκοτώσει χωρίς να ξέρει γιατί, εκεί σκέφτηκε ότι θα ήθελε να γίνει κωμικός. Και ότι ποτέ μα ποτέ ξανά δεν θα ασχολιόταν με τα βίντεο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τους ακόλουθους και όλα αυτά. Και ότι θα πήγαινε τρέχοντας πίσω στην οικογένειά του να ζητήσει συγγνώμη που ήταν τόσο αλαζόνας.

Όταν έφτασε στο αστυνομικό τμήμα και είπε όλα όσα είχαν γίνει, άρχισε έρευνα και γρήγορα έφτασαν στο συμπέρασμα γιατί έγιναν όλα αυτά. Όταν άνοιξαν το κινητό του διαπίστωσαν ότι ο Άλεξ στην πρωινή του τρέλα να κάνει ελεύθερη πτώση από το ελικόπτερο, είχε καταγράψει εν αγνοία του με την κάμερα τον άγνωστο άντρα να δολοφονεί έναν άλλον. Και εκείνος έπειτα τον ακολούθησε και μιας και ο Άλεξ δεν ήταν και η πιο διακριτική παρουσία, έμαθε πού έμενε και ήθελε να του κλέψει το κινητό για να θάψει εκείνη τη μέρα εκτός από το πτώμα και όλα τα στοιχεία. Αλλά πού να ήξερε ότι θα έπεφτε πάνω σε εκείνον τον τύπο που τον έλεγαν Άλεξ. Και πού να ήξερε και ο Άλεξ ότι μια φωτογραφία θα του άλλαζε όλη του ζωή.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading