Το τελευταίο άγγιγμα

Η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα και μετρημένοι στα δάχτυλα άνθρωποι, με σκυφτά κεφάλια και ντυμένοι στα μαύρα, ακολουθούσαν την νεκρώσιμη πομπή. Η τελετή τελείωσε γρήγορα χωρίς φωνές και γοερά κλάματα. Όλοι εξάλλου οι παρευρισκόμενοι, δεν την είχαν και κάτι την κυρά Φρόσω. Οι περισσότεροι ήταν γείτονές της, κανείς απ’ την οικογένεια ή τους συγγενείς της. Πόσοι υπήρχαν άλλωστε;

Δυο κόρες είχε η κυρά Φρόσω, την μια την είχε χάσει από χρόνια σε τροχαίο κι η άλλη έφυγε για το εξωτερικό δεκαετίες πριν κι έκτοτε δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Η κυρά Φρόσω έλεγε πως λάμβανε συχνά γράμματα και εμβάσματα από εκείνη, ήταν μεγάλη και τρανή, λέει, στην Αμερική, μα η αλήθεια είναι πως κανείς απ’ τη γειτονιά δεν είδε ποτέ ενδείξεις για τον υποτιθέμενο πλούτο της κυρά Φρόσως κι ο ταχυδρόμος, αρνιόταν κατηγορηματικά πως πήγαινε γράμματα απ’ το εξωτερικό στην πόρτα της. Παρόλα αυτά, κανείς δεν έλεγε πως δεν την πίστευε, σεβόμενοι όλοι τον πόνο της, που είχε χάσει την πρωτότοκή της.

Κι αυτό δεν ήταν το μόνο χτύπημα που είχε δεχτεί η ηλικιωμένη πια γυναίκα. Σε μικρότερη ηλικία είχε χάσει τον άντρα της κι όταν σιγά σιγά αναθάρρησε και ξαναπαντρεύτηκε, τον έχασε και τον δεύτερο σε μια νύχτα. Οι μισοί στη γειτονιά την κοιτούσαν καχύποπτα κι οι άλλοι μισοί με οίκτο.

Είχε περάσει πολλά, με τελευταίο την καθήλωσή της στο κρεβάτι δυο χρόνια πριν. Νευρολογικά προβλήματα την οδήγησαν σε παράλυση των κάτω άκρων κι η άλλοτε αγέρωχη γυναίκα, κατέληξε να μην μπορεί καν να αυτοεξυπηρετηθεί. Ευτυχώς ο τελευταίος της σύζυγος, της είχε αφήσει κάποια ακίνητα που είχε καταφέρει να πουλήσει κι έτσι είχε κι αυτή τη δυνατότητα να πληρώνει μια γυναίκα να κάθεται κοντά της και να την βοηθάει.

Η Σμαρούλα ήταν δεν ήταν τριάντα χρονών όταν μπήκε στο σπίτι της Φρόσως. Για λίγες ώρες τη μέρα, είχαν πει στην αρχή, μα σύντομα κατέληξε να κοιμάται εκεί, μιας κι η κατάσταση της Φρόσως ολοένα και χειροτέρευε. “Όλα σε σένα θα τα αφήσω! Την ευχή μου να έχεις, Σμαρούλα μου!”, της έλεγε συχνά κι η Σμαρούλα, φτωχό κορίτσι, την πίστευε και την φρόντιζε με αγάπη. Δεν το έκανε μόνο για τα χρήματα, την είχε πονέσει την κυρά Φρόσω με όσα είχε περάσει, της τα διηγούνταν ξανά και ξανά και κάθε φορά κατέληγε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Κι η Σμαρούλα την αγκάλιαζε και την παρηγορούσε, με τον καιρό είχε αρχίσει να τη νιώθει δικό της άνθρωπο.

Στα δύο χρόνια που βρισκόταν εντελώς καθηλωμένη πια στο κρεβάτι, παρότι το σώμα της αρνούνταν να συνεργαστεί, το μυαλό της έκοβε σαν ξυράφι. Ίσως βοηθούσε και το ότι μέχρι την τελευταία της στιγμή κρατούσε ημερολόγιο, όπου κατέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τα τεκτενόμενα της κάθε μέρας. Απ’ το τι ώρα ξύπνησε, μέχρι το τι έφαγαν, απ’ το τι συζήτησαν, μέχρι το τι είδαν στην τηλεόραση.

– Γιατί τα γράφεις όλα; Αφού τα θυμάσαι έτσι κι αλλιώς! την πείραζε συχνά η Σμαρούλα

– Γι’ αυτό τα θυμάμαι! της απαντούσε

Δυο αγάπες είχε η κυρά Φρόσω, το ημερολόγιό της και τις φωτογραφίες. Της άρεσε να κοιτάζει με τις ώρες παλιές και καινούριες φωτογραφίες. Κι αν τυχόν και γινόταν κανένας γάμος ή καμιά βάφτιση στη γειτονιά, παρακαλούσε τη Σμαρούλα να της φέρει φωτογραφίες, να δει, να καμαρώσει. Κι η Σμαρούλα, που έβλεπε πόσο χαιρόταν, δεν της χαλούσε χατήρι. “Υπέροχος άνθρωπος είναι! Να δεις πόσο χαίρεται με τις χαρές όλων! Κι ας μη μπορεί να χαρεί εκείνη κι ας μην έρχεται κανείς τους να την επισκεπτεί τώρα που είναι καθηλωμένη! Σπάνιο να χαίρεσαι με τις χαρές των άλλων, ειδικά όταν δεν έχεις δικές σου!”, έλεγε η Σμαρούλα στη μητέρα της στο τηλέφωνο συχνά.

Μα και στις λύπες όλων στεκόταν… όταν μάθαινε ότι κάποιος γείτονας έφυγε απ’ τη ζωή ή κάποιο ζευγάρι χώρισε, έστελνε πάντα τη Σμαρούλα να τους πάει κάποιο μικρό δωράκι ν’ απαλύνει τον πόνο τους. Θρηνούσε έστω από μακριά μαζί τους. Και στη Σμαρούλα είχε σταθεί σαν μάνα, όταν την παράτησε ο αρραβωνιαστικός της λίγο καιρό πριν το γάμο τους, για μία άλλη γυναίκα. “Δεν τον αναγνωρίζω! Αν έβλεπες πόσο σκληρά και ψυχρά μου μίλησε!” της έλεγε κλαίγοντας η Σμαρούλα. “Μην κλαις και μην πονάς, κόρη μου! Δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος για σένα! Θα δεις πως δεν ξεχνάει ο Θεός και θα σου στείλει σύντομα αυτόν που σου αξίζει”, της έλεγε και την αγκάλιαζε σφιχτά.

Η είδηση του θανάτου της, κυκλοφόρησε γρήγορα στη μικρή γειτονιά, μα ήταν ελάχιστοι αυτοί που επέλεξαν να την συνοδέψουν στην τελευταία της κατοικία. Μπροστά στην πομπή, ήταν η Σμαρούλα, που ντυμένη στα μαύρα, ατημέλητη κι εμφανώς ταλαιπωρημένη, ακολουθούσε τη σορό μ’ αργά βήματα.

Όταν έφυγαν όλοι, πήγε, φίλησε το χέρι του παπά και του είπε: “Συγχώρεσέ με, πάτερ!”. “Δεν χρειάζεσαι συγχώρεση, παιδί μου. Ο Θεός να σε ανταμείψει για την αγάπη που της χάρισες”, της απάντησε και με αργά βήματα προχώρησε προς την εκκλησία.

Λίγους μήνες μετά, κι ενώ ανοίχτηκε η διαθήκη της μακαρίτισσας, το σπίτι, που ήταν πια η μόνη περιουσία της, πέρασε στα χέρια της Σμαρούλας. Η Σμαρούλα, σκυφτή και σκυθρωπή, ακόμη στα μαύρα ντυμένη, έσπρωξε την ψηλή, σιδερένια πόρτα της αυλής, που έτριξε δυνατά. Μπήκε στο σπίτι κι ανέβηκε με γρήγορα βήματα στην κάμαρη της Φρόσως. Φόρεσε μαύρα γάντια κι άνοιξε τη ντουλάπα, τραβώντας από μέσα ένα μεγάλο καφέ κουτί. Κοίταξε με αποτροπιασμό το περιεχόμενο κι άρχισε να τα πετάει όλα με θυμωμένες κινήσεις σε σακούλες σκουπιδιών. Φωτογραφίες, με ακανόνιστα σχήματα επάνω, με μαύρο και κόκκινο μαρκαδόρο. Μισολιωμένα κεριά. Φτερά και μπουκαλάκια με πολύχρωμα υγρά. Χειρόγραφα σημειώματα με βιαστικά γραμμένες και ακαταλαβίστικες λέξεις. Και μετά, το ημερολόγιο της Φρόσως, εκείνο που έγραφε την καθημερινότητά της… υποτίθεται, γεμάτο με ακαταλαβίστικες φράσεις, πρόχειρα γραμμένες με κόκκινο στυλό. Σκλήρυνε το βλέμμα και πέταξε το ημερολόγιο στη σακούλα.

Έκλεισε τα μάτια και σαν ταινία έπαιξε στο μυαλό της ο τελευταίος τους διάλογος, λίγο αφότου βρήκε κάτω απ’ το κρεβάτι της κάποια απ’ τα περίεργα αντικείμενα:

– Τι είναι όλα αυτά; Κυρά Φρόσω… Τι…; η Σμαρούλα κοιτούσε με τρόμο ένα μάτσο με φωτογραφίες, άλλες σκισμένες, άλλες μουτζουρωμένες, άλλες τρυπημένες

– Άφησέ τα κάτω! στρίγγλισε με θυμό και προσπάθησε να της τα αρπάξει απ’ τα χέρια

– Θεέ μου! Μάγια; Κατάρες; έμεινε να κοιτά το λιωμένο κερί πάνω σε μια φωτογραφία, μουτζουρωμένη με μαύρη σκόνη

– Αυτά κι άλλα τόσα μ’ έκαναν αυτά που είμαι σήμερα! Μετά απ’ όσα πέρασα, αυτά με βοήθησαν να σταθώ όρθια! το βλέμμα της κυρά Φρόσως σκλήρυνε

– Όρθια; φώναξε δυνατά η Σμαρούλα. Δεν βλέπεις πως δεν είσαι όρθια; Δεν βλέπεις πως όλα αυτά σε οδήγησαν να χάσεις τα πάντα; Τους άντρες σου, τις κόρες σου, ακόμη και τον εαυτό σου! Δεν ήσουν άτυχη, κυρά Φρόσω! Καταραμένη ήσουν! Καταραμένη απ’ όσα εσύ η ίδια έκανες!

– Δεν ξέρεις τι λες! Έζησα μια ζωή γεμάτη! Έρωτες, χρήματα…

– Απώλειες! Έζησες μια ζωή γεμάτη απώλειες! τη διέκοψε η Σμαρούλα κοιτώντας την με γουρλωμένα μάτια

– Όσοι έφυγαν, έπρεπε να φύγουν, δεν το καταλαβαίνεις; Ο πρώτος μου άντρας με χτυπούσε κι ό,τι έβγαζε απ’ τη δουλειά του τ’ ακουμπούσε στα καμπαρέ! Υπέφερα δίπλα του και δεν βρέθηκε ένας να μου απλώσει το χέρι! Κι όταν επιτέλους τον έδιωξα από δίπλα μου…

– Τον σκότωσες εννοείς!

– Όχι εγώ! Δεν τον σκότωσα εγώ! Τα πάθη του, τον…

– Τα μάγια σου τον σκότωσαν!

– Σκάσε! Δεν ξέρεις τι λες! Έπρεπε να φύγει για να ζήσω! Και μετά βρήκα τον Χρήστο κι ήλπιζα πως όλα θα γίνονταν αλλιώς, μα αυτός ήταν χειρότερος και…

– Τους σκότωσες! την κοίταξε με τρόμο.

– Πήρα τη μοίρα μου στα χέρια μου, δεν αφέθηκα να με παρασύρει όπου αυτή ήθελε! Ήμουν δυνατή! Είμαι δυνατή!

– Δεν είσαι! Είσαι μόνη κι εγκαταλελειμμένη απ’ όλους! Έχασες τη μια σου κόρη και η άλλη δε θέλει να σε ξέρει! Έφυγε για να μη σε βλέπει! τσίριξε

– Συμπτώσεις! Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται…

– Κοίτα αυτές τις φωτογραφίες! της πέταξε στο πρόσωπο τις φωτογραφίες που κρατούσε. Άνθρωποι που πέθαναν, ζευγάρια που χώρισαν, οικογένειες που καταστράφηκαν! Συμπτώσεις είναι κι αυτές;

– Αυτά είναι συνέπειες! Συνέπειες της κακίας και της αδιαφορίας τους! Όλοι αυτοί που βλέπεις προσπάθησαν να μου κάνουν κακό! Και το πλήρωσαν ακριβώς όπως τους άξιζε!

– Κι εγώ; ρώτησε ξέπνοα, δείχνοντάς της μια φωτογραφία της, απ’ τον αρραβώνα της. Με μαύρα γράμματα ήταν γραμμένη από πίσω η φράση: ‘Σαν δεμένο λιθάρι να μείνει η καρδιά της, και ποτέ να μη ριζώσει σε ξένο σπιτικό κι εκείνος που την επήρε, σαν σκιά να φύγει από δίπλα της’.

– Εσύ… εσένα όχι! Εσύ ήσουν η μόνη που στάθηκες στο πλευρό μου και με πόνεσες αληθινά. Δεν ήθελα να σου κάνω κακό, στο έχω πει πολλές φορές, ό,τι έχω είναι δικό σου, το έχω ήδη γράψει στη διαθήκη μου. Το μόνο που ήθελα ήταν να μείνεις κοντά μου. Δεν ήθελα να σε πονέσω… την κοίταξε στα μάτια και βούρκωσε.

Η Σμαρούλα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της, ο ήχος της καμπάνας απ’ την εκκλησία απέναντι, την έκανε να ανατριχιάσει. Το βλέμμα της έπεσε στο κρεβάτι, τα σεντόνια ήταν ακόμη ξέστρωτα και το μαξιλάρι, τσαλακωμένο και πεταμένο στην άκρη. Αυτό το μαξιλάρι που εκείνο το βράδυ τη βοήθησε να σταματήσει το σκοτεινό έργο της Φρόσως. Αυτό που η ίδια η Σμαρούλα, κράτησε για ώρα πάνω στο πρόσωπο της κυρά Φρόσως, μέχρι να σταματήσει ν’ αναπνέει. Μέχρι να πετάξει η ψυχή της και να πάει στο διάολο. Εκεί που ανήκε.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading