Την βρήκαμε, αδερφέ!

«Την βρήκαμε να περιφέρεται στον δρόμο. Δεν θυμάται ποια είναι. Σε παρακαλώ! Πες μου ότι έχεις χώρο!».

Η Ολίβια κοίταξε τον αστυνομικό που την παρακαλούσε με το βλέμμα του και έπιασε το τηλέφωνο. Όση ώρα περίμενε, κοιτούσε την ηλικιωμένη γυναίκα. Φορούσε μια κοντομάνικη άσπρη νυχτικιά μέχρι το γόνατο, τα άσπρα της μαλλιά ήταν ανακατεμένα και βρώμικα. Το βλέμμα της χαμένο. Δεν ήξερε καν πού ήταν.

«Είναι γεμάτα όλα τα κρεβάτια», είπε αφού έκλεισε το τηλέφωνο.

«Μόνο για απόψε. Σε παρακαλώ! Έχει κατακλυσμό απόψε!»

Η Ολίβια κοίταξε προς την πόρτα και όντως δεν μπορούσε να δει τίποτα. Δεν θα επιζούσε έξω η γυναίκα.

«Θα την βάλω στον καναπέ του γραφείου μου. Για απόψε. Και θα μείνω να την προσέχω. Να είσαι ήσυχος», είπε και τον είδε να ξεφυσά ανακουφισμένος.

Το πρόβλημα των άστεγων ήταν και είναι ακόμη τεράστιο. Δεν υπάρχει αρκετός οργανωμένος χώρος να τους φιλοξενήσει όλους. Ειδικά όταν υπάρχουν θέματα υγείας όπως η άνοια, η κατάληξή τους είναι σχεδόν πάντα τραγική. Η δική της τύχη όμως θα ήταν απρόβλεπτη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν ότι για πολλά χρόνια από εκείνη τη μέρα που την βρήκε ο αστυνομικός χαμένη στον δρόμο, δεν θα θυμόταν το όνομά της. Χωρίς όνομα θα μπορούσε να μείνει χαμένη για πάντα.

Εκείνο το βράδυ, η Ολίβια προσπάθησε να κοιμηθεί στην καρέκλα του γραφείου, μα πεταγόταν όρθια κάθε φορά που η γυναίκα ξυπνούσε και έκλαιγε. Η καταιγίδα χτυπούσε μανιασμένη το παράθυρο του γραφείου και την τρόμαζε.

«Ποια είσαι άραγε;» γονάτισε δίπλα της και της κράτησε το χέρι. Μα εκείνη κοίταζε χαμένη το ταβάνι.

Πόσο ήθελε να της πει. Πόσο ήθελε να γυρίσει στο σπίτι και στους γιους της. Είχαν περάσει μήνες που είχε να τα δει. Σίγουρα θα την έψαχναν. Σίγουρα θα ανησυχούσαν.

«Ήρθα με το λεωφορείο», θυμήθηκε.

«Ναι, ναι», της έδωσε θάρρος η Ολίβια χωρίς να ξέρει αν ήταν όντως αλήθεια.

Μα γιατί μπήκε σε εκείνο το λεωφορείο; Γιατί δεν άκουσε τα παιδιά που της έλεγαν ότι πρέπει να είναι πάντα κοντά τους; Ψαχούλεψε και βρήκε τα κλειδιά και ξεκλείδωσε την πόρτα μέσα στην νύχτα. Και εξαφανίστηκε. Πίστευε ότι μπορούσε να τα καταφέρει. Θα γυρνούσε. Δεν ήταν αλήθεια όσα έλεγαν οι γιατροί, δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια ότι έχανε το μυαλό της. Έζησε μια υπέροχη ζωή που πια δεν θα θυμόταν. Ήταν δασκάλα και έμαθε σε πολλά παιδιά να γράφουν το όνομά τους. Τους έμαθε και το δικό της, το έγραφε πάντα στον πίνακα όταν έμπαινε στην τάξη. Ναι! Αυτό έπρεπε να θυμηθεί. Τι έγραφε στον πίνακα!

Το επόμενο πρωί, η Ολίβια την συνόδεψε στην τραπεζαρία να πάρει πρωινό με τους υπόλοιπους. Ήθελε να δει αρχικά αν μπορούσε να φάει μόνη της. Όσο πιο προχωρημένη ήταν η κατάσταση, τόσο πιο δύσκολο θα ήταν να βρει εξειδικευμένο χώρο για εκείνη. Η ηλικιωμένη έπαιζε με το φαγητό της, όχι επειδή δεν θυμόταν πώς να φάει, αλλά επειδή δεν κατέβαινε μπουκιά από την στεναχώρια της.

«Έλα, πιάσε το», της έδωσε το κουτάλι και έσπρωξε κοντά της το μπολ με την κρέμα. «Είναι βανίλια, σου αρέσει;» την ρώτησε γλυκά.

Η ηλικιωμένη σήκωσε μια κουταλιά από την κρέμα και την έφαγε. Μετά το έσπρωξε πάλι. Σαν να κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο σκοπός. Κοίταξε την κοπέλα στα μάτια. Τι καλή που ήταν μαζί της! Όχι σαν τις προηγούμενες σε εκείνη την πόλη που είχε κατέβει στην πρώτη στάση… Εκείνες την άφησαν να κοιμηθεί μόνη κάτω από το σκέπαστρο στο πίσω μέρος του κτηρίου. Τουλάχιστον δεν έκανε ακόμα τόσο κρύο τότε. Ύστερα πήρε ξανά άλλο ένα λεωφορείο. Και άλλο ένα. Μέχρι να βρει το λεωφορείο που θα την γυρίσει στο σπίτι της. Μα είχε περάσει καιρός πια. Ήθελε μόνο να αποδείξει στα παιδιά της ότι είναι καλά. Ότι μπορεί να τα καταφέρει. Ότι υπήρχε ελπίδα για την μαμά τους.

«Θα σου φέρω καινούργια ρούχα, σήμερα», είπε η Ολίβια και σηκώθηκε από δίπλα της. Ζήτησε από μια νοσηλεύτρια να την προσέχει για να κάνει ένα τηλεφώνημα.
Γύρισε στο γραφείο της και συμμάζεψε τα σεντόνια και την κουβέρτα στον καναπέ. Έπειτα κατέβηκε στην αποθήκη. Βρήκε ένα ζεστό πουλόβερ και ένα μαλακό παντελόνι. Πρέπει να ήταν το νούμερό της. Βρήκε μόνο ένα ζευγάρι παντόφλες. Παπούτσια δεν υπήρχαν. Σήκωσε το κινητό και πήρε τηλέφωνο μια φίλη της σε ένα άλλο κέντρο αστέγων.

«Καλημέρα, πώς είσαι; Ήθελα να σε ρωτήσω αν έχεις παπούτσια. Τέλεια! Μπορείς να μου τα στείλεις ή να περάσω όταν σχολάσω; Εντάξει, ευχαριστώ. Χώρο έχεις;» ρώτησε για να πάρει αρνητική απάντηση. «Μάλιστα. Εντάξει. Αν μάθεις οτιδήποτε πες μου, σε παρακαλώ. Αν υπάρχει χώρος κάπου ή αν κάποιος ψάχνει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Όχι, δεν έχει κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Έχει πολύ κοινό πρόσωπο, μοιάζει με όλες τις υπόλοιπες», αναστέναξε.

Μέχρι το βράδυ, η Ολίβια έπρεπε να βρει νέο μέρος για την ηλικιωμένη, γιατί αλλιώς θα κοιμόταν πάλι στον καναπέ και εκείνη στην καρέκλα του γραφείου της. Μετά από πολλά τηλεφωνήματα και πιέσεις, βρήκε ένα κρεβάτι σε ένα κέντρο στην ίδια πόλη. Έτσι της είπε ότι θα μπορεί να πηγαίνει να την βλέπει. Και όντως κράτησε την υπόσχεσή της.

Εφτά μήνες μετά, είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος που είχε χαθεί η ηλικιωμένη. Εφτά μήνες μετά, η Ολίβια την μετακίνησε σε άλλο κέντρο, έξω από την πόλη. Εκεί θα ήταν πιο μακριά, μα θα είχε δωμάτιο με λιγότερα άτομα και η καθημερινότητά της θα ήταν πιο ήσυχη.

«Ακόμα θα σε βλέπω», της είπε μια μέρα που την πήρε να πάνε βόλτα. Ήθελε να δει την κατάστασή της, αν ήταν φοβισμένη, θλιμμένη, αν είχε θυμηθεί κάτι ή αν είχε ξεχάσει και όσα ήξερε. «Θα έρχομαι να σε παίρνω να βγαίνουμε έξω για καφέ ή στο πάρκο. Όπου σου αρέσει. Ποιο είναι το αγαπημένο σου μέρος; Θυμάσαι το όνομά σου;», κάπως έτσι κατέληγαν οι συζητήσεις τους, με την γυναίκα να κουνάει αρνητικά το κεφάλι. Όσο κι αν έψαχνε η Ολίβια δεν μπορούσε να βρει μια φωτογραφία στην βάση αναζήτησης που να είναι απόλυτα σίγουρη ότι είναι αυτή. Όσα τηλέφωνα είχε κάνει, δεν την είχε αναγνωρίσει κανείς.

«Α…» προσπαθούσε να θυμηθεί μα κατέβαζε το κεφάλι. «Α…» έλεγε συχνά και προσπαθούσε να θυμηθεί ποια είναι.

Η Ολίβια τα είχε βάλει κάτω πολλές φορές. Είχε σκεφτεί να την πάρει στο σπίτι της, όμως με τις ώρες που δούλευε θα έπρεπε να βάλει γυναίκα να την προσέχει. Η διαφορά τώρα με το κέντρο ήταν ότι δεν την έβλεπε κάθε μέρα. Μα περίμενε την ευκαιρία που θα άνοιγε θέση ξανά εκεί που δούλευε η ίδια. Τότε θα την είχε πάλι κοντά της. Ήξερε καλά γιατί είχε δεθεί τόσο μαζί της. Της θύμιζε την γιαγιά της. Μόνο που όταν η δικιά της γιαγιά το έσκασε ένα βράδυ, πετάχτηκε μπροστά σε ένα λεωφορείο για να το σταματήσει και ο οδηγός δεν πρόλαβε να φρενάρει. Έτσι, επέλεξε να σπουδάσει και να εργαστεί στον συγκεκριμένο χώρο, για αυτόν τον λόγο. Γιατί ήξερε και καταλάβαινε. Γιατί το είχε περάσει. Για να γυρνάνε όλοι οι άνθρωποι που χάνονταν πίσω στις οικογένειές τους. Και στα πρόσωπά τους έβλεπε ένα κομμάτι της ιστορίας της. Μα στην ηλικιωμένη έβλεπε τόσο καθαρά την ανάμνηση της γιαγιά της. Την ελπίδα. Το θάρρος. Το πείσμα. Όχι, δεν θα το έβαζε κάτω. Ακόμα κι αν ποτέ δεν την έβρισκε κανείς, αυτή θα ήταν πάντα δίπλα της.

Και όντως έμεινε δίπλα της δέκα ολόκληρα χρόνια. Την έφερε πίσω στο κέντρο που δούλευε η Ολίβια, μόλις άνοιξε θέση. Στα 70 της πλέον η ηλικιωμένη είχε ελάχιστες στιγμές διαύγειας. Μα πάντα χαμογελούσε όταν έβλεπε την κοπέλα που την έσωσε.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Ολίβια πήρε την πρωτοβουλία να ετοιμάσει μια θεατρική παράσταση για να δώσει χαρά στους ηλικιωμένους. Μίλησε με μια νέα ερασιτεχνική ομάδα ηθοποιών που αμέσως δέχτηκαν να συμμετάσχουν στην εκδήλωση. Ζήτησε από εταιρείες διάφορα υλικά για να κατασκευάσουν το σκηνικό. Ήρθε σε επαφή με ένα μουσικό σχολείο που θα ερχόταν σύσσωμο να τραγουδήσει Χριστουγεννιάτικα τραγούδια από μια πόλη πολύ μακριά. Σίγουρα εκείνη η εκδήλωση θα έμενε αξέχαστη. Σε όλους.

Παραμονή Χριστουγέννων και όλα ήταν έτοιμα. Τοποθέτησαν τις καρέκλες μπροστά από την σκηνή για να κάτσουν οι ηλικιωμένοι. Η αναπαράσταση της Θείας Γέννησης τους συγκίνησε όλους. Οι ηθοποιοί καταχειροκροτήθηκαν. Τα παιδιά τραγούδησαν με τις αγγελικές φωνές τους και οι γονείς τους που στέκονταν στο βάθος  τα καμάρωναν.

Μετά το τέλος της εκδήλωσης, τους περίμενε πλούσιος μπουφές. Ένας ένας πλησίαζε με τον δίσκο του για να παίρνει ό,τι επιθυμούσε. Η Ολίβια δεν θα μπορούσε να είναι πιο περήφανη που όλα είχαν πάει όπως τα φανταζόταν. Είδε ηλικιωμένους να γελάνε ξανά και να διασκεδάζουν. Να μιλάνε και να τρώνε στα τραπέζια σαν να ήταν ξανά στο σπίτι τους.

Έκατσε και εκείνη να φάει μαζί με την γυναίκα σε ένα τραπέζι. Την βοήθησε να διαλέξει ό,τι της άρεσε και τώρα την ρωτούσε πώς της φάνηκε η παράσταση. Ξαφνικά η ηλικιωμένη σήκωσε το βλέμμα της και κοκάλωσε.

«Αναστασία. Αναστασία Γουίλιαμς», φώναξε και πετάχτηκε όρθια.

Η Ολίβια παράτησε το φαγητό και σηκώθηκε και αυτή απότομα.

«Είναι το όνομά σου αυτό;» γούρλωσε τα μάτια. Γύρισε το κεφάλι να δει ποιον κοιτούσε και είδε έναν άντρα με την γυναίκα και τα παιδιά τους να κρατάνε τους δίσκους και να ψάχνουν τραπέζι να καθίσουν.

«Μαμά!» φώναξε η ηλικιωμένη και χτύπησε το στήθος της. «Εγώ! Μαμά!»

Ο άντρας παράτησε τον δίσκο σε ένα τραπέζι και χωρίς να πει τίποτα πήγε τρέχοντας κοντά της.

«Μαμά! Μαμά!» την βούτηξε και την έσφιξε πάνω του.

Η Ολίβια δεν μπορούσε να πιστέψει τι έβλεπε μπροστά της. Μόλις ο γιος της την άφησε από την αγκαλιά του, έβγαλε αμέσως από την τσέπη το κινητό του. Όσο περίμενε να απαντήσει ο αδερφός του, έκανε νόημα με το χέρι στην οικογένειά του να πλησιάσει. Η Ολίβια στεκόταν ακόμα άφωνη. Δεν ήταν δυνατόν να ήταν ο γιος της και η εκδήλωση που ετοίμασε να ήταν η αιτία να βρεθούν ξανά στον ίδιο χώρο μαζί.

«Έλα, με ακούς; Την βρήκαμε! Την βρήκαμε, αδερφέ!»

Δέκα χρόνια είχαν περάσει για να θυμηθεί η Αναστασία ποια είναι. Δέκα χρόνια μετά θυμήθηκε το όνομά της, μόλις είδε το παιδί της. Ο Κάρλος είχε παντρευτεί και είχε κάνει δύο υπέροχα παιδιά που πήγαιναν στο μουσικό σχολείο που ήρθε να τραγουδήσει τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Δεν ήξεραν ότι εκείνο το βράδυ θα τραγουδούσαν και για την γιαγιά τους. Η οικογένεια ήταν στην διαδικασία της μετακόμισης, καθώς η γυναίκα είχε μετατεθεί σε εκείνη την πόλη. Πλέον θα ζούσαν ξανά όλοι μαζί.

Η Ολίβια κράτησε επαφές με όλους και μάλιστα δύο χρόνια μετά παντρεύτηκε τον μικρότερο γιο της Αναστασίας, τον Πέτρο. Έζησε μια όμορφη ζωή μαζί του και έκαναν μια κόρη που της έδωσαν το όνομά της. Η Ολίβια, χωρίς να το ξέρει, έδινε όλη της την αγάπη για δέκα ολόκληρα χρόνια και φρόντιζε την γυναίκα που θα γινόταν η πεθερά της!

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading