Ποτέ ξανά…

Πετάχτηκα λίγο πριν το ξημέρωμα. Ένας εφιάλτης που με τάραξε. Λαχανιασμένη μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσα να θυμηθώ. Μόνο ένας ανείπωτος τρόμος πλάκωνε ακόμη το στήθος μου. Η παιδική μου ευαλωτότητα είχε επιστρέψει για να μην πέσω για ύπνο ξανά. Εσύ κοιμόσουν ακριβώς δίπλα μου. Κι αυτό ήταν αρκετό για να συνέλθουν όλα τα σκοτάδια της ψυχής μου.

Η γνωριμία μας φάνταζε απρόοπτη. Απρόσμενη. Σαν βροχή στη καρδιά του καλοκαιριού. Μα, όταν σε γνώρισα καλύτερα, κατάλαβα πόσο λάθος είχα κάνει. Εμφανίστηκες στην πιο κατάλληλη στιγμή. Ήρθες για να φωτίσεις τις μέρες μου και να μαγέψεις τις νύχτες μου. Δεν ήσουν το φάρμακο της μοναξιάς μου, αλλά έγινες η ελπίδα και η προσευχή μου απέναντι στο κακό. Με έκανες να πιστέψω ξανά στην αγάπη και στους ανθρώπους. Στο πλάι σου κατάφερα να γίνω ξανά ένα ζωντανό πλάσμα με σάρκα και οστά.

Από τη πρώτη στιγμή που σε είδα κατάλαβα ότι θα με συναρπάσεις. Όμως δεν προέβλεψα το πώς και ούτε για τους λόγους που τόλμησα να φανταστώ στην αρχή. Δεν με συνεπήραν οι πρώτες μας συζητήσεις αλλά η άνεσή και ο λόγος σου καθώς μου μιλούσες. Όχι το χαμόγελό σου αλλά ο τρόπος που γελούσες. Και το βαθύ πράσινο των ματιών σου έσβησε μπροστά στη καθαρότητα που περιέλουζε το βλέμμα σου. Γοητεύτηκα όταν, λίγες μέρες αργότερα, συναντηθήκαμε ξανά τυχαία στο δρόμο και με θυμήθηκες. Με χαιρέτησες με μια ζεστασιά σαν να με ήξερες χρόνια. Το σκεφτόμουν πολύ μέχρι να σε ξαναδώ. Μέσα σε μια εποχή απρόσωπων γνωστών, που αποφεύγουν το βλέμμα για να μην μιλήσουν, εσύ, ο άγνωστος, μου φέρθηκες σαν να ήσουν ο πιο δικός μου άνθρωπος. Έτσι έγινες αγαπημένος.

Μου μίλησες για σένα. Μου διηγήθηκες το προσωπικό σου βίο και πολιτεία. Ξετύλιξες όλα τα κεφάλαια της ζωής σου, κάθε πτυχή του εαυτού σου. Τα καλά και τα άσχημα, τα λάθη και τα σωστά σου. Δεν μου έκρυψες τίποτα, το καταλάβαινα γιατί με κοιτούσες κατευθείαν στα μάτια. Μου φανέρωσες τις αλυσίδες της ζωής σου και μέσα από αυτές έμαθα την πραγματικότητα του κόσμου. Μια πραγματικότητα που με είχε τσακίσει με ένα προσωπείο λιγότερο περίπλοκο από της δικής σου αλλά ίδια ανελέητο. Όσο σκληρά κι αν μου μιλούσες, ποτέ σου δεν με πλήγωσες.

Ήξερες πόσο είχα πονέσει πολύ πριν σου το εξομολογηθώ. Ανέκαθεν το ταλέντο σου ήταν να διαβάζεις τις ψυχές για να διαχωρίζεις τον άνθρωπο από τον ανθρώπινο. Ίσως η ελπίδα σου κρυβόταν στα μαδημένα φτερά μου και στα πληγωμένα μου πόδια, εκείνα που πάντα με προέτρεπαν να τρέχω μακριά. Αποστρεφόμουν τα αγγίγματα, η επαφή της σάρκας μου προκαλούσε ανασφάλεια. Κι όμως, ένιωσα τόση ασφάλεια μαζί σου που μου θύμισες πόσο πολύ μου είχε λείψει. Μου έμαθες ότι το άγγιγμα δεν είναι μόνο πόνος αλλά και τρυφερότητα. Με έσφιξες στην αγκαλιά σου τόσο δυνατά που η καρδιά μου άρχισε να χτυπά ξανά. Σε ένα νέο ρυθμό. Αλλιώτικο. Το δικό μας τραγούδι γράφτηκε πάνω σε ουλές, ουρλιαχτά και δάκρυα. Σε ζωές που κατέρρευσαν και όνειρα που έσβησαν. Γεννηθήκαμε για να πεθαίνουμε και να αναγεννιόμαστε διαρκώς. Είμαστε από εκείνους που σε αυτό το κόσμο ήρθαν για να παλεύουν, για να χάνουν όσα κερδίζουν. Και καταστάσεις γύρω μας μάς είχαν διδάξει να υπακούμε σε αυτό το πεπρωμένο όσο κι αν διαφωνούμε.

Όταν το πήρες απόφαση και με φίλησες, μέσα μου άνθισαν όλα όσα είχαν μαραθεί. Η πρώτη μας νύχτα ήταν αποκάλυψη. Ο κόσμος έμοιαζε ομορφότερος με εσένα στο προσκέφαλό μου. Θυμάμαι μια ζεστή,καλοκαιρινή νύχτα που δεν μπορούσες να κοιμηθείς. Σηκώθηκες κι έβαλες μουσική. Οι δαίμονές σου είχαν έρθει για να συννεφιάσουν τον καθαρό ουρανό σου. Οι αναμνήσεις για εσένα ήταν πυρκαγιά που έσπερνε το θάνατο. Στεκόσουν μπροστά από το στερεοφωνικό, ελαφρώς σκυμμένος, ανήμπορος να μιλήσεις. Τότε σηκώθηκα και σε πλησίασα. Αγκάλιασα το γυμνό, δυνατό σου σώμα. Ακούμπησα το κεφάλι μου στη πλάτη σου. Φίλησα το δέρμα σου. Ανατρίχιασες και σε φίλησα ξανά. Μυστήρια τα έργα της φύσης! Αναρωτήθηκα πώς μια τόσο βαθιά γδαρμένη ψυχή είχε τόσο απαλό δέρμα. Έγειρες το κεφάλι προς τα δεξιά χωρίς να γυρίσεις να με κοιτάξεις. Ήξερες ότι δεν χρειαζόταν. Είχαμε μάθει να επικοινωνούμε με τις αισθήσεις μας. Πρόλαβα να δω τα δάκρυα που έβρεχαν το όμορφο πρόσωπό σου. Εκείνη ακριβώς ήταν η στιγμή που έπαψα να σε λατρεύω για να αρχίσω να σε αγαπώ. Πολύ. Η μεγαλύτερη ευλογία για μια γυναίκα που τρέμει να νιώθει, είναι ένας άντρας που δεν φοβάται να εκδηλώνεται.

Αυτό που είχαμε και ήμασταν, δεν ήταν ανάγκη κι εξάρτηση. Είχαμε περάσει από αυτά τα μονοπάτια και δεν θέλαμε να επιστρέψουμε. Ήταν επιλογή. Μαθημένοι στη μοναξιά, μπορούσαμε κάλλιστα να ζήσουμε χωριστά. Απλά δεν θέλαμε. Ήμασταν συνειδητή επιλογή ο ένας για την άλλη. Οι μεγαλύτερες αγάπες θεριεύουν στα έγκατα της λογικής. Δύο πλασμάτων ομόψυχων. Ναι, αυτό είμαστε ακριβώς. Ομόψυχοι. Γι’ αυτό η αγκαλιά σου έμοιαζε από την αρχή με καταφύγιο και η φωνή σου ηχούσε σαν προσευχή. Ερμηνεύουμε και παλεύουμε για την αγάπη με τον ίδιο τρόπο. Αγνά κι αληθινά.

Τελικά έμεινα να σε χαζεύω να ονειρεύεσαι μέχρι να χαράξει. Πόσο όμορφα εισχωρούσε στο δωμάτιο το φως από τις χαραμάδες! Πόσο ερωτικά χάιδευε το στέρνο σου καθώς ανέπνεες βαθιά. Ξάπλωσα δίπλα σου και έμεινα εκεί μετρώντας τα αστέρια που στόλιζαν τη ζωή μας. Είχαμε μάθει να αποζητούμε την ευτυχία αλλά ποτέ να τη βιώνουμε. Και τώρα ήμασταν αποφασισμένοι να τη κατακτήσουμε. Μαζί.

Μόνο που εσύ δεν ξύπνησες ποτέ.

Κι εγώ δεν κοιμήθηκα ξανά.

Μάργκω

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading