Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Η μοίρα είναι προδιαγεγραμμένη

[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Η μοίρα είναι προδιαγεγραμμένη

του Γκεϊλόρντ Μπασέ
(Τεύχος Ιουλίου, 1899, σελ. 10-13)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Το ακόλουθο κείμενο πιθανώς θα σε κάνει να απορήσεις τι μπορεί να σκεφτόταν ο συγγραφέας του όταν το εμπνεόταν και το έγραφε, αλλά, προσωπικά, μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον. Κατά κάποιον τρόπο, μου θύμισε μια ιστορία του κυρίου Γκόγκολ, με τίτλο «Η μύτη». Υπάρχει ένα κοινό σημείο των δύο διηγημάτων: ο παραλογισμός της όλης κατάστασης που περιγράφεται και στο ένα και στο άλλο, αν και ο κύριος Μπασέ εν τέλει επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στη ρομαντική (ή παραμυθένια;) πλευρά της ιστορίας του.
Κλαρκ Μέιχεμ

Ο Φαμπιέν βγήκε από το σπίτι του διάμεσου που είχε επισκεφτεί για πρώτη φορά στην ζωή του. Ατένισε τον ήλιο και ανέπνευσε επιτέλους καθαρό αέρα και εκτίμησε δεόντως τις φωνές των άλλων γύρω του. Του φαινόταν ότι είχε μείνει σε εκείνο το σπίτι-φυλακή ώρες ολόκληρες, ενώ, με το που κοίταξε το ρολόι τσέπης του, διαπίστωσε ότι είχε περάσει μόλις μισή ώρα μαζί με την μαντάμ Μπασελέ, βλέποντάς τη να ρίχνει τα χαρτιά της αποκρυφιστικής της τράπουλας και ακούγοντάς τη να του λέει τη μοίρα, που μόνο ευχάριστη δεν προμηνυόταν, μιας και, βάσει των όσων του είχε πει χαμογελαστή, πρώτα θα έβλεπε τον ήλιο, θα ανανέωνε την αγάπη του για τον αέρα και τους άλλους ανθρώπους και έπειτα θα έχανε το κεφάλι του. Θα έχανε το κεφάλι του, αν είναι δυνατόν! Ο Φαμπιέν, με το που το είχε ακούσει, κόντεψε να λιποθυμήσει. Μπορεί να έφταιγε και η αποπνικτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε εκείνο το σπίτι, με όλες τις αναθυμιάσεις από τα βότανα που έβρασε η μαντάμ πριν ξεκινήσουν. Αλλά, βάσει των όσων του είχε πει, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, καθώς η αγαπημένη του τον περίμενε και η ζωή τους θα ήταν κοινή εις τους αιώνας και θα θαυμάζονταν εις τους αιώνας από όλους στην πόλη (και όχι μόνο), όπως πάντα έδειχνε η γεμάτη δυσοίωνες εικόνες τράπουλα της μαντάμ Μπασελέ, που, κατά την γνώμη της, ήταν αλάνθαστη στις προβλέψεις της.

Ο νεαρός προχώρησε και σύντομα αναμείχθηκε με το υπόλοιπο πλήθος. Οι άνθρωποι γύρω του του έδιναν ελάχιστη σημασία, όμως εκείνος ένιωθε όμορφα ανάμεσά τους ούτως ή άλλως και χαιρόταν πολύ που τους έβλεπε και τους άκουγε και μύριζε το άρωμά τους μια τόσο ηλιόλουστη ημέρα. Δοκίμασε να πιάσει την κουβέντα σε κάποιους κυρίους και χαιρέτισε τις κοπέλες, αλλά δεν έλαβε απάντηση, κάτι που τον δυσαρέστησε, μιας και ο Φαμπιέν, όπως και οι γονείς του (ο Θεός να τους αναπαύει), ήταν κοινωνικός άνθρωπος, με γνωριμίες σχεδόν σε ολόκληρη την πόλη. Δεν του είχε τύχει ξανά να τον αγνοούν, κι αυτό τώρα του κακοφαινόταν. Το συλλογίστηκε για μερικές στιγμές, καθώς έστριβε στην επόμενη γωνία, αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι η μαντάμ Μπασελέ δεν του είχε αναφέρει κάτι για συζητήσεις με άλλους στο άμεσο μέλλον, οπότε ίσως έπρεπε να το περιμένει.
Συνέχισε, λοιπόν, να περπατάει, προσπαθώντας να καθαρίσει το κεφάλι του από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, πέραν της επικείμενης συνάντησής του με την αγαπημένη του, την τόσο όμορφη νεαρά που είχε γεμίσει την ψυχή του με ασίγαστο πάθος και τον οδηγούσε σε τρέλες, όπως το να επισκεφτεί ένα μέντιουμ. Μόνο την αγαπημένη του, μόνο αυτήν άξιζε να αφήνει να ελέγχει τις σκέψεις του… Ώσπου συνέβη το μοιραίο!

Ο Φαμπιέν, αν και απορροφημένος από την εικόνα της αγαπημένης του και από τα γλυκά της λόγια και από τα ωραία φαγητά και γλυκά που έφτιαχνε, πρόφτασε να ακούσει τις κραυγές αγωνίας κάποιου κυρίου που στεκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Γύρισε προς το μέρος του, ενώ συνέχιζε να περπατάει ευθεία. Πρόσεξε το τρομοκρατημένο βλέμμα του άλλου, το οποίο ανήκε εξ ολοκλήρου στον Φαμπιέν. Ο άλλος του φώναξε να σταματήσει, και ο Φαμπιέν ευχαρίστως θα το είχε πράξει, αλλά τότε ένιωσε ένα δυνατό πόνο από κάτι μεταλλικό, έναν πόνο που κράτησε μόνο μια στιγμή, αλλά που ύστερα οδήγησε σχεδόν όλες τις αισθήσεις του στο πεζοδρόμιο, αφού το κεφάλι του, αποκομμένο από το απότομο χτύπημα του μπαλτά ενός απρόσεκτου χασάπη, βρέθηκε να πλατσουρίζει στις λάσπες από αίματα και βρόχινο νερό που είχε δημιουργηθεί εκεί.

Φωνές και κλάματα και προσευχές ακούστηκαν, μα το σώμα του Φαμπιέν δε σταμάτησε την πορεία του: άφησε πίσω του το κεφάλι και προχώρησε ανάμεσα στο πλήθος πολιτών και αστυνομικών που συγκεντρωνόταν με ταχύτατους ρυθμούς.

Έφτασε σύντομα στο σπίτι της αγαπημένης του, που τον περίμενε καρτερικά. Ο Φαμπιέν δεν μπορούσε να τη δει, αλλά, αν τα κατάφερνε, θα είχε δει να του χαμογελάει αρχικά και μετά να στενοχωριέται που αυτή είχε κεφάλι και αυτός όχι, καθώς αφενός πώς θα απολάμβανε ο Φαμπιέν ό,τι θα του έφτιαχνε ή ό,τι θα του έλεγε ή ό,τι αρώματα θα επέλεγε ή τα φιλιά της (πώς θα τον ασπαζόταν τώρα, δηλαδή;), και αφετέρου δεν ήταν δίκαιο για ένα ζευγάρι που θα ενωνόταν ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Έπρεπε να διορθωθεί αυτό.
Η αγαπημένη του είδε τα χέρια του κορμιού του Φαμπιέν να της κάνουν διάφορα νοήματα, που δεν ήταν εντελώς κατανοητά σε εκείνη, αλλά τον εμπιστευόταν, κι έτσι τον ακολούθησε χωρίς καν να το πει στους γονείς της.

Έφτασαν στο σημείο που είχε γίνει το μοιραίο. Δεν υπήρχε πια πλήθος μαζεμένο, ούτε πεσμένο κεφάλι, αλλά και τα δύο (μαζί με την αδικία για το ζευγάρι που επρόκειτο να παντρευτεί) διορθώθηκαν άμεσα: ο χασάπης, έχοντας ξεπεράσει το αρχικό σοκ, συνέχιζε τη δουλειά του, όμως παρέμενε απρόσεκτος στις κινήσεις με το μπαλτά του, οπότε δεν είδε την νεαρά που τον πλησίασε ούτε άκουσε τις φωνές του ίδιου περαστικού που είχε προσπαθήσει να βοηθήσει τον Φαμπιέν νωρίτερα, κι έτσι η αγαπημένη του ακέφαλου νεαρού είχε την ίδια μοίρα με τον αρραβωνιαστικό της. Με λίγα λόγια, και το δικό της κεφάλι βρέθηκε να πλατσουρίζει στα αίματα και τις λάσπες, ενώ άνθρωποι που φώναζαν και έκλαιγαν έσπευδαν στο σημείο, ακολουθούμενοι από αστυνομικούς. Η διαφορά τώρα ήταν πως το νεαρό ζευγάρι, πιασμένο αλαμπρατσέτα πλέον, δεν πρόφτασε να απομακρυνθεί και όλοι άρχιζαν να το σχολιάζουν με τρόμο και απόγνωση αρχικά, συναισθήματα που όμως μετατράπηκαν σε θαυμασμό στη συνέχεια, και στη διαπίστωση πως αυτός ο νέος και αυτή η νεαρά ήταν πλασμένοι για να είναι μαζί. Κι όχι μόνο αυτό, όχι μόνο θα παρευρίσκονταν όλοι στον γάμο που θα γινόταν, μα ένας γραμματέας από το πλήθος είχε και μια άλλη ιδέα που αργότερα πρότεινε στο δήμαρχο της πόλης, ο οποίος, σκεπτόμενος τα οφέλη που θα είχε μια τέτοια κίνηση, το δέχτηκε και έδωσε την εντολή να ξεκινήσουν οι εργασίες.

Πριν η χρονιά φτάσει στο τέλος της, ένα άγαλμα ενός ακέφαλου άντρα και μιας ακέφαλης γυναίκας που αγκαλιάζονταν συντροφικά δέσποζε στη μεγαλύτερη πλατεία της πόλης, συγκεντρώνοντας πλήθος ξένων και ντόπιων, που φυσικά δεν θα παρέλειπαν να αγοράσουν και διάφορα σχετικά αναμνηστικά δώρα ή να πάνε βόλτα με τις άμαξες που περίμεναν εκεί κοντά και τις οποίες νοίκιαζε το δημαρχείο σε όποιον επιθυμούσε.

Όσον αφορά το ίδιο το ζευγάρι νυμφευμένων, αυτοί συνέχισαν να ζουν μαζί για πολλά, πολλά χρόνια.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Γκεϊλόρντ Μπασέ γεννήθηκε το 1868 στο Παρίσι, όπου ζει με την οικογένειά του και διατηρεί ένα μαγαζί με παιχνίδια.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading