Το λικέρ της Φρόσως

Την κυρά Φρόσω όλοι την ήξεραν και όλοι την σιχαίνονταν. Τόσο κακός άνθρωπος ήταν. Ποτέ δεν βρέθηκε κάποιος να πει μια καλή κουβέντα, μόνο υποκριτικά της φέρονταν όλοι γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Αυτή είχε το καφενείο του χωριού και εκεί είχε βάλει και ψωμιά και γλυκά και λικέρ που ήταν η σπεσιαλιτέ της και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί. Εκεί τους εξέταζε ο γιατρός τις λίγες φορές τον χρόνο που ερχόταν από την πόλη, εκεί έφταναν και όλα τους τα γράμματα. Η κυρά Φρόσω νόμιζε ότι ήταν η αρχόντισσα του χωριού επειδή είχε μερικά φράγκα παραπάνω από αυτούς. Ούτε δήμαρχο, ούτε δάσκαλο σεβόταν, μα ούτε και τον παπά.

Η κυρά Φρόσω ήξερε την ζωή απ’ έξω και ανακατωτά. Κανέναν δεν άφησε ποτέ να την κάνει κουμάντο. Όταν πήγε και την ζήτησε ο συγχωρεμένος ο άντρας της, αυτή στεκόταν όρθια να κάνει τις διαπραγματεύσεις και οι γονείς της κάθονταν πίσω της. Μπροστά της τα πεθερικά τρέμανε σαν τα παιδάκια. Την φοβόντουσαν. Αφού τους ζήτησε και τα μαλλιά της κεφαλής τους για να δεχτεί τον γαμπρό που φέρανε στο σπίτι της, έπειτα πήγε και τους έδειξε την έξοδο. Μόνο όταν έγινε ο γάμος και γράφτηκαν όλα στο όνομά της δέχτηκε να της αγγίξει το χέρι ο γαμπρός.

Ο γάμος της Φρόσως έγινε ακριβώς όπως τον ήθελε. Πλούσιος και μεγαλοπρεπής να δουν όλοι ότι ήταν ανώτερη, ότι έκανε αυτά που δεν μπορούσαν να κάνουν και ότι είχε αυτά που δεν θα αποκτούσαν ποτέ τους. Η εξουσία που είχε, δεν ήταν πια μόνο στο μυαλό της, είχε αρχίσει να εξαπλώνεται σαν αρρώστια πάνω από το χωριό. Άρχισε να έχει άποψη τι θα γίνεται και πώς θα γίνεται, ανάλογα την όρεξή της. Πού και πού έκανε και μερικές δωρεές γιατί νόμιζε έτσι θα βούλωνε τα στόματα. Τα πάντα έχουν τιμή, έτσι πορευόταν στην ζωή της. Κι αν η τιμή δεν ήταν χρηματική μα ηθική, φρόντιζε να βρει άλλον τρόπο να περάσει το δικό της.

Πρώτα ξεκίνησε με τον πεθερό της. Ο γέρος είχε χάσει τα μυαλά του, έλεγε σε όλους, ενώ αυτή άφηνε επίτηδες ξεκλείδωτη την πόρτα τα βράδια. Έτσι δικαιολογήθηκε η εξαφάνισή του. Κάποιοι είπαν ότι την τελευταία φορά που τον είδαν, καθόταν στην αυλή και έπινε ένα από τα λικέρ της. Και αυτό το θεώρησαν κακό σημάδι.

Ύστερα ήταν ένας ξενομπάτης που τόλμησε να ανοίξει δεύτερο καφενείο στο χωριό. Πήρε η Φρόσω μερικά γλυκά και ένα μπουκάλι λικέρ στο χέρι και πήγε να τον συγχαρεί στο νέο του μαγαζάκι. Όλοι σιώπησαν μόλις διάβηκε από την πόρτα και έριξε τα μάτια της πάνω τους να δει ποιοι ήταν εκεί και την είχαν προδώσει. Λίγες μέρες πέρασαν και η Φρόσω ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι αυτός δεν άντεξε τον ανταγωνισμό και έφυγε άρον άρον από το χωριό αφήνοντας τα πάντα άθικτα στο καφενείο.
Από τότε βγήκε η φήμη για το λικέρ της Φρόσως. Ότι ήταν το σήμα πως ήταν έτοιμη να ανοίξει πόλεμο μαζί σου και καλό θα ήταν να προλάβεις να εξαφανιστείς. Σε όποιο τραπέζι ακουμπούσε το μπουκάλι με το λικέρ της, τα μάτια γούρλωναν και τα στόματα ψιθύριζαν. Ήσουν εχθρός της πια. Και σε προειδοποιούσε. Κάτι σαν τους μαφιόζους που έστελναν ένα ψάρι τυλιγμένο σε εφημερίδα. Η Φρόσω έστελνε το λικέρ της.

Ο γιος της, ο Νικολής, ήταν πια σε ηλικία παντρειάς. Κρίμα που δεν ζούσε ο πατέρας του να τον καμαρώσει που έγινε ολόκληρο παλικάρι σαν τα ψηλά βουνά. Έτσι του έλεγε και η περηφάνια φούσκωνε το στήθος της πιο πολύ κι από την αλαζονεία της. Μακάρι να ζούσε ο πατέρας του να έβλεπε πόσο καλό και υπάκουο παιδί μεγάλωσε μόνη της όσο αυτός γύριζε και κοιμόταν με άλλες γυναίκες. Πόσο εργατικό και τίμιο ήταν το παιδί που δεν ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο και στο σπίτι της γειτόνισσας όπως αυτός.

Όταν κατάλαβε ο άντρας της και η γειτόνισσα ότι τους πήρε χαμπάρι η Φρόσω, ήθελαν να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Και κάπως έτσι πρέπει να έγινε, γιατί κανείς δεν τους ξανάδε, εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Ο άντρας της γειτόνισσας υποψιάστηκε ότι τον εγκατέλειψε και έτσι είπε σε όλους. Τον λυπήθηκε η Φρόσω, σπάνιο πράμα για τον χαρακτήρα της. Και έμεινε στο χωριό ο γείτονας της να κλαίει την μοίρα του. Σε αντίθεση με την Φρόσω που δεν θα χαράμιζε πολύτιμα λεπτά να θρηνεί τα καμώματα του άντρα της. Σήκωσε τα μανίκια και ανέλαβε μόνη της σπίτι, παιδί και καφενείο. Και όταν μεγάλωσε το παιδί, ανέλαβε αυτό τα χωράφια και τα αμπέλια.

Μέχρι που μπήκε μια μέρα στο σπίτι το παλικάρι της και την μαχαίρωσε στην καρδιά. Έτσι ένιωσε τα λόγια του η μάνα του. Ήθελε να παντρευτεί την κόρη του παπά, την Ρηνούλα. Της είπε ότι ήθελε την ευχή της να πάει να την ζητήσει. Τι ευχή να δώσει, του είπε, σε μια ξεβράκωτη! Να μπαλωθούν οι τρύπες στα φορέματά της; Που με τρύπια ράσα κυκλοφορεί και ο πατέρας της και σκισμένα παπούτσια η μάνα της! Που από όλες τις καλές και πλούσιες κοπέλες, πήγε και στραβώθηκε με δαύτη! Με την κόρη του μπατίρη του παπά. Χάθηκε να αγαπήσει την κόρη του Δημάρχου; Που είχε έστω μια σοβαρή θέση στην κοινωνία; Πώς της το έκανε αυτό; Πώς περίμενε να δεχτεί αυτά που άκουγε χωρίς να της έρθει καρδιακό;

Άστραψε και βρόντηξε η Φρόσω, μα δεν της πέρασε. Τα παιδιά αγαπιόντουσαν. Ο γιος της ήθελε την Ρηνούλα και αυτήν θα έπαιρνε. Μόνος του τα κανόνισε και απλά της είπε πότε να έρθει στην εκκλησία. Τίποτα άλλο δεν της ζήτησε. Ούτε έξοδα, ούτε φανφάρες, ούτε γλέντια. Το κορίτσι του να πάρει ήθελε μόνο και να το κάνει γυναίκα του.

Την καρδιά της έπιασε η Φρόσω μόλις έφτασε στο ξωκκλήσι με το μακρύ ολοστόλιστο φόρεμά της και είδε τον γιο της, την λεγάμενη, τους γονείς της και έναν φίλο τους για κουμπάρο. ‘Ο γάμος της ντροπής’ σκεφτόταν, γιατί μόνο αν ντρέπεσαι ή κρύβεις κάτι, κάνεις τόσο απλό γάμο. Ούτε να χωρέσει στο μυαλό της δεν μπορούσε η ιδέα ότι δεν ενδιέφερε το ζευγάρι τίποτα άλλο εκτός από το να γίνει ο ένας σύζυγος του άλλου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο γιος της που τον μεγάλωσε στα πούπουλα παντρευόταν τώρα σαν φτωχός κακομοίρης. Με ένα παλιό κουστούμι αυτός και ένα απλό λευκό φόρεμα η άλλη. Με τι μούτρα θα έλεγε στο χωριό ότι ο γιος της παντρεύτηκε; Δεν φτάνει που διάλεξε αυτή που διάλεξε, αυτό ήταν όμως το αποκορύφωμα!

Κατά την διάρκεια του γάμου, η νύφη ήταν πολύ περήφανη που ήταν μπροστά της ο πατέρας της και πολύ συγκινημένη που ήταν δίπλα της ο Νικολής. Μεγαλύτερη ευλογία στην ζωή της δεν θα μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό. Μα και ο πατέρας της δάκρυζε που ήταν αυτός που την πάντρευε και με ένα τόσο καλό παλικάρι. Η μάνα της σκούπιζε και αυτή τα δάκρυά της και καμάρωνε τα παιδιά χωρίς να κοιτάει καθόλου τα ξινισμένα μούτρα της συμπεθέρας της. Η μόνη παραφωνία εκεί ήταν αυτή. Μα δεν την φοβόταν ούτε όμως θα καθόταν να τσακωθεί. Η τιμή της Φρόσως ήταν πολύ χαμηλή για να ρίξει την δική της και να πέσει στο επίπεδό της. Μα αν τολμούσε να στεναχωρήσει τα παιδιά, δεν θα της χαριζόταν. Όπως και το έκανε.

Δύο χρόνια μετά, ήρθαν τα πρώτα γεννητούρια. Ένα κοριτσάκι πανέμορφο, ολόιδιο η Ρηνούλα, με κατάλευκο δέρμα και μεγάλα μάτια. Ντύθηκε, στολίστηκε η Φρόσω να πάει να δει το εγγόνι της στο νοσοκομείο στην πόλη. Όταν άκουσε ότι ήταν θηλυκό, πέταξε από την χαρά της. Ώρα ήταν να ακούσει το όνομά της. Τουλάχιστον να δικαιωθεί με όσα είχε τραβήξει από τον γιο της. Έφτασε σεινάμενη κουνάμενη και χαιρέτησε κουνώντας το χέρι λες και ήταν σε προεκλογική εκστρατεία. Φίλησε τον γιο της και ρώτησε το όνομα της κόρης του. Η νύφη απάντησε και είπε ότι αυτό θα το μάθουν σε 8 μέρες όταν της διαβάσει ο μπαμπάς της την ευχή της ονοματοδοσίας. Και ότι ως τότε έπρεπε να κάνουν όλοι υπομονή.

Αφρούς έβγαζε ακόμη όταν γύρισε στο χωριό η Φρόσω. Το έβλεπε το χουνέρι που της ετοίμαζε η γλωσσού η νύφη της να έρχεται. Δεν πίστευε πως είχε τολμήσει να σκεφτεί να δώσει άλλο όνομα από το δικό της. Έτσι όμως έγινε. Μαρία θα το λέγανε το παιδί, που ήταν το όνομα της μάνας της. Να τιμήσουν και την Παναγία που ήταν πάντα προστάτιδα στο πλάι τους και της είχαν μεγάλη αδυναμία.

Σβούρες έφερνε στο σαλόνι η Φρόσω και σκεφτόταν. Δεν ήθελε να φτάσει ως εκεί. Μα δεν της είχαν αφήσει άλλη επιλογή. Θα έστελνε ένα μπουκάλι λικέρ δώρο στην νύφη της. Σε 40 μέρες. Για την βάφτιση θα έλεγε. Για το καλό.

Η βάφτιση έγινε στην εκκλησία του χωριού και ήταν όλοι καλεσμένοι. Στου παιδιού τους την χαρά κάνανε μεγάλο γλέντι να γιορτάσουν όλοι μαζί. Χαρούμενη ήταν και η κυρά Φρόσω που πίστευε ότι τελείωναν τώρα πια τα βάσανά της. Μα η χαρά της μετατράπηκε σε εφιάλτη. Είδε την συμπεθέρα να κρατά ένα μπουκάλι και να γυρνά τα τραπέζια και να κερνά τον κόσμο. Ήταν το λικέρ της. Γέμισε και το ποτήρι του Νικολή της. Και αυτός το σήκωσε ψηλά να κάνει πρόποση. Φτερά έβγαλε η κυρά Φρόσω και πετάχτηκε δίπλα του και τάχα μου σκόνταψε και το έριξε το ποτήρι κάτω και έγινε χίλια κομμάτια. Ύστερα γύρισε και μάλωσε την συμπεθέρα της, γιατί είπε ότι αυτό ήταν δώρο για την νύφη της και έπρεπε να είχε κάνει κουμάντο να είχε να κεράσει κρασί τον κόσμο. Στο τέλος της βραδιάς, είδε την νύφη της ότι σηκώθηκε κουρασμένη και είπε ότι δεν ένιωθε καλά και ήθελε να γυρίσει σπίτι να ξεκουραστεί. Τότε μόνο σηκώθηκε η Φρόσω να φύγει.

Την επόμενη μέρα, καλά καλά δεν είχε πέσει ο ήλιος ακόμη και της βαρούσε την πόρτα φωνάζοντας ο γιος της. Σηκώθηκε αυτή και πήγε να ανοίξει, μα περίμενε τι θα ακούσει. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε. Τον είδε άσπρο σαν το πανί και χλωμό από το ξενύχτι και το κλάμα. Της είπε πως μέσα στην νύχτα η Ρηνούλα του ξεψύχησε και μαζί με αυτήν και η μονάκριβη κόρη του. Και τότε κοκάλωσε η κυρά Φρόσω γιατί κατάλαβε πως το δηλητήριο από το λικέρ που ήπιε η νύφη της, πέρασε στο γάλα και στο μωρό. Και ένιωσε έναν πόνο να της τρυπά το κορμί γιατί δεν ήθελε να κάνει κακό στο μωρό. Έναν πόνο τόσο σκληρό, που ένιωθε σαν να πήγε μια ώρα αρχύτερα στην κόλαση. Και έφυγε από το σπίτι όπως όπως με την νυχτικιά και με τις παντόφλες και όσοι ήταν ξύπνιοι εκείνη την ώρα και την είδαν έκαναν τον σταυρό τους. Τρελάθηκε, είπαν, σαν τον πεθερό της. Ότι το σκάει σαν τον άντρα της. Ότι την κυνηγά ο γιος της είπαν που ήταν από πίσω της και έτρεχε και αυτός αλαφιασμένος. Ότι πληρώνει τις αμαρτίες της, είπε ο δάσκαλος, που ήξερε δύο γράμματα παραπάνω.

Η Φρόσω έφτασε στο σπίτι τους, μα δεν ήταν κανείς εκεί. Ο Νικολής της είπε ότι ήταν ήδη στο νεκροταφείο. Δεν το πολυσκέφτηκε και συνέχισε να τρέχει, να βιαστεί, να προλάβει. Να το δει με τα μάτια της. Να ζητήσει συγγνώμη πριν μπουν και οι δύο κάτω από το χώμα.

Έφτασε στο νεκροταφείο και είδε την συμπεθέρα της να στέκεται πάνω από δύο φρεσκοσκαμμένους τάφους. Πάνω είχε ακουμπήσει μερικά φρεσκοκομμένα λουλούδια. Την είδε να κλαίει και την πλησίασε αργά. Η συμπεθέρα της σήκωσε βαριά την ματιά της και την αγριοκοίταξε. Τα ήξερε όλα, μα άφησε την Φρόσω να απολογηθεί. Τα συγγνώμη που άκουσε, τα έθαψε και αυτά κάτω από το χώμα. Της είπε πως ό,τι έγινε δεν αλλάζει. Πως τα δύο παλικάρια που ήπιαν χτες στο γλέντι το λικέρ της, δεν ξαναγυρίζουν πίσω. Πως ήταν εκεί να αφήσει τα λουλούδια στους τάφους τους, γιατί την έτρωγαν οι τύψεις που αυτή τα κέρασε το ποτό. Πως η κόρη και η εγγονή της θα ήταν τώρα κάτω από το χώμα. Πως κατάλαβε τι ήταν το δώρο που πήγε να κάνει στην κόρη της. Κατάλαβε ποιο ήταν το περιβόητο λικέρ της Φρόσως. Και πόσοι ακόμα από αυτούς που ήταν θαμμένοι από κάτω τους ή χαμένοι στα δάση και τα βουνά να ήταν άραγε θύματά δικά της…

Ο γιος της, ο Νικολής, τα άκουσε όλα. Ήταν συνεννοημένος με την πεθερά του να πουν ψέματα στην Φρόσω. Η γυναίκα του με το μωρό και τον παπά είχαν φύγει πριν λίγο να πάνε στον γιατρό στην πόλη. Οι δύο τους το αποφάσισαν την ώρα που έθαβαν τα παλικάρια. Σύνδεσαν όλα τα κομμάτια. Από την αρχή της ιστορίας της Φρόσως. Και την έφεραν για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τις συνέπειες των πράξεών της. Ο Νικολής πλησίασε και την είπε για τελευταία φορά μάνα. Μετά της ζήτησε να φύγει για πάντα από εκεί. Και να μην ξαναγυρίσει ποτέ.

Η Φρόσω έφυγε αλαφιασμένη και γύρισε στο σπίτι. Έπιανε την καρδιά της και μούγκριζε όσο μάζευε τα πράγματά της σε μια βαλίτσα. Είχε θολώσει το μυαλό της από όσα είχαν γίνει. Πιάστηκε κορόιδο. Ποιος; Η Φρόσω. Ο φόβος και ο τρόμος του χωριού. Πιάστηκε στα πράσα. Από ποιον; Από τον γιο της. Που τον μεγάλωσε μόνη της. Έκλαιγε και έβριζε και πήγαινε πάνω κάτω. Δεν την χωρούσε ο τόπος. Περίμενε το αμάξι που ειδοποίησε να έρθει να την πάρει. Από ώρα σε ώρα θα έφευγε. Μια για πάντα. Να τους άδειαζε την γωνιά. Έπιασε ένα ποτήρι, έβαλε νερό και κατάπιε τα φάρμακά της. Θα έσκαγε, το ένιωθε. Θα έσκασε ολόκληρη. Θα έσκαγε το εγώ της.

Χτύπησε. Ξαναχτύπησε. Καμιά απάντηση. Ο νεαρός φώναξε το όνομά της και πως ήταν έτοιμο το αμάξι. Χτύπησε ξανά την πόρτα. Τίποτα. Η κυρά Φρόσω δεν μπορούσε να απαντήσει. Ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Όταν έβαλε νερό για να πιει τα χάπια της, δεν είχε δει πως έβαλε στο ποτήρι από το μπουκάλι με το λικέρ της. Και μόλις το κατάπιε και γεύτηκε το δηλητήριό της, κατάλαβε ότι αυτό ήταν το τέλος της. Το λικέρ της κυρά Φρόσως είχε πια τελειώσει. Και το τελευταίο θύμα της ήταν αυτή η ίδια.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading