Η κυρία Αγάπη, πανέμορφη από την κορφή ως τα νύχια, περίμενε εκείνο το βράδυ πάνω από το στολισμένο τραπέζι να ακούσει ένα χτύπημα στην πόρτα. Κάθισε απογοητευμένη και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της.
Ήταν μια κοκέτα. Όχι από εκείνες τις ψηλομύτες που νομίζουν ότι είναι ανώτερες από τους υπόλοιπους και γυρνάνε επιδεικνύοντας τα λεφτά τους. Ήταν μια γλυκιά και ευγενική κυρία που θύμιζε την νεράιδα κάποιου παραμυθιού ή την νονά κάποιας πριγκίπισσας. Ζούσε σαν να ήταν βγαλμένη από παραμύθι. Παρόλο που η ζωή της δεν ήταν έτσι.
«Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα, χρυσό μου;» έπιασε την συζήτηση με την ταμία του σούπερ μάρκετ.
«Τίποτα ιδιαίτερο, κυρία Αγάπη. Με φίλους θα φάω. Θα ήθελα να πάω να δω τους γονείς μου αλλά…»
«Βιάζομαι, κάνετε πιο γρήγορα;» τους διέκοψε ένας που περίμενε στην ουρά.
«Έχει ο Θεός, χρυσό μου».
Η κυρία Αγάπη ήξερε την συνέχεια της πρότασης. «Αλλά πού λεφτά…». Αυτά τα χαρτάκια που κινούσαν τον κόσμο. Κάποιοι όπως εκείνη τα είχαν άφθονα και άλλοι δεν μπορούσαν να πάνε να δουν την οικογένειά τους. Χαμογέλασε στον κύριο πίσω της και αποχαιρέτησε το κορίτσι. Είχε αγοράσει ένα μεταλλικό κουτί μπισκότα που της θύμιζαν αυτά που έκανε στα παιδιά της όταν ήταν μικρά. Ήταν τα αγαπημένα τους! Είχε ψάξει και είχε βρει μια παρόμοια συνταγή. Πλέον έτρωγε αυτά τα μπισκότα και νοσταλγούσε τα παιδιά της.
Αν την συναντούσες στον δρόμο, θα έλεγες ότι είναι μια πλούσια κυριούλα που δεν έχει προβλήματα στην ζωή της.
Περπατούσε πάντα μόνη, μα ποτέ χωρίς χαμόγελο. Χαιρετούσε όλους τους περαστικούς. Ζούσε στον δικό της κόσμο. Φορούσε φορέματα ή ταγιέρ σε απαλά χρώματα. Δεν ξεχνούσε τις πέρλες της. Τις αγαπούσε. Στα χέρια είχε πάντα δαχτυλίδια και βραχιόλια. Κάποια ήταν της μητέρας ή της γιαγιά της. Άλλα ήταν δώρα από τον συγχωρεμένο τον σύζυγό της. Μόνο χρυσά. Τα μάγουλά της είχαν ένα φυσικό ροζ χρώμα. Δεν βαφόταν όπως οι φίλες της. Ήταν φυσική μα και ο χρόνος της είχε φερθεί καλά και ήταν ακόμη πολύ όμορφη.
Σταμάτησε στον φούρνο να πάρει ψωμί. Η μαμά της έτρωγε κάθε βράδυ μια φέτα ψωμί με λάδι και αλάτι. Όλα τα φαγητά του κόσμου είχαν, εκείνη αυτό ήθελε. Η κυρία Αγάπη δεν έτρωγε ψωμί. Μα έπαιρνε μερικά και τα έδινε στους άστεγους που κοιμούνταν έξω από την Πινακοθήκη. Ύστερα πήγαινε απέναντι στην καφετέρια. Ήταν μικρή και γωνιακή, μέσα στο κέντρο της πόλης. Έπινε τον καφέ της και έβλεπε τους ανθρώπους απέναντι να τρώνε το ψωμί και ευχαριστιόταν. Είχε κάνει φιλίες και με τα παιδιά που δούλευαν εκεί.
«Ελληνικό γλυκό και σήμερα, κυρία Αγάπη;» πήγε στο τραπέζι της η σερβιτόρα. Ήταν μια νέα κοπέλα και αυτή που δούλευε ενώ σπούδαζε στο πανεπιστήμιο για να μην επιβαρύνει τους γονείς της με τα έξοδά της.
«Ναι, χρυσό μου».
Όταν έπεσε η δουλειά και άδειασαν τα τραπέζια, το κορίτσι πήγε και έκατσε μαζί της. Ήταν φοβερό πώς την εμπιστεύονταν αυτά τα παιδιά και είχε τόση απήχηση στους νέους. Συχνά της έλεγε τα προβλήματά της, τα άγχη και όσα θέματα την απασχολούσαν. Και η κυρία Αγάπη άκουγε με προσοχή. Άλλοτε είχε θέμα με κάποιο αγόρι, άλλες φορές μάλωνε με τον πατέρα της, αγχωνόταν με τα μαθήματα αλλά τώρα το πρόβλημα ήταν οικονομικό.
«Πόσα χρωστάς δηλαδή στον κτηνίατρο;»
«Είναι αρκετά», ξεφύσηξε η πιτσιρίκα.
«Πώς έγινε αυτό, βρε χρυσό μου;»
«Ε, να. Μια γάτα από εδώ, ένας σκύλος από εκεί. Τι να σας πρωτοπώ; Αφού ο Δήμος δεν κάνει τίποτα. Αβοήθητα να τα αφήσω;»
«Αχ, βρε χρυσό μου. Από την καλή σου την καρδιά έφτασες εκεί. Μην ανησυχείς. Έχει ο Θεός», πλήρωσε τον καφέ της και άφησε γερό φιλοδώρημα όπως πάντα. «Τι θα κάνεις τα Χριστούγεννα;» την ρώτησε πριν φύγει.
Συνέχισε την βόλτα της. Κάθε απόγευμα πήγαινε στα εμπορικά καταστήματα ή στα μαγαζάκια στο πλακόστρωτο στο κέντρο της πόλης. Έμενε κοντά σε μια μονοκατοικία και της άρεσε να βγαίνει με τα πόδια και να περιπλανιέται ανάμεσα στον κόσμο. Χάζευε τις βιτρίνες και ήξερε όλους τους υπαλλήλους σε κάθε κατάστημα. Ψώνιζε κάθε μέρα. Μικρά πράγματα σε μικρά τσαντάκια για να μπορεί να βαδίζει άνετα την διαδρομή της.
Χαιρέτισε τα κορίτσια στο κατάστημα με τα κοσμήματα, την γυναίκα στο μαγαζί με τα λευκά είδη, τα παιδιά που περνούσαν δίπλα της με τους γονείς τους. Οι οδηγοί που ξεφόρτωναν στα μαγαζιά της χαμογελούσαν, ο άντρας που πουλούσε λαχεία στον δρόμο, η γυναίκα από το μαγαζί με τα παιδικά παπούτσια. Όλοι ήταν σε καλή διάθεση. Όλη η πόλη χόρευε πλέον σε χριστουγεννιάτικους ρυθμούς.
Τώρα τα Χριστούγεννα πήγαινε κάθε απόγευμα στην εκκλησία. Έπειτα στην βόλτα της. Οι ενορίτες την υπεραγαπούσαν. Είχε έναν καλό λόγο για όλους. Κάποιοι βέβαια στεναχωριούνταν. Ήξεραν ότι πίσω από αυτά τα έξοδα και τις βόλτες κρυβόταν η ανάγκη να μην είναι στο σπίτι.
Όταν πέθανε ο άντρας της έμεινε μόνη της. Τα παιδιά της ήταν μεγάλα και πολύ κακομαθημένα. Έφταιγε και εκείνη που δεν πάτησε πόδι μα και ο συγχωρεμένος χατήρι δεν τους χάλασε ποτέ. Τα θεωρούσαν όλα δεδομένα. Ήξεραν πως ό,τι ζητούσαν από τον μπαμπά θα το είχαν. Και όταν έφυγε αυτός, δεν είχαν λόγο να μείνουν κοντά της. Οι επισκέψεις σταμάτησαν, τα τηλέφωνα αραίωσαν. Γιατί η δική τους αγάπη ήταν τα χρήματα. Και από αυτά είχαν μπόλικα. Εκείνη όμως είχε μόνο αγάπη μέσα της. Και με αυτήν έβγαινε κάθε μέρα και αντιμετώπιζε τον κόσμο. Πριν γυρίσει ξανά σε ένα άδειο σπίτι.
Φέτος κάτι ήταν διαφορετικό. Ένιωθε την ανάγκη να γιορτάσει, να δει πολύ κόσμο. Να μιλήσει, να κάνει ακόμα περισσότερα κομπλιμέντα, να μοιράσει απλόχερα βοήθεια. Φέτος ήταν διαφορετικά αυτά τα Χριστούγεννα. Δεν άντεχε άλλο μόνη. Δεν ήθελε άλλο ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά και άδειο από κόσμο. Όλο το χρόνο μόνη της έτρωγε. Οι φίλες της διοργάνωναν δεξιώσεις και ρεβεγιόν που τόσο τα είχε βαρεθεί. Μα πρώτα έπρεπε να ταχυδρομήσει τα δώρα της.
Βράδυ Χριστουγέννων. Φόρεσε το ωραιότερό της φόρεμα. Έβαλε χαμηλά τακούνια και τύλιξε μερικές σειρές πέρλες γύρω από τον λαιμό. Ήταν χαρούμενη μα αγχωμένη. Αν δεν ερχόταν κανείς; Το τραπέζι ήταν στρωμένο με όλα τα καλά. Γάστρες που άχνιζαν, πιάτα γεμάτα με κάθε λογής ορεκτικά, μπουκάλια με το καλύτερο κρασί και ποτήρια έτοιμα να γεμίσουν με παγωμένη σαμπάνια. Το σπίτι έλαμπε από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο με κόκκινες και χρυσές μπάλες. Παντού διακοσμητικά, φωτάκια, γιρλάντες, κορδέλες μακριές που κρέμονταν στα ποτήρια και στα ψηλά κεριά. Μα κανείς δεν είχε χτυπήσει ακόμα την πόρτα. Κάθισε απογοητευμένη και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της.
Σαν να άκουσε κάτι. Ήταν ελαφρύ το χτύπημα, σχεδόν διστακτικό. Αναθάρρεψε και πήγε να ανοίξει. Το χαμόγελό της επέστρεψε. Ήταν το κορίτσι από το ταμείο που κρατούσε ένα κουτί γλυκά στα χέρια. Ήταν σκεπτική, μα η κυρία Αγάπη την καλωσόρισε και την έκανε να νιώσει σαν το σπίτι της.
Μετά ήρθε η πιτσιρίκα από την καφετέρια, τα κορίτσια από το κατάστημα με τα κοσμήματα, η γυναίκα που είχε το μαγαζί με τα λευκά είδη, ένας από τους οδηγούς που ξεφόρτωναν δέματα στα μαγαζιά, ο άντρας που πουλούσε λαχεία στον δρόμο, η γυναίκα από το μαγαζί με τα παιδικά παπούτσια και κάποιοι ενορίτες. Έκατσαν όλοι μαζί και απόλαυσαν το υπέροχο βράδυ που είχε ετοιμάσει γι’ αυτούς η κυρία Αγάπη. Κάποιοι ήξεραν τι είχε κάνει, ενώ για άλλους θα παρέμενε μυστικό.
Η κοπέλα από το ταμείο έλαβε χτες έναν φάκελο με εισιτήρια για να πάει την Πρωτοχρονιά στην πόλη της να δει τους γονείς της. Η σερβιτόρα έλαβε ένα τηλεφώνημα από το κτηνιατρείο ότι όλα τα χρέη της είχαν καλυφθεί.
Τα κορίτσια από το κατάστημα με τα κοσμήματα βρήκαν έξω από το μαγαζί ένα κουτί. Μέσα είχε αποκόμματα εφημερίδας από μια διάσημη δεξίωση την δεκαετία του ’60. Στην συγκεκριμένη ήταν εκεί και η κυρία Αγάπη.
«Δεν βρήκα τίποτα», τις είχε ακούσει μια μέρα να λένε έξω από το μαγαζί ενώ κάπνιζαν.
«Ούτε εγώ. Δεν υπάρχουν στιγμιότυπα στο διαδίκτυο από την δεξίωση αυτή. Κρίμα. Ήθελα πολύ μερικές φωτογραφίες της μαμάς για την συλλογή μας».
Πολύ θα ήθελε και τα δικά της παιδιά να είχαν τέτοια νοσταλγία για εκείνη.
Η γυναίκα από το κατάστημα με τα λευκά είδη βρήκε στον δικό της φάκελο συνδρομές και συνεδρίες για όλα τα αγαπημένα της χόμπι που όλο έλεγε ότι θα ξεκινήσει.
«Ναι, φίλη μου το ξέρω. Θα πάρω άδεια κάποια στιγμή να ξεκουραστώ. Ίσως ξεκινήσω γκολφ που τόσα χρόνια λέω… Ή κέντημα; Ή καλύτερα να πάω να κλειστώ σε ένα σπα να ανανεωθώ», την είχε ακούσει μια μέρα να λέει στο τηλέφωνο.
Αυτό το «Θα» φαινόταν να είχε κρατήσει πολλά χρόνια. Τώρα έμενε μόνο να ζήσει όλα αυτά που λαχταρούσε.
Ο οδηγός ήταν ξένος. Η γυναίκα και η κόρη του έμεναν στην πατρίδα του. Βρήκε στην αυλή του σπιτιού του ένα καινούργιο κινητό.
«Κάτσε ένα λεπτό, είναι η κόρη μου», είπε στον συνάδελφό του. «Ναι, γλυκιά μου, σε ακούω. Ναι, καλά είμαι. Σας περιμένω στις γιορτές, ε; Τι; Δεν θα τα καταφέρετε; Γιατί; Το περίμενα πώς και πώς! Όχι, ακόμα δεν πήρα νέο κινητό. Εννοείται θέλω να σε βλέπω. Αλλά δεν τα ξέρω εγώ αυτά με τις κάμερες και τις κλήσεις. Και δεν θέλω να κάνω έξοδα σε κινητά, προτιμώ να σου στέλνω τα λεφτά εσένα να μην σου λείπει τίποτα, παιδί μου».
Ο άντρας που πουλούσε λαχεία στον δρόμο ήταν χήρος και ηλικιωμένος. Και η κυρία Αγάπη ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να τρως τα Χριστούγεννα μόνος. Φέτος θα ήταν διαφορετικά και για εκείνον!
Η γυναίκα από το μαγαζί με τα παιδικά παπούτσια έλαβε με δέμα το τεράστιο ξύλινο κουκλόσπιτο που την παρακαλούσε η κόρη της να της πάρει. Αλλά ήταν ακριβό για εκείνη και της είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να το πάρει. Η μικρή το δέχτηκε μα έκατσε έξω από το μαγαζί και έκλαιγε όσο το κοιτούσε. Η κυρία Αγάπη που περνούσε από έξω και άκουσε την συζήτηση, συγκινήθηκε. Δεν ζητούσε το μικρό, άχρηστες συσκευές ή μάρκες ή διάσημα παιχνίδια σαν τα άλλα παιδιά. Το ξύλινο κουκλόσπιτο που ήταν στην βιτρίνα στο απέναντι παιχνιδομάγαζο ήθελε.
Οι ενορίτες ήταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με πολλά προβλήματα υγείας. Ο άντρας έπρεπε να χειρουργηθεί στο μάτι μα όλο το ανέβαλε για να μπει πρώτη στο χειρουργείο η γυναίκα του για το πόδι της. Η κυρία Αγάπη έκλεισε ιδιωτικά τα δύο ραντεβού και όταν ο γιατρός τους τηλεφώνησε δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Δεν έμαθαν ποτέ ποιος τα πλήρωσε.
Κάποιοι από αυτούς είχαν καταλάβει ότι ήταν η κυρία Αγάπη πίσω από τα δώρα τους. Άλλοι όχι. Όπου μπορούσε το κράτησε μυστικό.
Χτύπησε ξανά η πόρτα. Δε περίμενε κανέναν άλλον. Ζήτησε από τους καλεσμένους της να μην διακόψουν το γεύμα τους. Είχε στείλει ένα ακόμα δέμα. Αλλά δεν ήταν δυνατόν. Είχε στείλει στα παιδιά της τα γράμματά τους. Ήταν γράμματα που τους έγραφε από τότε που γεννήθηκαν. Είχε σκοπό να τους τα δώσει όταν ενηλικιωθούν μα έφυγαν, απομακρυνθήκαν και τα ξέχασε. Μέσα σε αυτά ήταν καταγεγραμμένες οι πιο σημαντικές στιγμές τους, τα κατορθώματα, οι επιτυχίες και όλες οι αναμνήσεις των γονιών τους.
Τα δύο της παιδιά στέκονταν στην πόρτα αμίλητα βλέποντας όλον αυτόν τον κόσμο που είχε στο σπίτι τους η μαμά της. Όλους αυτούς τους ανθρώπους που είχε κοντά της αντί για εκείνα. Τα γράμματα που έλαβαν είχαν σταματήσει στην χρονιά που έφυγαν από την ζωή της. Και επιτέλους κατάλαβαν ότι ήθελαν να γράψουν πολλές ακόμη σελίδες με αναμνήσεις με την μαμά τους. Η κυρία Αγάπη άνοιξε τα χέρια και τα έσφιξε και αυτά έμειναν κλεισμένα στην αγκαλιά της. Οι καλεσμένοι της κατάλαβαν ποια ήταν αυτά τα παιδιά και κοίταξαν ο ένας τον άλλον συγκινημένοι. Τελικά, εκείνα τα Χριστούγεννα, πήρε και η κυρία Αγάπη το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να ζητήσει.
CC
