Ονειρευόμουν ξυπνητή και περπατούσα σαν κοιμισμένη. Αν ποτέ με ρώταγε κάποιος πώς θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου, θ’ απαντούσα «ονειροπαρμένη». Δεν ξέρω τι συνέβη στην περίπτωσή μου, μα πάντα μ’ έθρεφαν τα όνειρα της χωρίς όρια φαντασίας. Ήταν το ασφαλές μέρος μου, εκείνο που μπορούσα να είμαι ό,τι θέλω, που με αγκάλιαζε, με καταλάβαινε, με έκανε να ξεχνώ την μελαγχολική πραγματικότητα.
Μοναχική από παιδί, χωρίς φίλες ζωής, φόραγα τις γόβες που μου έχει χαρίσει η Διαμάντω από τον επάνω όροφο, παιδί ακόμα, περίσσευε μισή γόβα από το πόδι μου, πέρναγα τα χείλη λιποζάν, χτένιζα τα μαλλιά σαν μεγάλη και «έπαιζα» την γυναίκα. Πόσο πολύ βιαζόμουν να μεγαλώσω! Ονειροπολούσα, ήμουν δασκάλα, πιλότος, αεροσυνοδός εκείνη η ηθοποιός που θαύμαζα, μα πάντα γυναίκα όμορφη, βαμμένη στην φαντασία μου στην εντέλεια, και ντυμένη με ευφάνταστες τουαλέτες, σύζυγος και μητέρα τουλάχιστον τριών παιδιών. Στα παιδικά μου μάτια η γυναίκα ήταν η τελειότητα του κοριτσιού, η φυσική συνέχεια της θηλυκότητας, ο σκοπός μου.
Τόσο πολύ βιαζόμουν να μεγαλώσω που ξέχασα πως η πραγματική ζωή σκοτώνει την φαντασία! Έτσι κάπως η παιδική ονειροπόληση έγινε εφηβική ανάγκη φυγής. Σε εκείνες τις φαντασιώσεις δεν ήμουν το δειλό, χωρίς αυτοπεποίθηση κορίτσι, γεμάτο νεύρα και κατήφεια αλλά η δημοφιλής της παρέας, η κοινωνική, εκείνη που όλοι αποζητούσαν την συντροφιά της. Γυναίκα σε καμία περίπτωση! Πόσο απείχα από την πραγματικότητα δεν το εξέτασα ποτέ, η ονειροπόληση ήταν το ζεστό κρεβάτι μου στην καρδιά του χειμώνα. Ονειροπολούσα καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας, έγραφα παντού, αναμασούσα όσα θεωρούσα ελπιδοφόρα, ζωγράφιζα την θλίψη μου, αναζητούσα όνειρα, και με μια συγκρατημένη ελπίδα προσπαθούσα να βρω σκοπό ζωής. Ανυπομονούσα να ζήσω, να βγω εκεί έξω, να δουλέψω!
Μετέπειτα, ξεχυμένη στην «πραγματική πραγματικότητα» όπως σαρκαστικά ονόμασα, να παλεύω να ξυπνήσω, να δουλέψω, να πάω στην σχολή και να νιώθω αφελής που επέτρεψα το παρελθόν να είναι γεμάτο με φαντασιώσεις. Η δύναμη της νιότης και η οικονομική ανεξαρτησία σε κάνει να νιώθεις άφθαρτος, να ωριμάζεις, να κλείνεις την παιδικότητά σου σε κουτάκια της καρδιάς και της νοσταλγίας, να ντρέπεσαι λίγο που ήσουν τόσο παιδί! Η ονειροπόληση δεν έχει θέση στην “πραγματική πραγματικότητα”, η ονειροπόληση δεν πληρώνει τους λογαριασμούς, δεν γεμίζει το ψυγείο. Σε αυτή την ηλικία ξεκίνησα να τρώω χαστούκια!
Χαστούκι νούμερο ένα, και σαν υγρό διέρρευσε στο πουθενά το τελευταίο όνειρο!
Χαστούκι νούμερο δύο και ξέχασα πώς είναι να ονειρεύομαι!
Χαστούκι νούμερο τρία, τέσσερα και ανεβαίνει, ξεχνώ ποια είμαι. Ποια είμαι αλήθεια;
Περπατούσα κοιμισμένη πολύ καιρό σαν σε όνειρο, όχι εφιάλτη, αλλά από εκείνα τα όνειρα που ξυπνάς και έχεις την δυνατή αίσθηση πως τα έζησες, δεν ήταν όνειρο μα η «πραγματική πραγματικότητά» μου. Μου πήρε χρόνο να καταλάβω την κάθε φάση της ζωής, μα ευτυχώς έρχεται εκείνο το άνοιγμα, που όλα μοιάζουν ξεκάθαρα πλέον! Προϋποθέτει πολλά χαστούκια, πτώσεις, θυμό, απελπισία και πείσμα να συνεχίσεις, μια παλιά υπόσχεση που είχα δώσει σε εκείνο το μικρό κοριτσάκι, να γίνω γυναίκα, πρέπει να εκπληρωθεί.
Χαστούκι χιλιοστό και η ζωή μου στην μέση, στην ηλικία της σοφίας, στην ηλικία που, αλίμονο, θα έπρεπε να είχα μάθει πως τα όνειρα είναι φαντασιώσεις, δεν εκπληρώνονται! Τότε γιατί επιμένω να ονειροπολώ, γιατί επιμένω να ζω; Μέση ζωή, μέση ηλικία, και αν κάτι μου έλειψε πολύ είναι η νοσταλγία του νέου, της ελπίδας, εκείνης της ζωντανής παιδικής φαντασίας, που θεωρούσα κάποτε πως θα μπορούσε να γίνει «πραγματική πραγματικότητα». Μέση ηλικία, μέση σοφία και με αργούς ρυθμούς ανακαλύπτω πως ίσως κάποια όνειρα αν προσπαθήσω ακόμα μια φορά ίσως καταφέρουν να γίνουν η πραγματικότητά μου!
Ελένη Ρέγγα
