Λένε πως όταν ονειρεύεσαι κάποιον, του λείπεις. Πόσο λάθος διατυπωμένη του ακουγόταν αυτή η έκφραση! “Όταν ονειρεύεσαι κάποιον, σου λείπει, δεν του λείπεις. Αν του έλειπες θα ήταν εδώ…” έλεγε.
Πάντα υπέρμαχος της λογικής, πίστευε μόνο όσα μπορούσε να δει. Αμφισβητούσε κάθε τι μεταφυσικό και δεν έπαιρνε στα σοβαρά προλήψεις και δεισιδαιμονίες. “Μαύρες γάτες και ματιάσματα λες και ζούμε 100 χρόνια πίσω!” έλεγε συχνά όταν κάποιος χτυπούσε ξύλο μπροστά του ή έφτυνε τον κόρφο του. Τα έβλεπε και γελούσε. Έτσι και με το όνειρό του, αυτό το όνειρο που έβλεπε σχεδόν κάθε βράδυ τις τελευταίες μέρες.
Στην αρχή δεν το είχε πει σε κανέναν. Τι να πει εξάλλου; Πως κάθε βράδυ, βρίσκεται μέσα σ’ ένα άδειο δωμάτιο και κοιτάει ταραγμένος γύρω του, γιατί ακούει κάποιον να φωνάζει το όνομά του; Πως ξαφνικά καταλαβαίνει πως είναι η φωνή εκείνης κι όταν φωνάζει το όνομά της, κοιτάζει τα χέρια του κι είναι ματωμένα; Πως μετά απ’ αυτό πετιέται κάθιδρος απ’ το κρεβάτι;
Κάποια στιγμή λίγες μέρες πριν, μια συνάδελφός του, του είχε πει πως τον έβλεπε πολύ κουρασμένο τελευταία κι ενώ στην αρχή ο Πέτρος δικαιολογήθηκε με τις απανωτές εφημερίες, μετά χωρίς να καταλάβει κι ο ίδιος το γιατί, της είπε για το όνειρο που έβλεπε. Η κοπέλα τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια της και του είπε “Πήγαινε να την βρεις. Σε χρειάζεται. Όταν ονειρεύεσαι κάποιον του λείπεις!”. Ο Πέτρος δεν την ρώτησε τίποτα. Κούνησε απλά το κεφάλι του, σαν να προσπαθούσε να αποτινάξει αυτές τις σκέψεις απ’ το μυαλό του κι έσκυψε στα χαρτιά του. Να πάει να την βρει; Μετά από τόσα χρόνια; Μετά απ’ όσα είχαν συμβεί;
Προσπαθούσε για μέρες να ξεπεράσει τα έντονα συναισθήματα που του δημιουργούσε αυτό το όνειρο, το οποίο συνέχισε να τον επισκέπτεται κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του για να κοιμηθεί. Μέρα με τη μέρα όμως, τα πράγματα άρχισαν να γίνονται χειρότερα. Ένα βράδυ νόμιζε πως είδε το πρόσωπό της να τον κοιτάζει μέσα απ’ τον καθρέφτη, την ώρα που έπλενε τα χέρια του. Ήταν θλιμμένη και το μπλε της βλέμμα τρύπησε θαρρείς την καρδιά του. Ένιωσε έναν έντονο πόνο που κράτησε μόνο 2 δευτερόλεπτα, όσο έμεινε και η μορφή της στον καθρέφτη του. Τρόμαξε. Του έπεσε απ’ τα χέρια η πετσέτα κι έμεινε να κοιτάζει το κρύο γυαλί, στο οποίο πια αποτυπωνόταν μόνο η δική του μορφή. Ήταν τόσο τρομαχτικό, τόσο πρωτόγνωρα παράξενο αυτό που είχε συμβεί. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως ήταν απλά παιχνίδι του μυαλού. Την είχε έντονα στο μυαλό του, γι’ αυτό… Δεν συνέβη ποτέ! Δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί!
Με την Αριάδνη ήταν σχεδόν 2 χρόνια μαζί. Όταν του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος, ο Πέτρος κοκάλωσε. Ήταν το τελευταίο που περίμενε, μιας και πρόσεχαν πολύ. Αγαπιόντουσαν, αλλά δεν ήταν ακόμη έτοιμοι για το επόμενο βήμα. Δεν είχαν μιλήσει ποτέ για γάμο και παιδιά και η ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της ένα βράδυ έξω απ’ το σπίτι της, την ώρα που επέστρεφαν από διασκέδαση, τον έκανε να χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κι αυτή ήταν η πρώτη -ίσως κι η μοναδική φορά- στη ζωή του, που δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, δεν κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να σκεφτεί λογικά, δεν κατάφερε να φερθεί “όπως έπρεπε”. Την κατηγόρησε (Χριστέ μου, πόσο ντρεπόταν ακόμη και τώρα!) για το ότι εκείνη το έκανε εσκεμμένα. Της φώναζε πως επίτηδες δεν πήρε το χάπι, πως επίτηδες άφησε να συμβεί όλο αυτό. Κι εκείνη αμίλητη στεκόταν μπροστά του κι ανεχόταν κάθε λεκτικό χαστούκι του, χωρίς να λέει κουβέντα. Μέχρι τη στιγμή που σήκωσε το χέρι της και του είπε “τέλος”. Αυτή ήταν η μοναδική λέξη που ξεστόμισε κι έκτοτε απλά χάθηκε.
Δεν απάντησε σε κανένα τηλεφώνημα, σε κανένα μήνυμα. Δεν άνοιξε ποτέ την πόρτα της σε κανένα απ’ τα επίμονα χτύπηματά του. Μέρες αργότερα έμαθε από φίλους πως σε μια νύχτα τα μάζεψε κι έφυγε για Θεσσαλονίκη, στους δικούς της. Άφησε τη σχολή της στη μέση, παράτησε πτυχίο, όνειρα… παράτησε κι εκείνον. Κι αν κάτι τον έκανε να ντρέπεται περισσότερο απ’ όλα, ήταν που αντί να πονέσει, αντί να ψάξει να τη βρει, να δει πώς είναι, τι θα γίνει με το παιδί τους, εκείνος ένιωσε ανακούφιση, ένιωσε σαν να του πήραν απ’ την πλάτη του ένα βάρος.
Σύντομα μετά το χωρισμό τους, έφυγε για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό και παρέμεινε εκεί μέχρι πριν από ένα χρόνο που επέστρεψε στην Ελλάδα, ως υποδιευθυντής μιας απ’ τις μεγαλύτερες ιδιωτικές κλινικές της χώρας. Κι αυτό στα 40 του ήταν απίστευτο! Είχε καταφέρει σε τόσο μικρή ηλικία, τόσα όσα λίγοι κι όμως παράλληλα ένιωθε πάντα μόνος κι ατελής. Στον κόσμο έδειχνε τη φανταχτερή πλευρά της ζωής του, με τα πολλά χρήματα, την θέση κύρους, μα όταν επέστρεφε στο σπίτι ήξερε πως η μοναξιά ήταν η μόνη αληθινή συντροφιά του, ίσως η μόνη συντροφιά που του άξιζε. Γιατί παρά τα χρόνια που πέρασαν, παρά τα όσα είχε καταφέρει, παρά τα όσα είχαν γίνει, εκείνο το βράδυ έξω απ’ το σπίτι της Αριάδνης, δεν είχε φύγει ποτέ από μέσα του. Ένιωθε ντροπή, απίστευτη ντροπή στη θύμηση όσων είπε, μα κυρίως όσων δεν έκανε. Κι ήταν κι αυτό το “τι να έγινε τελικά;” που τον διέλυε, μα παρέμενε ακόμη δειλός να ψάξει για να μάθει. Ήταν δειλός κι αυτή την πλευρά του, όσο κι αν την έκρυβε απ’ όλους, την μισούσε και την φοβόταν. Κι ήταν κι αυτό το καταραμένο όνειρο τόσα βράδια τώρα, που είχε προστεθεί σαν ακόμη ένα βαρίδι στην ψυχή του…
Πήρε το κινητό του στα χέρια του, έψαξε στα social το όνομά της, δεν κατάφερε να βρει τίποτα. Έβαλε απόκρυψη και κάλεσε στον αριθμό της, δεν ίσχυε πια. Έψαξε να βρει το σταθερό του πατρικού της, δεν υπήρχε κάτι. Πού να ψάξει και τι να βρει μετά από τόσα χρόνια; Αναστέναξε κι άναψε τσιγάρο. Ήθελε αλήθεια να μάθει; Άντεχε πραγματικά να ξέρει; Μήπως ήταν καλύτερα να ζει μέσα στην άγνοια και τη δειλία του;
“Ο Πέτρος δεν είσαι;” μια γυναικεία φωνή τον έκανε να σταματήσει να τρέχει στο διάδρομο του νοσοκομείου. Γύρισε, την κοίταξε κι απέμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να την κοιτάζει εξεταστικά. “Η Μάρθα είμαι… η Μάρθα η Δεμίρη. Που κάναμε παρέα τότε που… η συμφοιτήτρια της Αριάδνης!” του είπε ενθουσιασμένη κι εκείνος ένιωσε τα γόνατά του να κόβονται. Την έπιασε εγκάρδια απ’ το χέρι και προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις να πει. “Βλέπεις την Αριάδνη;” την ρώτησε απότομα, κάνοντάς την να κάνει ένα βήμα πίσω. “Σε παρακαλώ! Είναι τεράστια ανάγκη!” της είπε εμφανώς απελπισμένος. “Η Αριάδνη ζει Θεσσαλονίκη, δεν ξέρω πολλές λεπτομέρειες, απ’ τα social μιλάμε πια, μόνο σε γιορτές και γενέθλια…” του απάντησε διστακτικά. “Σε παρακαλώ!” τόνισε κάθε συλλαβή. Τον κοίταξε διστακτικά κι έβγαλε το κινητό της απ’ την τσάντα της. Άνοιξε το instagram και βρήκε το προφίλ της, του το έδειξε κοιτώντας γύρω της θαρρείς κι έκανε κάτι παράνομο. Πήγε να το τραβήξει αμέσως, θεωρώντας πως είχε δει ο Πέτρος το όνομα, δεν χρειαζόταν και κάτι άλλο, μα εκείνος της το τράβηξε κι απέμεινε να κοιτάζει σαν υπνωτισμένος τη φωτογραφία της. Η Αριάδνη, η δική του Αριάδνη και στην αγκαλιά της ένα παιδί, ένας ξανθός, χαμογελαστός μπόμπιρας. “Πρέπει να φύγω…” του είπε εκείνη κι έβαλε το κινητό της στην τσάντα με βιαστικές κινήσεις. Έφυγε χωρίς καν να τον χαιρετήσει. Κι εκείνος παρέμεινε εκεί, ακίνητη φιγούρα, χωρίς να αντιλαμβάνεται τον κόσμο που περνούσε δίπλα του, τους γιατρούς που βημάτιζαν βιαστικά, τους ασθενείς που άλλοι πονούσαν κι άλλοι περίμεναν χαμογελαστοί το εξιτήριο. Η Αριάδνη. Το παιδί. Κι εκείνος. Ο δειλός, ο απαίσιος, ο άνανδρος. Πόσο μικρός κι ασήμαντος ένιωθε…
Χαράματα γύρισε σπίτι του απ’ την εφημερία, μια πολύ δύσκολη εφημερία κι όμως το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να καθίσει στον καναπέ και να ψάξει να τη βρει. Να κοιτάξει τη φωτογραφία του προφίλ της και να ψάχνει να βρει το κορίτσι που ήξερε, πίσω απ’ τη γυναίκα που έβλεπε, να ψάχνει να βρει στα μάτια του παιδιού, κάτι απ’ τη δική του ματιά. Τίποτα δεν του φαινόταν γνώριμο. Η Αριάδνη, η ξανθιά κοπέλα με τα φωτεινά μάτια, δεν θύμιζε σε τίποτα αυτή τη μελαχρινή γυναίκα με το σκοτεινό κι αγέλαστο βλέμμα. Κι αυτός ο μικρός… σ’ εκείνα τα ματάκια έβλεπε μόνο λίγο απ’ το φως της. Τίποτα όμως που να θυμίζει εκείνον.
Το ίδιο βράδυ, αλλά και τα τρία επόμενα, το όνειρό του ερχόταν συνεχώς να ταράξει τον ύπνο του. Εκείνος μόνος σ’ ένα άδειο δωμάτιο, να κοιτάει γύρω του ταραγμένος και μια φωνή να του τρυπάει το μυαλό, μια γυναικεία φωνή να φωνάζει το όνομά του, η φωνή της Αριάδνης. Και μετά να κοιτά τα ματωμένα χέρια του… “Πήγαινε να την βρεις. Σε χρειάζεται. Όταν ονειρεύεσαι κάποιον του λείπεις!” θυμόταν τα λόγια της συναδέλφου του. Και κάπου εκεί πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινε να τη βρει. Κι ό,τι γίνει.
Οδηγούσε όλο το βράδυ για να φτάσει στο χωριό της. Δεν ήξερε πού ήταν το σπίτι της ή τι θα έβρισκε εκεί, αλλά ήταν το μόνο στοιχείο που είχε.
Ξημερώματα έφτασε. Στην πλατεία βρήκε ένα καφενείο, ρώτησε κι έμαθε πού ήταν το σπίτι του πατέρα της. Δεν ήθελε να ρωτήσει για την ίδια, θα ξεκινούσε απ’ το πατρικό της κι έβλεπε…
Στάθηκε για ώρα μέσα στο αυτοκίνητο να κοιτάζει τη μικρή μονοκατοικία. Το γκρι χαμηλό ντουβαράκι με τα σκούρα πράσινα κάγκελα που οριοθετούσαν την γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια αυλή. Τα ξεθωριασμένα κεραμίδια, τη μικρή βεραντούλα με τις λευκές καρέκλες και το λευκό τραπέζι. Την ανοιχτόχρωμη καφέ εξώπορτα… Άνοιγε! Η εξώπορτα άνοιγε! Ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται. Μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας, που κρατούσε στα χέρια ένα αγοράκι, ένα ξανθό αγοράκι γύρω στα δέκα. Ένιωσε να μην έχει οξυγόνο στα πνευμόνια του και το μυαλό του ανίκανο να συνεργαστεί για να αποφασίσει το τι έπρεπε να κάνει. Βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και πήγε προς το μέρος της. “Με συγχωρείτε… Καλημέρα! Είμαι… δηλαδή… είμαι παλιός φίλος της Αριάδνης, περνούσα απ’ την περιοχή και…” κατέβασε το κεφάλι όταν η γυναίκα τον πλησίασε. “Ποιος είσαι;” τον ρώτησε κοιτώντας τον εξεταστικά. “Πέτρος… Πέτρος Βάρναλης, λέγομαι. Γνωριζόμαστε απ’ την Αθήνα. Είμαι γιατρός και…”. “Γιατρός;” σαν να αναθάρρησε η γυναίκα.
Σε μία ώρα του είχε πει τα πάντα. Για την σπάνια ασθένεια που τη βασάνιζε το τελευταίο διάστημα, για το ότι έπρεπε να χειρουργηθεί αλλά δεν υπήρχε στην Ελλάδα εξειδικευμένος χειρούργος… όλα! Κι ο Πέτρος ένιωθε ολοένα και περισσότερο την ψυχή του να σφίγγεται. Έκανε κάποια τηλεφωνήματα, ρώτησε κι έμαθε για το εξειδικευμένο κέντρο στην Αμερική που θα μπορούσε να βοηθήσει. “Ποια Αμερική αγόρι μου; Πού χρήματα για κάτι τέτοιο;”. “Μπορεί να γίνει μέσω της ασφάλισής της, μην σας ανησυχεί, θα τ’ αναλάβω προσωπικά!” της απάντησε με σιγουριά. Κι εκείνη έβαλε τα κλάμματα κι έπεσε στην αγκαλιά του, γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον ‘ξένο που της έστειλε ο Θεός να σώσει τη θυγατέρα της’.
Δεν υπήρχε χρόνος, ο Πέτρος έβαλε λιτούς και δεμένους για να γίνουν οι διαδικασίες όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μίλησε με το ιατρικό κέντρο της Αμερικής, στο οποίο είχε γνωστούς από τότε που εργαζόταν εκεί, μίλησε με τους γιατρούς στην Ελλάδα, κατεύθυνε τα πράγματα για να βγει η βίζα για λόγους υγείας… Έκανε ό,τι χρειαζόταν ώστε η Αριάδνη να φύγει για την Αμερική άμεσα. Ούτε είκοσι μέρες… ούτε είκοσι μέρες κι όλα ήταν έτοιμα. Κι η Αριάδνη στο μεταξύ δεν είχε μάθει ποιος ήταν αυτός που έκανε τα πάντα. Ο ίδιος ο Πέτρος παρακάλεσε τη μητέρα της να μην της πει το όνομά του. “Θα την επισκεφτώ πριν φύγετε. Δεν θα ήθελα να την ταράξω, έχουμε χρόνια να βρεθούμε και η τελευταία μας συνάντηση δεν πήγε πολύ καλά… Σας παρακαλώ!” της είχε πει. “Σώσε το παιδί μου κι εγώ το ορκίζομαι, λέξη δεν θα πω!” του είχε πει βουρκωμένη.
Πήγε στο αεροδρόμιο. Στάθηκε σε μια άκρη και περίμενε, ήθελε να τη δει, να την χαιρετήσει, να της ζητήσει συγνώμη για τότε και να της ορκιστεί πως όταν επιστρέψει, θα είναι εκεί να την περιμένει και να της δώσει όσα τόσο άνανδρα της στέρησε τότε. Ήθελε να της πει πόσο μετάνιωσε, πόσο λίγος ένιωθε. Ήθελε να της πει τόσα, μα όταν την είδε να περνάει από μπροστά του, ξέχασε τα πάντα. Η Αριάδνη ήταν εκεί, λίγα μέτρα μακριά του. Στο ένα της χέρι κρατούσε τον Νίκο, τον μικρό, ξανθό μπόμπιρα κι απ’ το άλλο έναν άντρα, έναν άντρα που την κρατούσε στοργικά. Πόσο λίγος ένιωσε! Πόσο ανάξιος! Πόσο μικρός!
Έκανε κάποια βήματα πίσω κι έφυγε. Σαν δειλός. Ακριβώς όπως ήξερε.
Για την έκβαση της εγχείρησης και την πορεία της υγείας της Αριάδνη, μάθαινε απευθείας απ’ τους γιατρούς. Απέφευγε να επικοινωνήσει με τη μητέρα της, δεν ήξερε τι να της πει. Τα έξοδα του ταξιδίου, των γιατρών, της διαμονής εκεί, τα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου εκείνος. Καμία ασφάλιση, κανένα κράτος, όλα εκείνος κι αυτό το κράτησε μυστικό απ’ όλους.
Τρεις μήνες μετά, κι ενώ η Αριάδνη είχε ήδη επιστρέψει στην Ελλάδα υγιής, ο Πέτρος αποφάσισε να πάει να της μιλήσει. Όχι για να της πει τι έκανε για εκείνη και να ζητήσει συγχώρεση, αλλά για να της παραδεχτεί όλα όσα δεν έκανε και να ζητήσει έλεος. Το μόνο που ήθελε ήταν να την παρακαλέσει να του επιτρέψει να αναγνωρίσει το παιδί του. Είχε χάσει πολλά χρόνια, ήξερε πως δεν θα μπορούσε να κερδίσει το χαμένο χρόνο, αλλά ήλπιζε πως θα κατάφερνε να κερδίσει μια ευκαιρία για να αναλάβει ευθύνες γι’ αυτό το παιδί. Μόνο για να δώσει θα πήγαινε, δεν είχε δικαίωμα ούτε να σκεφτεί πως θα μπορούσε να πάρει.
Την βρήκε στην αυλή, καθισμένη σε μια λευκή πλαστική καρέκλα. Έδειχνε αδύναμη, αλλά ήταν καλά κι αυτό ήταν το σημαντικό.
Τον γνώρισε αμέσως και το βλέμμα της με μιας σκλήρυνε. Ο Πέτρος άνοιξε την καγκελένια πόρτα και προχώρησε προς το μέρος της. Κρατούσε στο ένα του χέρι μια ανθοδέσμη με λευκά τριαντάφυλλα και στο άλλο μια σακούλα με πολύχρωμα κουτιά. Ήταν δώρα για τον Νικολάκη.
– Ήρθα να σου ευχηθώ περαστικά. της είπε μόνο κι ακούμπησε στο τραπέζι τα λουλούδια και τη σακούλα στα πόδια της
– Πώς έφτασες εδώ; τον ρώτησε ξέπνοα
– Έμαθα για την περιπέτεια της υγείας σου. Αριάδνη…
– Θέλω να φύγεις αυτή τη στιγμή. του είπε κοφτά
– Δεν ήρθα για να σε ταράξω. Έχεις κάθε δικαίωμα να νιώθεις θυμωμένη. Μια συγνώμη δεν μπορεί να διορθώσει όσα αισχρά έκανα, μα είναι το μόνο που έχω. Αυτό και μια υπόσχεση πως από εδώ και πέρα το παιδί μου θα…
– Το ποιο; τον ρώτησε με θυμό
– Ξέρω ότι…
– Όχι δεν ξέρεις τίποτα, Πέτρο! Ο Νίκος δεν είναι δικό σου παιδί! Εκείνο το παιδί το έριξα τότε! Ήταν αδύνατον να έρθω στο χωριό και να με δεχτούν ως ανύπαντρη μητέρα! Δεν έμαθε ποτέ, κανείς γι’ αυτό! Μετά γνώρισα τον Οδυσσέα, παντρευτήκαμε κι έμεινα αμέσως έγκυος. Ο Νίκος δεν είναι παιδί σου! του είπε και σηκώθηκε όρθια
– Μα… χρονικά…
– Χρονικά, τι; Έφυγα απ’ την Αθήνα το 2015. Ο Νίκος είναι γεννημένος το 2017. Ούτε κατά διάνοια… Φύγε Πέτρο! Φύγε και μην με ξαναενοχλήσεις!
Ο Πέτρος έμεινε να την κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Οι λέξεις της είχαν πέσει σαν χαστούκια στο πρόσωπό του.
– Η μαμά σου μου είπε ότι είναι γεννημένος το 2015! Τα Χριστούγεννα! Γιατί το κάνεις αυτό;
Η Αριάδνη στάθηκε μπροστά του ακίνητη. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
– Το μόνο που θέλω είναι έστω και τώρα να αναλάβω την ευθύνη αυτού του παιδιού. Και δεν πρόκειται ποτέ να απαιτήσω τίποτα! Στ’ ορκίζομαι! Φέρθηκα μια φορά άνανδρα! Δεν θα το ξανακάνω! Σε παρακαλώ, Αριάδνη!
– Ο Νίκος έχει πατέρα, Πέτρο. Τον έχει υιοθετήσει ο άντρας μου, έχει το επίθετό του, δεν χρειάζεται τίποτα από σένα! Παρέμεινε μακριά και απών, όπως πάντα ήσουν! Μην ταράξεις ξανά τη ζωή μου, το έκανες μια φορά, δεν θα το κάνεις και δεύτερη! Το παιδί δεν ξέρει τίποτα! Αν τον αναστατώσεις, θα σε σκοτώσω!
Οδήγησε μηχανικά μέχρι την Αθήνα. Ούτε το ραδιόφωνο άνοιξε. Ούτε που κατάλαβε πώς βρέθηκε πίσω, στο σπίτι του, που του φάνηκε πιο παγωμένο από κάθε άλλη φορά. “Πήγαινε να την βρεις. Σε χρειάζεται. Όταν ονειρεύεσαι κάποιον του λείπεις!”, άκουγε μια φωνή να του μιλάει κοροϊδευτικά θαρρείς μέσα στο κεφάλι του. Παρόλα τα όσα έγιναν όμως, δεν μετάνιωσε στιγμή που πήγε, γιατί ίσως αν δεν το είχε κάνει, η Αριάδνη να μην ήταν καλά αυτή τη στιγμή, να σταθεί δίπλα σ’ αυτό το παιδί -το παιδί που παρότι δικό του, δεν θα ήταν ποτέ δικό του-.
Δεν ξαναείδε εκείνο το όνειρο. Όταν ονειρεύεσαι κάποιον, σου λείπει, λένε. Κι όταν σταματήσεις να τον ονειρεύεσαι, τότε ξέρεις πως τον έχασες για πάντα. Κι ο Πέτρος δεν ξαναείδε ποτέ την Αριάδνη ή το παιδί του.
Ένα χρόνο μετά, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Καρδιά, είπαν οι γιατροί. Στη διαθήκη του είχε αφήσει ό,τι είχε και δεν είχε, σ’ εκείνη, στη μάνα του παιδιού του. Του παιδιού που δεν έμελλε ποτέ να γνωρίσει.
Κική Γιοβανοπούλου
