Σ’ αγαπώ γιατί…

Η Δήμητρα μέτραγε ήδη εξήντα χρόνια ζωής. Μία γυναίκα της διπλανής πόρτας, διαζευγμένη, ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε πάρει διαζύγιο από την οικογένειά της και αυτό το έφερε βαριά στην ψυχή της. Καμία άλλη δεν είχε φτάσει στον χωρισμό, όσο άσχημα να πέρναγε. Τι θα έλεγαν οι γονείς της αν ζούσαν; Άγνωστο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα ήθελαν να βλέπουν την κόρη τους ευτυχισμένη και χαρούμενη και αφού τα μάτια της είχαν πάψει να λάμπουν από καιρό, καλά έκανε και χώρισε! Ναι, έτσι θα έλεγε η μάνα της, για τον πατέρα της κρατούσε τις επιφυλάξεις της. αλλά ποιος λογικός πατέρας θέλει να βλέπει την μικρή του κόρη, που της έχει και αδυναμία, να υποφέρει; Αυτά σκεφτόταν για να χρυσώσει το χάπι που ήταν επακόλουθο του αποτυχημένου γάμου της.

Όμορφη δεν την έλεγες, ούτε και άσχημη, ούτε ψηλή, μα ούτε και κοντή. Μία συμπαθητική φυσιογνωμία αντανακλούσε τα πρωινά στον καθρέφτη, μία γρήγορη, κλεφτή ματιά και πάντα ήταν έτοιμη για την οποιαδήποτε έξοδό της. Απλή και αμακιγιάριστη τις περισσότερες φορές. Μέικ απ και κονσίλερ κάλυπταν το πρόσωπό της σε κανένα γάμο μόνο και πολύ της ήταν.

Τα τελευταία χρόνια ήταν για αυτήν ένα στοίχημα ζωής, ότι θα τα κατάφερνε να επιβιώσει μόνη της και ύστερα από πολύ καιρό είχε φέρει την ζωή στα μέτρα της, όπως επιθυμούσε από τα νιάτα της, δουλειά λίγες ώρες, βόλτες με τον σκύλο, καφέ με τις φίλες και φυσικά θάλασσα και κολύμπι.

Όταν η δεκαετία των εξήντα, της χτύπησε την πόρτα, ούτε που πανικοβλήθηκε, αντίθετα την καλωσόρισε με χαμόγελο, ‘ίσως αυτή την φορά να σταθώ πιο τυχερή’ σκέφτηκε όταν έσβησε τα κεράκια της τούρτας της. Ποτέ δεν ξέρεις!

Εκείνο το πρωινό του τελευταίου Σαββάτου του Σεπτέμβρη, μπήκε στο αμάξι της και τελείως αυθόρμητα βγήκε στην παραλιακή. Το αυτοκίνητο είχε μάθει τον δρόμο και πήγαινε μόνο του, πότε στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πότε στο Καβούρι. Στο πορτ μπαγκάζ η καινούρια της πολυθρόνα περίμενε να βγει έξω και να σταθεί πότε κάτω από τα αλμυρίκια και πότε πάνω στην άμμο ακριβώς δίπλα στο κύμα. Έτσι και εκείνη την ημέρα, που ο ήλιος έπαιζε το κρυφτό του με τα σύννεφα και ένα βοριαδάκι φυσούσε αρκετά, κάνοντας τα σπίτια της Αίγινας απέναντι να φαίνονται ξεκάθαρα, φτάνοντας στο Καβούρι, πάρκαρε το αμάξι με μεγάλη ευκολία κάτω από ένα δέντρο. Πού τέτοια τύχη ένα μήνα πριν! Με το που αντίκρυσε την παραλία, σχεδόν άδεια, προχώρησε μπροστά με τόση χαρά κι ας φύσαγε. Με μια γρήγορη ματιά μέτρησε σε ολόκληρη την ακτή δέκα άτομα. Αισθάνθηκε τέτοια ευγνωμοσύνη, γιατί σε πολύ λίγο χρόνο μπορούσε να βρίσκεται εκεί που η ψυχή της αναπαύεται.

Η καρεκλίτσα της είχε στο πλάι δύο θήκες για το κινητό της, για τα γυαλιά της και μία για τον καφέ. Αρχικά αυτή η αγορά της είχε φανεί ακριβή, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε, τελικά θα έκαναν καλή παρέα μαζί! Ευτυχώς η τσάντα της θαλάσσης ήταν και αυτή εύκαιρη, πάντα σε ετοιμότητα, φόρεσε το μαγιό της, ακούμπησε το βιβλίο της στα πόδια και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άφησε τα μάτια της να περιπλανηθούν στο γαλάζιο της θάλασσας. Ένα ελαφρύ αεράκι, τόσο δροσερό και ευχάριστο της χάιδεψε τα μάγουλα. Ένιωσε σαν να την χαϊδεύει ένα αγαπημένο χέρι, κατά προτίμηση αντρικό, όπως τότε που ήταν ερωτευμένη, στα πολύ νιάτα της. Μόνο που αυτό το χάδι δεν θα την πρόδιδε ποτέ! Τι πιο ωραίο από το να βρίσκεται εκεί που η ψυχή και το σώμα μαζί είναι ελεύθερα, που το μυαλό κι αυτό ακολουθεί την ροή του νερού!

Έβαλε τα γυαλιά της και άρχισε το διάβασμα, με το που ξεπήδησαν οι πρώτες λέξεις από το βιβλίο, αυτομάτως άρχισαν και οι ιδέες να κατεβαίνουν. Τόσο καιρό ήταν μπλοκαρισμένες, φυλακισμένες, τόσους μήνες παρακαλούσε για ένα θαύμα, να φανερωθεί επιτέλους ένας δρόμος ανοιχτός για τον μετέπειτα καιρό. Πολλές φορές της είχε περάσει από το μυαλό τι θα έχει να θυμάται στα γεράματα; Ποιες ήταν οι χαρές που είχε βιώσει τα τελευταία χρόνια; Και αν έφευγε από την ζωή, τι θα άφηνε πίσω της; Ίσως ένα σπίτι γεμάτο με πράγματα που τα περισσότερα θα φαίνονταν άχρηστα στην κόρη της. Κι αν εκείνο, κι αν το άλλο; Και οι λογισμοί έκαναν πάρτι και την ταλαιπωρούσαν για πολλά χρόνια. Και ήρθε ένα αεράκι να ξεδιαλύνει το σκοτάδι, να βάλει τις σκέψεις στην θέση τους. Τι θα ήθελε να κάνει από δω και πέρα; Μα φυσικά να ζήσει ακόμη πιο απλά! Εκείνη ήταν ο αρχηγός του παιχνιδιού, όπως εκείνη ήταν υπαίτια για τα λάθη της. Ό,τι έγινε έγινε, καλώς ή κακώς δεν αλλάζει πια! Εκείνη θα όριζε πώς θα περάσει τα επόμενα χρόνια της, όσα και να είναι αυτά.

Ένα κυματάκι ήρθε και της έγλειψε τα πόδια και σε πολύ λίγο βρέθηκε μέσα στο δροσερό νερό. ‘Αχ τι ωραία που είναι, ούτε στο πιο πολυτελές σπα να ήμουν!’, σκέφτηκε με το μυαλό της. Με τις πρώτες απλωτές βρέθηκε κιόλας αρκετά μέσα και όσο κολύμπαγε τόσο πιο ανάλαφρη ένιωθε. Στο βάθος μερικά ιστιοπλοϊκά διέσχιζαν την θάλασσα, τι πιο ωραίος καιρός με λίγο αεράκι για να γνωρίσει κανείς την τέχνη την ναυτική! Γύρισε το κεφάλι προς την ακτή, ήταν η μόνη που κολύμπαγε, τι καλά! Πριν ένα μήνα, ακόμη και μέσα στην θάλασσα έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλο. Εκείνη την στιγμή της ήρθε μία ιδέα. Τι δώρα να κάνει στις φίλες της πριν τα Χριστούγεννα. Κάθε χρόνο μαζεύονται στο σπίτι της αγαπημένης της φίλης που ακούει στο όνομα Κατερίνα, λίγο μετά την γιορτή της και της στολίζουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Φυσικά έπονται τα πολύ ωραία εδέσματα και γλυκά για να γιορτάσουν την φίλη τους. Μετά γίνεται η ανταλλαγή των δώρων, που τις περισσότερες φορές είναι χειροποίητα. Για φέτος θα τους φτιάξει χριστουγεννιάτικες ζωγραφιές αποτυπωμένες σε χοντρό χαρτί και θα τα δώσει για πλαστικοποίηση, να γίνουν σουπλά (sous plat), να τρώνε σε αυτά και να την θυμούνται. Όχι ότι χρειάζονται δώρα για την έχουν στο μυαλό τους, ίσα ίσα το αντίθετο. Μετά σκέφτηκε τι δώρο να κάνει στην κόρη της που γιορτάζει τα Χριστούγεννα, και εκεί που κολυμπούσε, ένα ψαράκι που πέρασε δίπλα της με τα ωραία του τα γκρίζα χρώματα της έδωσε την ιδέα, να της φτιάξει ένα βιβλίο που θα γράφει απ’ έξω το όνομά της με χρυσά γράμματα ‘ΧΡΙΣΤΙΝΑ’. Από κάτω θα γράφει ‘Σ’ αγαπώ γιατί…’ και σε κάθε σελίδα να της γράφει με τα πιο καλλιγραφικά της γράμματα γιατί την αγαπάει…

Το είχε φανταστεί ήδη πώς θα ήταν, ποια θα ήταν η ζωγραφιά που θα συνόδευε την κάθε της σκέψη…
Σ’ αγαπώ Χριστίνα μου, γιατί είσαι ωραία.
Γιατί είσαι γλυκιά σαν μέλι.
Γιατί έχεις καλή καρδιά.
Γιατί είσαι φιλότιμη.
Γιατί είσαι δουλεταρού και αγωνίστρια.
Γιατί όταν χαμογελάς σκορπίζεις χαρά.
Γιατί είσαι δοτική.
Γιατί έχεις ελεύθερο πνεύμα.
Γιατί ξέρεις να τα βγάζεις πέρα.
Γιατί δεν τα παρατάς εύκολα.
Γιατί ξέρεις να μιλάς.
Γιατί… γιατί… ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ!

Κολυμπώντας προς την ακτή, μια γλυκιά χαρά της είχε γεμίσει το κορμί, το ίδιο βιβλίο θα έφτιαχνε και για την αδελφή της. Τι ωραία ένα βιβλίο με συναισθήματα δικά της για τις δύο πιο σπουδαίες γυναίκες της ζωής της! Κάθισε στην άμμο αφήνοντας τα πόδια μέσα στο νερό και σκέφτηκε το τι θα γράψει στην αδελφή της.

Σ’ αγαπώ αδελφή, γιατί με αγάπησες εσύ πρώτα με όλο σου το είναι..
Γιατί αν δεν ήσουν εσύ στα δύσκολα… αν δεν ήσουν εσύ να παίξεις τον διπλό ρόλο της μάνας και της αδελφής, εγώ δεν θα ήμουν εδώ τώρα.
Πολλά τα γιατί για την γυναίκα αυτή που στέκεται βράχος για όλους και δέχεται τα αλύπητα χτυπήματα των μανιασμένων κυμάτων, από τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες της ζωής χωρίς να βαρυγκωμάει. Πάντα δοτική και έτοιμη να βοηθήσει αυτή γυναίκα. Ακούραστη πραγματικά.

Ααα, και ένα τελευταίο βιβλίο θα φτιάξει η φίλη μας με μεγάλη επιμέλεια αφιερωμένο σε μία άλλη αγάπη και θα το δώσει ίσως στην πρώτη ευκαιρία που θα της δοθεί.

Μετά άρχισε το περπάτημα πάνω στην άμμο, πάνω κάτω και τα χέρια κουνιούνταν ελεύθερα, ο ήλιος την έλουζε ζεσταίνοντας γλυκά το κορμί.
Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να έχει να θυμάται ωραία πράγματα μετά από χρόνια; Να παρακολουθήσει μαθήματα τάνγκο που τόσο αγαπάει; Να ξεκινήσει γυμναστική; Μπα… δεν της πηγαίνει καθόλου. Να… να… να…; Το βρήκα!, φώναξε δυνατά, ευτυχώς ήταν μόνη εκείνη την στιγμή. Θα ταξιδέψω! Θα κάνω μερικά ταξίδια, όχι πολλά, μια Βιέννη, μια Φλωρεντία, μία Σκωτία της αρκούν. Να γνωρίσει νέους τόπους, να δοκιμάσει καινούριες γεύσεις, να περπατήσει σε πλακόστρωτα σοκάκια. Κι αν θέλει ο Θεός να πάρει το τραίνο από το Λονδίνο και να πάει στο Μπαθ με τα αριστοκρατικά του κτίρια. Εκεί που η χτυπάει η καρδιά της Τζέιν Όστιν. Να δοκιμάσει αυτό το περιβόητο αγγλικό τσάι, να γλυκαθεί με ένα κέικ “Βικτώρια”, με τα αλμυρά μικρά σάντουιτς σερβιρισμένα στα πιο ωραία πορσελάνινα πλατό στις τέσσερις το απόγευμα, ντυμένη με τα καλά της και έξω να βρέχει.

Όλα αυτά πέρασαν από την σκέψη της εκεί κάτω από τον ήλιο, ανάμεσα στα αλμυρίκια με την θάλασσα Γύρισε το κεφάλι στα πράγματά της, η καρέκλα της την περίμενε. Έσκυψε πάνω στην άμμο και με τα δάκτυλά της σχημάτισε μια καρδιά και μέσα σε αυτήν έγραψε με μεγάλα γράμματα “ΖΩ”.

Το τελευταίο βιβλίο που θα φτιάξει θα είναι για τον εαυτό της, για τα πράγματα που θα κάνει από δω και πέρα και οι σελίδες του θα είναι γεμάτες με χρυσά γράμματα και φωτογραφίες από εκείνη στα μέρη που σκοπεύει να πάει. Την τελευταία σελίδα θα την αφήσει κενή, ίσως να είναι και η τελευταία της ζωής της, αλλά τι θα πειράζει; Τίποτα δεν πάει χαμένο τελικά, εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές, εμείς καθορίζουμε την τύχη μας. Ο Θεός μας έπλασε και μας έδωσε την ελευθερία να κάνουμε τις επιλογές μας με τον σκοπό να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Και εκείνη αισθανόταν με την ψυχή της, με όλο της το είναι, ότι αυτό που είχε καταφέρει ήταν να πλησιάζει στον σκοπό της μέσα από την απλότητα που είχε επιλέξει να ζει!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading