Παρά ένα χρόνο, μισός αιώνας ζωής. Βλέποντας γύρω μου, την εξέλιξη, την ζωή να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και την τεχνητή νοημοσύνη να αντικαθιστά τα πάντα, αναπολώ, νοσταλγώ, θέλω να γυρίσω πίσω, να χαθώ στα παλιά. Ναι, ταιριάζω περισσότερο σε εκείνα τα χρόνια και είμαι ευγνώμων που γεννήθηκα την δεκαετία του εβδομήντα. Όχι δεν νιώθω ελλιπής επειδή δεν γνωρίζω να χρησιμοποιώ τις δυνατότητες των κινητών, των υπολογιστών. Ναι, είμαι άλλης γενιάς και αρνούμαι να συντονιστώ στο τώρα. Θα μου πείτε, η ζωή προχωράει, το ποτάμι πάει μπροστά, δεν γυρίζει πίσω. Κάθε γενιά έρχεται αντιμέτωπη με τις προκλήσεις της.
Ναι μεν… Αλλά…
Τι σημαίνει να είσαι τώρα πενηντάρα; Σημαίνει ότι έζησες υπέροχα παιδικά και εφηβικά χρόνια! Είναι σα να βρίσκεσαι πάνω σε μια γέφυρα, που από κάτω έχει ορμητικό ποτάμι και βρίσκεσαι ακριβώς στη μέση. Κοιτάς πίσω και χαμογελάς νοσταλγικά, βουρκωμένη, για όσα ανήκουν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν. Κοιτάς μπροστά και το βλέμμα σου αποκτά μια σκιά. Φοβάσαι για το τι μέλλει γενέσθαι, όχι για σένα. Εσύ έζησες κι έζησες καλά! Έκανες έναν όμορφο κύκλο ζωής. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ήρθαν τα πάνω κάτω, στην οικονομία, στην κοινωνία, στην υγεία, αλλά έχεις γερές βάσεις, πατάς στα πόδια σου. Για τα παιδιά σου φοβάσαι, για τα παιδιά των φίλων σου και την σκυτάλη που τους παραδίδεις. Για την έλλειψη υγιών προτύπων, για την εγκληματικότητα που οργιάζει, για την αποξένωση, για την υποδούλωση σε φτιαχτές υλικές ανάγκες, για την αποχαύνωση που μας μπολιάζουν, για το κακό που υπερτερεί του καλού, για την κατάρρευση της ηθικής, για τον δηλητηριασμό των ψυχών και την αύξηση των ψυχολογικών τραυμάτων και πόσων άλλων δεινών που έχουν να αντιμετωπίσουν.
Εμείς τα ζήσαμε όλα έντονα, όμορφα, χωρίς εξαρτήσεις από κινητά και ίντερνετ. Γεννημένη στη δεκαετία του εβδομήντα σημαίνει ότι παίζαμε στις γειτονιές, στους δρόμους, τσούρμο παιδιά, τα μήλα, τζαμί, μπαλόκρυφτο, σχοινάκι, βόλους. Δεν ήταν απαραίτητη η γονική παρουσία. Όλη η γειτονιά ήταν “οικογένεια”, δεν κινδύνευες ούτε από αρπαγή, ούτε από εξαφάνιση, ούτε από τα αυτοκίνητα, τα μηχανάκια ή τα ηλεκτρικά πατίνια του σήμερα που πετάγονται από παντού με φόβο ατυχήματος. Όταν ήταν η ώρα να γυρίσουμε σπίτι, άκουγες τις φωνές των μαμάδων να τσιρίζουν τα ονόματά μας. Μια φορά το χρόνο, του Άη Γιάννη του Κλήδονα, μες στο καλοκαίρι, ανάβαμε και φωτιές. Το έθιμο ήθελε, να πηδάς από πάνω. Μαζευόμασταν όλοι, μικροί μεγάλοι και μέσα από τις φλόγες, έβλεπες μάτια να γυαλίζουν από χαρά, χαμόγελα πλατιά, επιφωνήματα, τσιρίδες, που δήλωναν πόσο απολαμβάναμε τη στιγμή κι ας πλανιόταν στον αέρα η μυρωδιά από καψαλισμένες τρίχες μαλλιών.
Μετρούσαμε τα παγωτά, τα μπάνια στη θάλασσα και θέλαμε να είμαστε οι νικητές, να έχουμε τα περισσότερα.
Φορούσαμε ρούχα από αδέρφια, ξαδέρφια, γειτονόπουλα, που ψήλωσαν και δεν τους έκαναν πια. Αυτή ήταν τότε η ανακύκλωση ρούχων κι όχι οι κάδοι ανά κάποια μέτρα στους δρόμους. Δεν ανταγωνιζόμασταν με τους φίλους μας για τις μάρκες. Δεν τις ξέραμε καν. Ίσως κάποιοι τις ήξεραν, απλά δεν ήταν το ζητούμενο. Δεν μας καθόριζαν οι ετικέτες πάνω στα ρούχα, δεν πρόσθεταν τίποτα στο εγώ μας, στη διάθεσή μας.
Αγοράζαμε με την υπέροχη δραχμούλα, τσίχλες τσιγάρα και κάναμε ότι καπνίζαμε πριν τις μασήσουμε. Τα γαριδάκια μας τότε ήταν φοφίκο και τα δρακουλίνια. Μας έδιναν πέντε και δέκα δραχμές χαρτζιλίκι αραιά και που και νιώθαμε ότι είχαμε λεφτά.
Δεν είχαμε την επιλογή του φαγητού. “Α! Δεν τρώει το παιδί φακές, θα κάνω πατάτες τηγανιτές”. Ήθελες; Το έτρωγες. Δεν ήθελες; Πάλι το έτρωγες, γιατί απλά, αυτό ήταν. Δεν ήταν οι γονείς τόσο διαλλακτικοί, ήταν πολύ αυστηροί. Δεν ανήκω στη κατηγορία παιδιών που έτρωγαν ξύλο (υπήρχαν βέβαια, δυστυχώς, πολλά παιδιά, που το χέρι του μπαμπά κατά κύριο λόγο, έπεφτε στα μάγουλά τους συχνά πυκνά), αλλά η μαμά, μιλούσε με τα μάτια και με τον τεντωμένο δείκτη. Δεν χρειαζόταν πολλά, σούζα εμείς. Δεν μας πήγαιναν και μας γυρνούσαν στις ατελείωτες δραστηριότητες. Καταρχάς αμάξι αποκτήσαμε πολύ αργότερα. Κατά δεύτερον, οχτώ στις δέκα μαμάδες δεν οδηγούσαν και τρίτον οι μπαμπάδες ήταν δουλειά- σπίτι, σπίτι- δουλειά και δεν συμμετείχαν πουθενά αλλού. Τα ποδαράκια μας να ήταν καλά!
Μεγαλώσαμε με εκπληκτικά παιδικά. Η Κάντυ Κάντυ ήταν μακράν το αγαπημένο μου. Αυτό το χαριτωμένο, καλοσυνάτο κορίτσι με τα ξανθά κοτσιδάκια, η φίλη της η Άννυ, το σκίρτημα με τον ξανθούλη Άντονυ, που είχε τραγικό τέλος, μετά στον δρόμο της βρέθηκε ο καστανός έρωτας, ο Τέρρυ και το δίλημμα ποιον προτιμούσα εγώ, δεν το έχω απαντήσει ακόμα μέσα μου. Ήταν και ο Νιλς Χόλγκερσον με τις χήνες και τα ταξίδια του, ο Σπορτ Μπίλλυ και το μαγικό βαλιτσάκι του, που είχε αποστολή να σώσει τον κόσμο από την κακιά Βάντα, με την φωνή του Λάκη Τζορντανέλι στο τραγούδι των τίτλων.
Οι γονείς μας ήξεραν τους φίλους μας, τους γονείς των φίλων μας και ήταν ήσυχοι. Δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα, μα ξέρανε πάντα πού ήμασταν και με έναν τρόπο, υπήρχε μεγαλύτερος έλεγχος από τώρα, κι ας υπάρχουν τα κινητά.
Στην παιδεία συνέβησαν συνταρακτικές αλλαγές, όταν εμείς αρχίσαμε το δημοτικό. Καταργήθηκε η σχολική ποδιά και μπήκε το μονοτονικό σύστημα.
Ζήσαμε τις χρυσές μέρες του Άρη στο μπάσκετ. Ναι, φυσικά όλοι ήμασταν Άρης. Εγώ προσωπικά ήμουν Γκάλης, αποκλειστικά και μόνο. Μεγάλος έρωτας, οι αφίσες παντού στο δωμάτιο. Βγήκαμε στους δρόμους με κόρνες, σημαίες γαλανόλευκες και πανηγυρίσαμε τον άθλο της Ελλάδας με την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ το 1987. Όλοι μια αγκαλιά, όλοι μια παρέα, ενωθήκαμε. Ήμουν έντεκα χρονών, μα δεν θα ξεχάσω ποτέ το έντονο συναίσθημα της αγωνίας των δύο τελευταίων βολών του Καμπούρη και στο τέλος, την περηφάνιας και την απόλυτη χαρά. Στιγμές που χαράχθηκαν μέσα μας.
Τα σταθερά τηλέφωνα ήταν με καντράν που γυρνούσαμε με το δάχτυλο και το σπιράλ καλώδιο μπλεκόταν συνέχεια. Ήταν το εργαλείο μας είτε για φάρσες, είτε για να το κλείσουμε αν το σήκωνε κάποιος γονιός κι όχι αυτός/ή που θέλαμε να ακούσουμε. Λέγαμε το γνωστό, “πάρε το μηδέν” αν δεν ακούγαμε καλά, το αλησμόνητο, που πια δεν έχει λόγο ύπαρξης. Παίρναμε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και κάναμε αφιερώσεις σε φίλες ή σε εκείνον που ήμασταν κρυφά ερωτευμένες και περιμέναμε με αγωνία να τις εκφωνήσουν, να τις ακούσουμε και χτυπούσε η καρδιά μας γρήγορα.
Τους φίλους μας τους αγαπούσαμε, τους αγγίζαμε, τους κοιτούσαμε στα μάτια. Ώρες περνούσαμε μαζί και ποτέ δεν έφταναν, είχαμε τόσα να πούμε, να οργανώσουμε παρακολούθηση γύρω από το σπίτι και την γειτονιά εκείνου που μας ενδιέφερε. Ποδαρόδρομο, όχι αστεία!
Ακούγαμε Πουλόπουλο, Χαρούλα, Μητροπάνο και νιώθαμε στο πετσί μας κάθε λέξη που έβγαινε από τα υπερταλαντούχα λαρύγγια τους. Μας στιγμάτισε το dirty dancing κι όλες θέλαμε να βρούμε έναν Πάτρικ Σουέζ να πει “κανένας δε θα βάλει την Μπέιμπι στη γωνία”.
Βλέπαμε τις σαπουνόπερες “Τόλμη και γοητεία” και “Σάντα Μπάρμπαρα” και παθιαζόμασταν με τους πρωταγωνιστές. Ήταν κι ο “Ιππότης της ασφάλτου” που με την αφάνα το μαλλί, το μπόι, το πανέξυπνο αυτοκίνητο τον Κιτ και το ρολόι του που του μιλούσε από κει, μας είχε συνεπάρει. Βλέπαμε φυσικά και τον πολυμήχανο “Μαγκάιβερ” που όλοι αγαπήσαμε για την εφευρετικότητά του και την γλύκα του. Λατρέψαμε τον Μίστερ Μιγιάνκι και τον Ντάνιελ σαν, στο αγαπημένο “Καράτε Κιντ” που περιμέναμε πώς και πώς, την επόμενη τους ταινία. Όλα, στα πλαίσιο του καλού, που κερδίζει το κακό, αλλά με μια οπτική ρομαντισμού και ευαισθησίας. Όχι, δεν ήταν όλα έτσι. Στη ζωή μας υπήρχε και ο Ρόκυ, που τον βλέπαμε να τσαλακώνει το πρόσωπο του από το μποξ και να κερδίζει μες στα αίματα κι εμείς είχαμε την αγωνία και νιώθαμε επάνω μας τα χτυπήματα. Είχαμε και τον Ράμπο, για πιο μπρουτάλ καταστάσεις και σκοτωμούς, όπλα και αίμα.
Προλάβαμε και την disco, τις χοροεσπερίδες εκεί, με χορό κάτω από τις ντισκόμπαλες με τα πολύχρωμα φώτα. Τι αγωνία, αν μας ζητήσει να χορέψουμε αυτός για τον οποίο κόβαμε φλέβα. Ακόμα θυμάμαι την απογοήτευση, από εκείνο το “θέλεις να τα φτιάξουμε;”, που περίμενα κατά την διάρκεια του χορού και δεν ήρθε ποτέ.
Βγαίναμε, μεγάλες παρέες συμμαθητών, να πούμε τα κάλαντα, πηγαίναμε και στα σπίτια των καθηγητών μας, μέχρι και στο γυμνάσιο. Το ταμείο ήταν πάντα κοινό, που στο τέλος διαιρούνταν ισόποσα. Δεν ήταν τα λεφτά τόσο το ζητούμενο. Ήταν το γέλιο, η επαφή, οι στιγμές. Τις απόκριες οι ίδιες παρέες, ντυνόμασταν καρναβάλια αυτοσχέδια. Εγώ είχα πάντα την αδερφή μου, μακιγιέζ, στυλίστρια, τα πάντα όλα. Μινιατούρα μεν, αλλά με αυτό το νάζι, την χαριτωμενιά (πού εξαφανίστηκαν με το πέρας των χρόνων, ένας Θεός ξέρει), πάντα έκανα εντύπωση. Να με έβλεπες πέμπτη δημοτικού, 1,40 το πολύ, όταν οι συμμαθήτριες μου τότε ήταν 1,60 ήδη, να κάνω τον βαρύμαγκα και μεθυσμένο, με το ένα μάτι μαυρισμένο, το δόντι βαμμένο μαύρο, να δείχνει ότι λείπει, με τραγιάσκα και ρούχα του μπαμπά μου, με ένα κομπολόι, διακοσμητικό, τύπου μπιμπελό στο σαλόνι, με τεράστιες χάντρες, που δεν μπορούσες να το σηκώσεις, εγώ να προσπαθώ να το χρησιμοποιήσω, κανονικά σαν κομπολόι. Άλλο να στο περιγράφω κι άλλο να το βλέπεις! Όλοι μαζί, αγαπημένοι, με νοιάξιμο ο ένας για τον άλλον, με πολλά γέλια και πολλές φωτογραφίες ενθύμιο.
Ζήσαμε και το χειρότερο πυρηνικό δυστύχημα στην ιστορία με την έκρηξη στο Τσέρνομπιλ. Για χρόνια μετά, ακούγαμε ότι για πολλές αρρώστιες έφταιγε εκείνη η ραδιενέργεια.
Διαβάζαμε τα περιοδικά της εποχής, “Μανίνα” και “Κατερίνα” και μαθαίναμε τα κουτσομπολιά της τότε σόου μπιζ αλλά είχε και αφίσες αγαπημένων καλλιτεχνών. Οι αφίσες στα δωμάτια ήταν σχεδόν “υποχρεωτικές”. Ήταν μόδα βεβαίως βεβαίως, αλλά και εσωτερική ανάγκη θαυμασμού, να έχεις γύρω σου, στο δωμάτιό σου, όσους σου άρεσαν.
Παίζαμε ηλεκτρονικά όταν λίγο μεγαλώσαμε, στα συγκεκριμένα μαγαζιά, ρίχνοντας κέρματα. Το pacman, ήταν κορυφαίο. Η εμμονή να “τρώμε” τις τελίτσες από τους λαβύρινθους, ενώ μας κυνηγούσαν τα φαντασματάκια. Τι τρέξιμο, τι αγωνία!
Φλερτάραμε με ματιές, με κόκκινα μάγουλα από την ντροπή και τον ενθουσιασμό και χαμογελούσαμε σα χαζοχαρούμενα. Συνεχίζαμε τη κουβέντα με την κολλητή, δήθεν αδιάφορες, ενώ ο νους μας ήταν στο αγόρι απέναντι. Νιώθαμε το καρδιοχτύπι. Στεκόμασταν πάνω από το σταθερό τηλέφωνο μπάστακες, μήπως πάρει εκείνος, για να μη προλάβει να το σηκώσει η μαμά!
Στα αξέχαστα party, παίζαμε το “θάρρος ή αλήθεια”, με την αγωνία των ερωτήσεων τύπου “ποιον αγαπάς” αν επέλεγες να πεις αλήθεια και την ίδια και περισσότερη αν επέλεγες θάρρος και σου ζητούσαν να δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο, πάντα, σε κάποιον. Πόση ντροπή! Πόση δειλία! Στο δε παιχνίδι “μπουκάλα”, κάνοντας ένα κύκλο, ενώ ήμασταν στα γόνατα, στο πάτωμα, και γυρνούσαμε σαν σβούρα το άδειο μπουκάλι, έπρεπε να φιλήσουμε ο ένας τον άλλο που καθόμασταν αντικρυστά, όπου στεκόταν το μπουκάλι, μετά τις περιστροφές, ανάμεσα στα δύο άτομα. Τι χαρά όταν έπεφτε ο κλήρος κάπου που θέλαμε και τι απογοήτευση σε αντίθετη περίπτωση και τι χαμός όταν έπρεπε ένα αγόρι να φιλήσει ένα άλλο. Τα κορίτσια λίγο πολύ μεταξύ μας, ήμασταν πιο θερμά. Για τα αγόρια ήταν περίεργο και προκαλούσε γκριμάτσες, οπότε και απίστευτο γέλιο σε όλους.
Παίρναμε και κλείναμε δωμάτια τηλεφωνικά, όταν πια ενήλικες και όντας είκοσι δύο, είκοσι τρία χρονών, θα κάναμε διακοπές με φίλες, πάντα σε ελληνικά νησιά. Δεν ήταν στη μόδα το εξωτερικό τότε, άσε που χρειαζόσουν να δώσεις νεφρό στα αεροπορικά. Ώρες να σημειώνουμε αν έχει το δωμάτιο θέα θάλασσα, τις παροχές, με μέγιστο κριτήριο τελικά, την ευγένεια του ανθρώπου στην άλλη γραμμή. Τώρα, κι αυτό από την οθόνη του κινητού και πατώντας καρδούλα, να μπει στα αγαπημένα.
Σίγουρα ξεχνάω πολλά, είναι και ο μισός αιώνας στην πλάτη! Το να είσαι γεννημένος στη μέση κάπου της δεκαετίας του εβδομήντα είναι πραγματική ευλογία. Ζήσαμε τόσο όμορφα χρόνια, που είμαι ευγνώμων. Δεν είχαμε τα πάντα, όπως, ίσως, οι επόμενες γενιές. Δεν τα χρειαζόμασταν κιόλας. Είχαμε ο ένας τον άλλον με σεβασμό κι ευγένεια, που λείπουν τόσο πολύ σημερα. Είχαμε λιγότερες υλικές επιθυμίες και περισσότερες ψυχικές απολαβές. Λένε ότι η τεχνητή νοημοσύνη, η κατάκτηση της τεχνολογίας, βοηθάνε την ανθρωπότητα. Μακάρι να βοηθάνε στην ιατρική. Ας μην επιτρέψουμε όμως να χαθεί η επαφή, το άγγιγμα, το βλέμμα, η ομορφιά της ψυχής. Ας μην αντικατασταθούν από πλήκτρα, ρομπότ, ψεύτικα βιντεάκια, τυποποιημένα λόγια, φίλτρα ομορφιάς, χωρίς ψυχή.
Χρυσούλα Καμτσίκη
