Λένε πως όποιο παιδί έπεσε στα χέρια της κυρίας Φρανκ, δεν ξαναβγήκε ποτέ το ίδιο. Όσα γύρισαν από τον κόσμο της, είχαν μάτια μελαγχολικά κι οργή αδάμαστη να σιγοβράζει μέσα τους. Σαν να τα είχαν αναθρέψει χίλια σκληρά χέρια αντί για ένα, σαν να τα είχε αναλάβει χρόνια ολόκληρα.
Η κυρία Φρανκ ήταν μια μεσήλικη γυναίκα, δασκάλα σ’ ένα εσωτερικό σχολείο. Μαζί της δούλευε κι ένα μυστικό σύστημα: κάθε χρόνο αναλάμβανε το πιο άτακτο παιδί της τάξης. Όλοι πίστευαν πως στόχος της ήταν να το βάλει στον ίσιο δρόμο με ιδιαίτερα μαθήματα και διδασκαλίες τρόπων. Κανείς όμως δεν ήξερε τι πραγματικά συνέβαινε μέσα στο μικρό, σκοτεινό δωμάτιο όπου τους υποδεχόταν κάθε μεσημέρι.
Εκεί είχε τη δύναμη να καρφώνει το παιδί στην καρέκλα με το βλέμμα της, όσο ανήσυχο κι αν ήταν. Το μάθαινε να συγκεντρώνεται, να απομνημονεύει, να την ακούει με προσοχή. Μα δεν του δίδασκε μόνο αριθμούς και γραμματική· του αποκάλυπτε και μυστικά της ζωής. Σκληρές αλήθειες, εκείνες που οι άνθρωποι συναντούν αργά, όταν πλέον έχουν γεμίσει χρόνια και πληγές.
Κι όταν το παιδί άρχιζε να απομονώνεται από τους φίλους του, να φοβάται τη ζωή, να βλέπει εφιάλτες κάθε βράδυ, η κυρία Φρανκ έκανε το βήμα που κανείς δεν περίμενε. Έπαιρνε μακριά του κάτι πολύτιμο· έναν συγγενή, έναν καλό φίλο κάποιον που αγαπούσε. Κι έλεγε ψιθυριστά πως έτσι θα μάθαινε τη σκληρή πλευρά του κόσμου, όπως την έμαθε κι εκείνη όταν ήταν μικρή…
Όλοι νόμιζαν πως ήταν απλές συμπτώσεις. Μόνο μερικοί πιο προληπτικοί γονείς ψιθύριζαν για γρουσουζιά και άρχισαν να παίρνουν τα παιδιά τους από το σχολείο. Μα εγώ ξέρω την αλήθεια. Τη διάβασα στα κρυφά, μέσα από το ημερολόγιο της ίδιας.
Όταν ήταν παιδί, η κυρία Φρανκ είδε τη μητέρα της να δολοφονείται από τα χέρια του πατέρα της. Εκείνη τη στιγμή, μια μάγισσα τη λυπήθηκε και της χάρισε δυνάμεις. Όμως ήταν στο χέρι της πώς θα τις χρησιμοποιήσει. Και η Φρανκ, γεμάτη μίσος για τον κόσμο που της είχε στερήσει τα πάντα, διάλεξε να στραφεί εναντίον των παιδιών. Τους φόρτωνε μοναξιά, ορφάνια, κακουχίες, για να γευτούν κι εκείνα την πίκρα που την έπνιγε. Τα ζήλευε, γιατί εκείνα είχαν ό,τι εκείνη στερήθηκε: αγάπη, θαλπωρή, ένα σπίτι χωρίς σκοτάδια.
Κάθε φορά που τους έκανε κακό, ένιωθε μια στιγμιαία λύτρωση. Μα ύστερα το μίσος ξανάβραζε και τρυπούσε την ψυχή της. Το βλέμμα της γινόταν πιο βαρύ, πιο σκοτεινό, σαν νύχτα χωρίς άστρα. Για λίγες στιγμές καταλάβαινε πως καμία πληγή δεν γιατρεύεται αν ανοίξεις άλλη. Κι όμως, πάντα επέστρεφε στο σκοτάδι· ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής που ήξερε.
Πολλά παιδιά δεν ξανάγιναν ποτέ καλά. Άλλα όμως, με αγώνα και προσωπική προσπάθεια, βγήκαν δυνατότερα, σαν να αναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους. Η κυρία Φρανκ όμως δεν βρήκε ποτέ αυτή τη δύναμη. Έμεινε παγιδευμένη στο μίσος της και δε βίωσε ποτέ εσωτερική γαλήνη. Έτσι, συνέχισε το έργο της για χρόνια αμέτρητα.
Ο θρύλος της λοιπόν, ζει ακόμα. Έμεινε έτσι η συνήθεια όταν ένα παιδί επιστρέφει σπίτι από το σχολείο με μάτια γεμάτα μελαγχολία, όλοι να ψιθυρίζουν το ίδιο: «Πέρασε από τα χέρια της κυρίας Φρανκ».
Ιωάννα Χαντζαρά
