«Δεν μπορώ άλλο! Δεν αντέχω!».
Η Ειρήνη καθόταν στο πάτωμα σε εμβρυακή στάση και σπάραζε στο κλάμα. Κουνιόταν στον ίδιο ρυθμό με την αναπνοή της με σκοπό να ηρεμήσει, αλλά ήταν αδύνατο. Χρειάστηκε πέντε δευτερόλεπτα να διαλυθεί και μετά ώρες για να συνέλθει. Τα κορίτσια την κοιτούσαν στα χαμένα.
«Ειρήνη μου;». Η Σμαράγδα την πλησίασε διστακτικά. Κρατούσε ένα ποτήρι νερό στο ένα χέρι και μια σκέτη τεκίλα στο άλλο. Η Ειρήνη δεν αντιδρούσε. Η Σμαράγδα κοιτούσε με αγωνία την Λαμπρινή, η οποία έστελνε μηνύματα ασταμάτητα.
«Τι θα κάνουμε, Λαμπρινή; Τι έπαθε;», ρώτησε η Σμαράγδα.
Η Λαμπρινή πρόταξε μπροστά της το κινητό της. Ένα στόρι έκανε την εμφάνισή του και τότε η Σμαράγδα κατάλαβε. Ο Δημήτρης. Ο έρωτας της Ειρήνης, αγκαλιά με την κοπέλα του και λεζάντα ‘Χαρούμενη επέτειο αγάπη μου’. Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν.
«Ειρήνη μου, θες να μας μιλήσεις; Για το στόρι έγιναν όλα;», ρώτησε η Λαμπρινή. Η Ειρήνη σήκωσε το κεφάλι της και δυο κατακόκκινα από το κλάμα μάτια έκαναν την εμφάνισή τους, κάνοντας τη Σμαράγδα να τείνει προς το μέρος της το ποτήρι με την τεκίλα.
Η Ειρήνη φύσηξε τη μύτη της και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Βρε, κοριτσάκι μου… Πες μας!». Καμία απάντηση. Η Σμαράγδα προσπαθούσε να συμπαρασταθεί στη φίλη τους, ενώ η Λαμπρινή πληκτρολογούσε με φόρα ένα μήνυμα.
«Μα καλά, σε ποιον στέλνεις;»
«Στον Ζάχο!». Σιωπή στο δωμάτιο. Η απάντηση ήρθε σε δευτερόλεπτα και η Λαμπρινή είπε «σωθήκαμε!».
Το κουδούνι χτύπησε και η Λαμπρινή πετάχτηκε να ανοίξει. Ο Ζάχος πέρασε την πόρτα διστακτικά και βρήκε τα κορίτσια στο σαλόνι.
«Γεια σας!»
«Γεια!», είπαν με μια φωνή.
«Πού είναι;»
«Μέσα!»
Τα πόδια του τον οδήγησαν έξω από την πόρτα του δωματίου της Ειρήνης. Άνοιξε και τη βρήκε στην ίδια θέση. Καθισμένη στο πάτωμα σε εμβρυακή στάση σπαράζοντας στο κλάμα.
«Ειρήνη;». Στο άκουσμα της φωνής του, οι λυγμοί της έγιναν πιο δυνατοί. Τα κορίτσια τους κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια.
«Πόση ώρα είναι έτσι;»
«Ένα δίωρο σίγουρα;»
«Τι της δώσατε;»
«Τι εννοείς;». Ο Ζάχος τις κοίταξε με απορία.
«Της δώσατε νερό κρύο και σοκολάτα;». Καμία απάντηση. «Ωραία! Σμαράγδα, μπορείς να κατέβεις στο περίπτερο να πάρεις μια σοκολάτα γεμιστή με φράουλα; Λαμπρινή, φέρε μου σε παρακαλώ λίγο νερό παγωμένο!». Τα κορίτσια υπάκουσαν.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, ο Ζάχος στράφηκε στην Ειρήνη. «Λέγε!».
«Ο αδερφός σου θα με καταστρέψει!». Η πρώτη κουβέντα που βγήκε από το στόμα της εδώ και ώρες.
«Ωραία! Το χω! Το στόρι είναι το πρόβλημα; Και του είπα του μ@λάκα να μην το κάνει!»
«Ποιο στόρι;»
«Ε; Δεν το έχεις δει;»
Η Ειρήνη πήρε το κινητό της και αμέσως το βλέμμα της σκοτείνιασε. «Είσαι καλά;», τη ρώτησε ο Ζάχος. Εκείνη εκσφενδόνισε το κινητό της στον τοίχο και άρχισε πάλι να κλαίει.
«Είμαστε μαζί δύο χρόνια, Ζάχο! Δύο χρόνια!»
«Πήγαν δύο ε;»
«Με δουλεύεις ρε; Θα ξεσπάσω πάνω σου!»
«Όχι! Προσπαθώ να σε κάνω να ξεχαστείς και για να μην κοροϊδευόμαστε, είστε μαζί 2,5 χρόνια. Τότε που το κρατούσατε κρυφό. Γελάω!»
Η Ειρήνη τον κοίταξε με απορία. «Ξέρεις;»
«Όλα από την πρώτη στιγμή, γι’ αυτό κόψε τις βλακείες και λέγε…».
Η πόρτα άνοιξε και τα κορίτσια μπήκαν μέσα. Η Ειρήνη τις κοίταξε και τους χαμογέλασε. Ήταν στο δωμάτιό της με τους παιδικούς της φίλους. Με τη Σμαράγδα και τη Λαμπρινή είναι φίλες από το δημοτικό. Αχώριστες. Πέρασαν μια ζωή μαζί! Ο Ζάχος… Αχ, ο Ζάχος! Φίλοι από το νηπιαγωγείο, που όμως η ζωή τους χώρισε στις σπουδές. Εκείνος ερωτευμένος με την Λαμπρινή και η Ειρήνη ερωτευμένη με τον Δημήτρη. Τον αδερφό του Ζάχου από μικρό κορίτσι. Ήταν μια παρέα όλοι μαζί, απλά στην εφηβεία ξεκίνησαν οι έρωτες και τα πράγματα μπερδεύτηκαν. Ήρθαν οι σπουδές και χωρίστηκαν οι δρόμοι τους. Φανταρικά για τα αγόρια και ταξίδια για τα κορίτσια. Η επικοινωνία όμως έδινε και έπαιρνε.
Κάποια στιγμή, μια Πρωτοχρονιά – πριν 3 χρόνια-, βρέθηκαν τυχαία όλοι στο μαγαζί του Ζάχου. Εκεί αναζωπυρώθηκε ο έρωτας του Ζάχου με τη Λαμπρινή και εκδηλώθηκε -επιτέλους!- ο Δημήτρης με την Ειρήνη. Χαμός. Ο έρωτάς τους δεν είχε προηγούμενο. Ήθελαν να το κρατήσουν κρυφό από όλους. Να είναι το μυστικό τους. Η πρώτη ρήξη ήρθε τον πρώτο χρόνο. Εκεί έμαθε η Ειρήνη την ύπαρξη της άλλης. Της αρραβωνιαστικιάς. Εκεί τσακώθηκε και με τον Ζάχο.
Ο Δημήτρης, όταν ήταν φαντάρος, είχε γνωρίσει μια κοπέλα με την οποία έκανε μια σοβαρή σχέση. Μόλις τελείωσε το φανταρικό του, έμεινε μαζί της και με την πάροδο του χρόνου, τη ζήτησε σε γάμο. Έκαναν σχέδια για το μέλλον και ήταν πολύ ερωτευμένοι. Ήθελαν παιδιά και εκείνη του είχε υποσχεθεί πως αν επιθυμούσε ο ίδιος να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, θα τον ακολουθούσε. Λογάριασε όμως χωρίς τον ξενοδόχο και συγκεκριμένα χωρίς εκείνη την Πρωτοχρονιά. Μόλις ο Δημήτρης είδε την Ειρήνη μετά από τόσα χρόνια, έχασε κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Την ήθελε κολασμένα. Αυτός ο παιδικός και καταπιεσμένος έρωτας βγήκε στο φως και τους παρέσυρε. Πηγαινοερχόταν από την Ειρήνη στην αρραβωνιαστικιά του και αντίστροφα για μήνες. Είχε διπλή ζωή και ήλπιζε να μην χρειαζόταν ποτέ κανένας να το μάθει.
Όταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια στην Ειρήνη έναν ολόκληρο χρόνο μετά, ο κόσμος της διαλύθηκε. Τσακώθηκε με τον Ζάχο, λέγοντάς του πως τα ήξερε όλα και την δούλευε για τα καλά, με αποτέλεσμα η ρήξη στη σχέση να είναι ολέθρια. Στον δε Δημήτρη είπε λόγια βαριά. Δάκρια έτρεχαν από τα μάτια της και όταν ζήτησε εξηγήσεις, ο Δημήτρης γονάτισε και κλαίγοντας της ζήτησε να τον συγχωρέσει και να μείνει μαζί της μέχρι να βρει τη δύναμη να χωρίσει. Η Ειρήνη, ερωτευμένη παράφορα, δέχτηκε. Έμεινε μαζί του μέχρι εκείνος να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, δίνοντας υπόσχεση πως δεν θα το μάθει κανένας. Και κάπως έτσι πέρασε ένας ακόμη χρόνος και κάτι ψιλά…
«Τα ‘χω με τον Δημήτρη εδώ και 2,5 χρόνια!», είπε με σκυμμένο το κεφάλι στα κορίτσια που στέκονταν αποσβολωμένες. Ο Ζάχος γέλασε. «Ο Ζάχος το ξέρει!», πρόσθεσε η Ειρήνη. Τα κορίτσια την πλησίασαν και έκατσαν κοντά της. Η Ειρήνη σήκωσε το κεφάλι και της κοίταξε. Το βλέμμα τους μαρτυρούσε την επιθυμία μα και τον φόβο να μάθουν τη συνέχεια.
«Ήμασταν ερωτευμένοι από παιδιά, το ξέρετε. Ε την Πρωτοχρονιά εκείνη έγινε το κακό και από τότε είμαστε αχώριστοι. Ξέρω για την σχέση του και παρ’ όλα αυτά έμεινα. ‘Θα χωρίσω!’, μου είπε και κάνω απλά υπομονή. Δεν με ενοχλεί το στόρι. Δεν με ενοχλεί ότι είμαι το τρίτο πρόσωπο και ούτε κλαίω για αυτό το λόγο!».
«Τότε;», ρώτησαν τα κορίτσια με μια φωνή και ο Ζάχος κάρφωσε τα μάτια του πάνω στην Ειρήνη. Τα κορίτσια είχαν διαβάσει το μυαλό του οπότε δεν χρειάστηκε να πει κάτι άλλο.
«Τότεεεε…. Εεεεε… Πώς να σας το πω;», είπε η Ειρήνη με σκυμμένο το κεφάλι.
«Κανονικά!», είπε ο Ζάχος. «Εμείς είμαστε φίλοι από παιδιά. Μεγαλώσαμε μαζί. Σχεδόν τριανταρίζουμε. Ανάθεμα αν δεν μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα!». Τα κορίτσια συμφώνησαν μαζί του.
«Είμαι έγκυος!». Δύο λέξεις και τρία ζευγάρια μάτια άνοιξαν διάπλατα. Σιωπή. Η Ειρήνη σήκωσε τα βουρκωμένα μάτια της να τους δει και αντίκρισε τρία αγάλματα. Πήρε ανάσα και συνέχισε. «Ξέρω ότι με ακούτε… Είναι του Δημήτρη προφανώς, αλλά δεν το ξέρει. Και κλαίω γιατί πλησιάζω τους τρεις μήνες και φοβάμαι να του το πω. Δεν θέλω να μείνει μαζί μου για το παιδί. Απλά τον χρειάζομαι… Δεν μπορώ μόνη μου!».
«Θα το κρατήσεις!». Η φωνή του Ζάχου ήχησε ραγισμένη μα στιβαρή. Ήταν πάντα το στήριγμα της Ειρήνης και ήξερε πως μόνο σε εκείνον μπορούσε να στηριχθεί η Ειρήνη.
«Δεν μπορώ μόνη μου… Και αν το μάθει; Τι θα του πω;». Η Ειρήνη άρχισε πάλι να κλαίει.
Οι φίλοι της την πλησίασαν και την αγκάλιασαν . «Εμείς είμαστε εδώ! Μην φοβάσαι!». Η Ειρήνη χαλάρωσε στην αγκαλιά τους για πρώτη φορά. Το κινητό της άρχισε να χτυπάει… Ο Δημήτρης. Όλοι κοιτούσαν την οθόνη μα κανείς δεν έκανε κίνηση να το σηκώσει. Τότε πήρε την πρωτοβουλία ο Ζάχος.
«Έλα! Ο Ζάχος είμαι…». Παύση. «Ναι, καλά είναι!». Παύση. «Δεν μπορεί να σου μιλήσει τώρα!» Παύση. «Θέλω να μιλήσουμε!». Παύση. «Έρχομαι!».
Ο Ζάχος έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε τα κορίτσια. «Θα του το πω εγώ…».
Η Ειρήνη τον αγκάλιασε σφιχτά. Ήξερε πως μαζί τους δεν έχει να φοβάται τίποτα…
Κατερίνα Μοχράνη
