Το κορίτσι που έβλεπε το μέλλον

Το μαρτύριο ξεκίνησε όταν άρχισα, δύο χρόνια πριν, να βλέπω τις πρώτες εικόνες.
Απλές στην αρχή, θολές, σαν φωτογραφίες παλιές που τις βρέχει η βροχή.
Πάντα έβλεπα από μικρό παιδί, μα τότε το έπαιρνα αψήφιστα. Νόμιζα πως ήταν όνειρα. Άλλοτε πως ήταν σκηνές από ταινίες που είχα δει και απλώς επαναλαμβάνονταν στο μυαλό μου. Κάποιες φορές έπειθα τον εαυτό μου ότι τα φανταζόμουν, πως δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Κι όμως, ήρθε η πρώτη φορά που κατάλαβα. Ο πρώτος θάνατος. Τον είχα δει, είχα δει κάθε λεπτομέρεια. Όταν συνέβη, πάγωσα. Για αρκετά χρόνια πίστεψα πως τον είχα προκαλέσει εγώ. Ότι ήμουν ένοχη. Ότι με κάποιον τρόπο η σκέψη μου έφερε το κακό.

Χρειάστηκε καιρός, και πολλές νύχτες χωρίς ύπνο, για να αρχίσω να καταλαβαίνω. Για να μάθω τι είναι αυτό το «χάρισμα». Για να συνειδητοποιήσω ποια είμαι και γιατί βλέπω όλα αυτά.

Στην αρχή νόμιζα πως το μόνο που μου επιτρέπεται είναι να γνωρίζω. Να βλέπω, να υποφέρω και να σωπαίνω. Σαν να μου είχαν επιβάλει έναν νόμο: να μην επέμβω ποτέ. Να είμαι παρατηρητής σε μια θεατρική παράσταση όπου όλοι πεθαίνουν κι εγώ δεν μπορώ να αλλάξω ούτε μία λέξη από το σενάριο.

Μέχρι που ήρθε η πυρκαγιά. Η μεγάλη τραγωδία. Δεκάδες νεκροί, σπίτια και δάση να γίνονται στάχτη.
Το προηγούμενο βράδυ ένιωθα λες και πεθαίνω. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Το στήθος μου έκαιγε, έβλεπα φλόγες να ξεπηδούν μπροστά στα μάτια μου, παρότι το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και ήσυχο. Έβλεπα καπνό να πνίγει ανθρώπους που ούρλιαζαν.

Και τότε είδα. Έναν ηλικιωμένο να αφήνει γκαζάκια στο δάσος. Τον είδα να φεύγει σκυφτός, σαν να μην ήθελε να τον αναγνωρίσει κανείς. Μετά φωτιά. Ολόκληρη η εικόνα τυλίχτηκε σε κόκκινο και μαύρο.

Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα αν ήταν όνειρο, προειδοποίηση ή φαντασία. Το επόμενο πρωί όλα είχαν γίνει πραγματικότητα. Οι ειδήσεις φώναζαν για καταστροφή, για την «μεγαλύτερη τραγωδία της ιστορίας».

Δεν έχω σιχαθεί τον εαυτό μου περισσότερο.
Σκεφτόμουν: ποιο το νόημα να ξέρω; Τι να το κάνω, αν δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα;
Να πάρω την αστυνομία να τους πω τι; Ότι είδα ένα όραμα, σαν clairvoyant, ότι κάποιος θα βάλει φωτιά; Ποιος θα με πίστευε; Κανείς. Το πολύ-πολύ να με έκλειναν σε ψυχιατρείο, να μου έδιναν χάπια να κοιμάμαι και να ξεχάσω.

Κι έτσι σιώπησα.

Και τότε άρχισε το πιο δύσκολο κεφάλαιο της ζωής μου.

Πάντα τον έβλεπα. Τον έβλεπα να πεθαίνει. Ξαφνικά. Σκληρά. Κάθε φορά το ίδιο τέλος. Για χρόνια προσπαθούσα να το διώξω. Έλεγα «όχι, δεν θα συμβεί». Παρακαλούσα, έκλαιγα, προσευχόμουν να πάρει εμένα αντί για εκείνον.
Αλλά η μοίρα ήταν αμετάβλητη. Σαν μια πέτρα που έχει ήδη κυλήσει από το βουνό και δεν μπορείς να τη σταματήσεις.

Προσπάθησα όμως. Το πάλεψα. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα ήξερα. Κι όμως, κράτησα το μυστικό. Δεν το είπα ποτέ. Απλώς άφηνα υπονοούμενα, μισόλογα, σαν να έψαχνα τρόπο να του δείξω τον δρόμο χωρίς να αποκαλύψω το βάρος που κουβαλούσα.

Προσπάθησα να τον αλλάξω. Να τον κάνω να δει τον εαυτό του αλλιώς. Να καταλάβει τα λάθη του, να διορθώσει τις πράξεις του. Μα ήταν μάταιο.
Όταν άρχισε τη χρήση ουσιών, ήξερα. Είχε ήδη μπει στον δρόμο του θανάτου.

Κάθε μέρα ήταν εφιάλτης. Ένιωθα πως πεθαίνω κι εγώ μαζί του. Το στήθος μου βάραινε, η ανάσα μου κόβονταν. Ήξερα ότι ο θάνατος τον ακολουθούσε σαν σκιά, έτοιμη να τον αρπάξει.

Τον προειδοποιούσα συνέχεια. Μην πας εκεί. Μην οδηγήσεις σήμερα. Μην κάνεις αυτό. Μην συναντήσεις αυτόν.
Πόσες φορές του έσωσα το τομάρι; Δεν ξέρω. Άπειρες. Κι όμως ήξερα ότι μια μέρα δεν θα μπορούσα πια.

Κι έτσι έγινε.

Ήταν μια κανονική μέρα. Σαν όλες τις άλλες.
Πήγα τα παιδιά σχολείο, έκανα δουλειές, ετοίμαζα γλυκά για το πάρτι. Στο γραφείο, οι φάκελοι είχαν στοιβαχτεί, με πνίγανε. Η δουλειά δύσκολη, μονότονη, μα εκείνη την ημέρα μου φαινόταν βουνό.

Κι ύστερα άρχισε ο πόνος. Ένας πόνος στο στομάχι, μετά στο στήθος. Δυνατός, αβάσταχτος. Πίστεψα πως πεθαίνω. Ένιωσα τον κόσμο να γυρίζει, το πάτωμα να ανοίγει κάτω από τα πόδια μου.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ξένος αριθμός.
Άργησα να απαντήσω, τα χέρια μου έτρεμαν.
Και τότε οι λέξεις. Μαχαίρια στα αυτιά μου, κομμάτια στο μυαλό μου.

«Πέθανε. Καρδιακή προσβολή από υπερβολική δόση».

Όλα πάγωσαν. Ο χρόνος σταμάτησε.
Κι όμως, μέσα στην παγωνιά, είδα. Είδα το τέλος του. Να πιάνει το στήθος του, να σωριάζεται. Τα χείλη του να γίνονται μπλε. Τα μάτια του θολά. Και τις τελευταίες του σκέψεις.
Ούτε εκείνη τη στιγμή άλλαξε. Ούτε μπροστά στον θάνατο.

Απέτυχε στην αποστολή του. Και έτσι τον πήραν πίσω.

Ο πόνος έγινε ουρλιαχτό. Τα δάκρυα δεν σταματούσαν. Για μέρες ήμουν σαν μηχανή, έκανα μόνο τα απολύτως απαραίτητα, χωρίς ψυχή. Σκεφτόμουν ξανά και ξανά πώς γίνεται να πεθάνει ένας άνθρωπος από καθαρό εγωισμό.

Θύμωσα με τον Θεό. Τον μίσησα. Για χρόνια. Γιατί να μου δώσει ένα χάρισμα που είναι μόνο βάσανο; Γιατί να βλέπω και να μην μπορώ να αλλάξω τίποτα;

Κι ύστερα, χρόνια μετά, έμαθα την αλήθεια.
Ότι εκείνος ο άνθρωπος που προσπαθούσα να σώσω, που πάλευα με νύχια και με δόντια να τον κρατήσω στη ζωή… σκόπευε να με σκοτώσει.

Πόσο ειρωνική η ζωή, ε;
Να ξοδεύεις όλη σου τη δύναμη για να σώσεις έναν άνθρωπο που σχεδίαζε το τέλος σου.

Κι έτσι έμαθα. Το χάρισμα δεν είναι ευλογία. Δεν είναι φως. Είναι βάρος, είναι πόνος, είναι πληγή.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που θα ήθελες να μη δεις τίποτα. Να μείνεις τυφλός, να μην ξέρεις. Να πιστεύεις απλά πως όλα θα πάνε καλά, έστω κι αν είναι ψέμα.

Γι’ αυτό, μην νομίζετε πως το να βλέπεις το μέλλον είναι δώρο. Γιατί κάποιες φορές, το μόνο που εύχεσαι… είναι να μην το ξέρεις.

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading