Η Ευτυχία ήταν το ένατο παιδί της οικογένειας και εννιά ετών όταν την πούλησαν για υπηρέτρια. Με το καΐκι θα έφευγε να πάει στον Πειραιά, να γίνει μια από τις πολλές δούλες των Αθηνών. Η μάνα της δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει από την αγκαλιά της και χάιδευε τα μαλλάκια της που τα είχε πλέξει σε στεφάνι γύρω από το πρόσωπό της. Ο πατέρας της απλά στεκόταν και την κοιτούσε πριν φύγει για πάντα. Είχε καταφέρει να διώξει τρεις ακόμα από τις αδερφές της και κράτησε μόνο την μικρότερη να βοηθά στο σπίτι. Τα υπόλοιπα παιδιά ήταν γιοι, ήταν χρήσιμοι.
Να κουνάει το μωρό. Αυτή είπαν θα ήταν η δουλειά της για αρχή σε εκείνο το αρχοντικό σπίτι. Μόλις πέρασε το κατώφλι του η μικρή Ευτυχία, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι κάποιοι άνθρωποι ζούσαν έτσι. Θαμπώθηκαν τα μάτια του παιδιού από τον πλούτο, μα δάκρυσαν κι από την αδικία. Κάποιοι πεινούσαν και άλλοι δεν ήξεραν τι να πρωτοφάνε.
Το νεογέννητο ήταν ήσυχο, μα η Ευτυχία έπρεπε να κοιμάται δίπλα του κάτω στο πάτωμα, για να πετάγεται αμέσως μην ξυπνήσει η κυρία. Ένα παιδί που πρόσεχε ένα άλλο ήταν. Και όμως αυτή θα ήταν η πιο εύκολη δουλειά που θα έκανε εκεί μέσα. Γιατί όσο μεγάλωνε εκείνη, τόσο θα μεγάλωναν και τα βάρη στην πλάτη της. Αν τύχαινε όμως από την κούραση να μην ξυπνήσει αμέσως και να την πάρει χαμπάρι η κυρία της, θα της πετούσε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Μα όσο ήταν μικρή και αδύνατη, φοβόταν να την χτυπήσει πολύ, μη σπάσει κανένα κόκαλο στο καχεκτικό της σώμα.
Μόλις ξεπετάχτηκε το μωρό, την έβαλαν στην κουζίνα. Ένα σκαμνί μπροστά στον νεροχύτη ήξεραν όλες ότι ήταν για την Ευτυχία για να φτάνει να πλένει τα πιάτα. Οι υπόλοιπες κοπέλες την πρόσεχαν γιατί ήταν η πιο μικρή και ήξεραν τι θα περνούσε κι αυτή μόλις μεγάλωνε λίγο ακόμα. Για καλή της τύχη της έλεγαν ήταν ασχημούλα, γιατί μπορεί και να γλύτωνε από τους γιους των αφεντικών και τις ορέξεις τους.
Η κυρία ήταν πολύ νεαρή, συνομήλικη με κάποιες από τις υπηρέτριές της. Ψηλή, όμορφη και πάντα στολισμένη. Μα μόνο από έξω έλαμπε, γιατί μέσα η καρδιά της ήταν μαύρη. Είχε τελειώσει το σχολείο, όπως επέμενε ο άντρα της και της άρεσε να κάθεται στο καθιστικό και να διαβάζει εφημερίδα. Ήθελε να είναι ενημερωμένη για όλα. Κυρίως να μαθαίνει τα νέα καμώματα των φεμινιστριών.
«Το δικαίωμα της Κυριακάτικης άδειας», επανέλαβε και μούγκρισε η Αμαλία μόλις οι υπηρέτριες στάθηκαν μπροστά της και ζήτησαν να πηγαίνουν στην Σχολή της Κυριακής. Δεν φτάνει που μια φορά τον μήνα τις άφηνε και πήγαιναν εκκλησία. Τώρα θα έλειπαν και δύο ώρες το μεσημέρι. «Αυτά είναι για τις καταπιεσμένες! Εσείς τι είστε;».
«Εμείς…»
«Αντιμιλάς, Ευτυχία! Αλλά πάντα έτσι ήσουν. Ανακατώστρα! Δέκα χρόνια εδώ μέσα σε ταΐζω, σε ποτίζω, σε φροντίζω. Όλες είστε αχάριστες! Φύγετε από μπροστά μου!» πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα και την έσκισε με τα τακούνια της.
Η Αμαλία πίστευε ότι η συμπεριφορά της ήταν καλύτερη από τις άλλες κυρίες. Εκείνη τα έντυνε ζεστά τα κορίτσια τον χειμώνα με τα φθαρμένα της παλτά και τηρούσε την υποχρέωση των δύο φορεμάτων τον χρόνο. Κρέας έτρωγαν στις γιορτές, μα τις καθημερινές δεν τις είχε μόνο με ελιές και κρεμμύδι. Τα μάθαινε τι έκαναν οι φίλες της στα δικά τους δουλικά. Και ένιωθε τόσο χαζή για όσα είχε προσφέρει σε αυτές τις κοπέλες που τώρα τολμούσαν και ζητούσαν ακόμα περισσότερα.
Η δουλειά ξεκινούσε νωρίς το πρωί και τελείωνε αργά το βράδυ. Έβγαιναν ανά δύο για να κάνουν τα ψώνια του σπιτιού, φορώντας και έξω τις μακριές ποδιές, για να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα κορίτσια ότι αυτές είναι υπηρέτριες. Έπλεναν τις αυλές, σκούπιζαν το πεζοδρόμιο, ετοίμαζαν το φαγητό, πρόσεχαν το μικρότερο παιδί και καθάριζαν όλο το σπίτι. Τα μεγαλύτερα κορίτσια ικανοποιούσαν τις ανάγκες των δύο γιων που εναλλάξ ρίχνονταν στις υπηρέτριες. Η κυρία έκανε τα στραβά μάτια, γιατί τουλάχιστον δεν έβγαιναν έξω να μην ξέρει πού γυρίζουν τα βλαστάρια της. Τα κορίτσια της ήταν καθαρά. Τόσα άκουγε. Μόνο την Ευτυχία δεν πλησίαζαν, γιατί δεν ήταν όμορφη σαν τις υπόλοιπες. Το μόνο ωραίο πάνω της στα δεκαεννιά της χρόνια, ήταν το στεφάνι από πλεξούδες που έκανε στα μαλλιά της και το στερέωνε πάνω στο κεφάλι της.
Όταν άρχισε να λιποθυμάει μια από τις υπηρέτριες, η Αρετή, οι υπόλοιπες κοπέλες ήξεραν τι είχε συμβεί.
«Πρώτα οι εμετοί, τώρα οι λιποθυμίες. Όπου να ‘ναι θα φουσκώσει η κοιλιά», συζητούσαν αναστατωμένες μεταξύ τους οι κοπέλες.
Και έτσι ήταν. Όταν το έμαθε η Αμαλία έγινε έξαλλη. Κάποιο από τα αγόρια της είχε κάνει την ανοησία. Μα δεν θα καθόταν να μεγαλώσει το παιδί που σπείρανε σε μια φτωχή. Την διέταξε όταν γεννήσει να το δώσει στο βρεφοκομείο, όπου εκεί πήγαιναν και οι άλλες υπηρέτριες τα μωρά τους. Στον άντρα της δεν είπε τίποτα. Συχνά τον άφηνε σε άγνοια, γιατί αυτός ήταν ικανός να το αφήσει να μεγαλώσει μαζί τους, αν μάθαινε ότι ήταν ενός από τους γιους τους. Τόσο αγαθός ήταν ο άντρας της. Αν δεν ήταν η Αμαλία να κρατά τις ισορροπίες, αυτός ήταν ικανός να γίνει φίλος με τις δούλες του. Διέταξε την Αρετή να δουλεύει στους στάβλους, όπου εκεί δεν πατούσε το πόδι του ο κύριος και να μπαίνει ξανά στο σπίτι από την πίσω μεριά για να χωθεί ξανά στο υπόγειο που ήταν τα δωμάτιά τους.
Ευτυχώς την μέρα που γεννούσε η Αρετή έλειπε ο κύριος, σκεφτόταν η Αμαλία, όσο πήγαινε ανάστατη πάνω κάτω στο σαλόνι. Όλο το σπίτι άκουγε τις φωνές που έβγαιναν από τον στάβλο. Τα είχε πει ένα χεράκι στα αγόρια της να είναι πιο προσεκτικά. Να μην επαναληφθεί αυτό το πράγμα, όπως τους τόνισε. ‘Καθαρές δουλειές!’ ήταν οι τελευταίες της λέξεις πριν τους διώξει από μπροστά της.
Τα κορίτσια ήταν όλα πάνω από την Αρετή και την ηλικιωμένη μαία που φώναξε η κυρία για να πάρει το μωρό μόλις γεννηθεί. Τώρα οι κραυγές σταμάτησαν. Η Αμαλία τέντωσε το αυτί της στο παράθυρο. Το μωρό είχε γεννηθεί. Με την εφημερίδα κάτω από την μασχάλη βγήκε έξω και σήκωσε το φόρεμά της για να μπει στον στάβλο. Κόντευε τα φτάσει στο τέλος αυτό το χάλι. Έμενε μόνο η πληρωμή της μαίας για να εξαφανίσει κάθε στοιχείο αυτού του ρεζιλέματος.
Μπαίνοντας μέσα στον στάβλο, αντίκρυσε τον άντρα της που γύρισε εκτάκτως νωρίτερα και άκουσε τις φωνές, να κρατάει στην αγκαλιά του τυλιγμένο το μωρό. Κόντεψε να χάσει τα λογικά της η Αμαλία. Σίγουρα αυτές του είπαν την αλήθεια. Και ο πονόψυχος το πήρε και αγκαλιά, το δέχτηκε δηλαδή για εγγόνι του.
«Ποια μίλησε;» ρώτησε η Αμαλία, σφίγγοντας τα δόντια από τα νεύρα της. Καμία δεν απάντησε. «Εσύ, επαναστάτρια της κακιάς ώρας, εσύ που όλο κόντρα μου πας!», όρμησε πάνω στην Ευτυχία και άρχισε να την βαράει με την εφημερίδα.
Ο κύριος έδωσε το μωρό στην μαία για να πιάσει την γυναίκα του, που τώρα τραβούσε το κορίτσι από το στεφάνι που είχε στα μαλλιά της. Μα αυτή δεν σταματούσε με τίποτα. Τα κορίτσια ούρλιαζαν και προστάτευαν με το σώμα τους την Αρετή, που ήταν ακόμη ξαπλωμένη πάνω στα άχυρα. Με κόπο κατάφερε να ξεκολλήσει την γυναίκα του πάνω από την Ευτυχία, που τώρα ήταν και αυτή πεσμένη στο πάτωμα και έκλαιγε όπως οι υπόλοιπες. Ακόμα έβριζε η Αμαλία, όσο την έσερνε μέσα στο σπίτι ο άντρας της. Η μαία κρατώντας το μωρό στα χέρια, είδε τα κορίτσια να σηκώνονται πάνω από το νεκρό σώμα της Αρετής. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος με την έφοδο της Αμαλίας, τους εξήγησε μετά. Πως δεν είχε προλάβει να τακτοποιήσει την κοπέλα όπως έπρεπε. Τώρα ήταν αργά.
Η Ευτυχία πήρε το μωρό που έκλαιγε στα χέρια της και του ζήτησε συγγνώμη. Ζήτησε συγγνώμη που θα μεγάλωνε χωρίς τη μαμά του. Που δεν πρόλαβε να χαρεί την αγκαλιά και τα φιλιά της. Του υποσχέθηκε ότι θα παλέψει για αυτό. Πήγαν και τα είπαν όλα στον κύριο. Η Αμαλία ήταν κλειδωμένη στο δωμάτιό της για να μην μπορεί να βγει έξω. Οι τσιρίδες της ακούγονταν όση ώρα μιλούσαν τα κορίτσια. Ο κύριος είπε ότι θα κανόνιζε με κάθε σεβασμό την ταφή της Αρετής και τις ρώτησε τι ήθελαν να γίνει με το μωρό. Υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να το πάει η μαία στο βρεφοκομείο.
«Εγώ θα το κρατήσω», είπε η Ευτυχία και όλες συμφώνησαν.
Όσα κορίτσια έμειναν εκεί τα επόμενα χρόνια, βοήθησαν την Ευτυχία στο μεγάλωμα του παιδιού. Παρόλο που η ίδια που είχε φροντίσει το μωρό της οικογένειας όταν πρωτοπήγε εκεί και ήξερε τι έπρεπε να κάνει, έβαλαν όλες το χέρι τους στην ανατροφή του προς τιμήν της Αρετής. Τα κατάφεραν και έγινε ένα καλό και τίμιο παλικάρι.
Τα επόμενα χρόνια, κάποιες έφυγαν και πήγαν σε άλλες οικογένειες ή παντρεύτηκαν άντρες που είχαν γνωρίσει στην αγορά όταν έβγαιναν για ψώνια. Ο κύριος τις προίκισε όλες παρόλο που αυτό δεν το έκανε τότε κανείς.
Παρά τις διαμαρτυρίες της Αμαλίας που έβγαζε αφρούς με την συμπεριφορά του άντρα της προς τις υπηρέτριες, εκείνος έκανε πάντα αυτό που θεωρούσε σωστό, ακόμα κι αν η εποχή του έλεγε το αντίθετο.
«Νέες υπηρέτριες ήρθαν στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία. Κανονίστε να σας αλλάξω τώρα!», στερέωσε καλύτερα τα γυαλιά της η Αμαλία όσο διάβαζε την εφημερίδα της.
Μισός αιώνας σχεδόν είχε περάσει σε εκείνο το σπίτι μαζί με τις υπηρέτριές της και ακόμα τις απειλούσε. Στα πενήντα της μπορεί να μην είχε την ίδια δύναμη να τις χτυπά, μα είχε ακόμη την ίδια φαρμακερή γλώσσα και μνήμη. Θα ήθελε να ξεχάσει ότι το αγόρι της Ευτυχίας το έβαλε σε καλή θέση στα καράβια ο άντρας της. Σαν να ήταν γνήσιο αίμα τους και όχι το παιδί μιας υπηρέτριας. Το αποκατέστησε με όλες τις τιμές και του χάρισε ένα λαμπρό μέλλον. Όπως έκανε με όλους τους κακομοίρηδες του κόσμου.
«Θα βγάλετε βιβλιάρια ταυτότητας», είπε η Αμαλία διαβάζοντας τα νέα στην εφημερίδα. «Με έλεγχο ποινικού μητρώου, λέει, και αποτυπώματα. Πρώτη φορά το ακούω. Για να μην νομίζετε ότι είστε σαν εμάς», γέλασε η Αμαλία και σηκώθηκε με το μπαστούνι της να βγει στον κήπο. Η Ευτυχία ξεσκόνιζε το σαλόνι και δεν γύρισε να την κοιτάξει. Αυτό το μπαστούνι ήταν το νέο όπλο της Αμαλίας αλλά πλέον προτιμούσε τα νεότερα κορίτσια.
Ο κύριος είχε πια πεθάνει. Τα πράγματα είχαν αγριέψει ξανά, γιατί δεν ήταν αυτός εκεί πλέον να συγκρατεί την γυναίκα του. Ειδικά όσο γερνούσε η Αμαλία, γινόταν ακόμα χειρότερη. Μα η Ευτυχία μόνο με ηρεμία απαντούσε σε όλες τις κακίες της. Γιατί πίστευε ότι ακόμα κι αν τις χώριζε ένας ολόκληρος κόσμος, ο σεβασμός ήταν που ξεχώριζε τους πλούσιους από τους φτωχούς. Τους πλούσιους στην καρδιά και του φτωχούς στο πνεύμα.
Έφτανε πια τα εξήντα η Ευτυχία και μόλις τελείωνε την δουλειά στο σπίτι, κλεινόταν στην αποθήκη που είχε μετατραπεί σε χώρο υπηρεσίας μετά από απαίτηση του κυρίου. Ήταν το τελευταίο δώρο που άφησε στις γυναίκες πριν φύγει από την ζωή τους. Ένας στενός διάδρομος συνέδεε την αποθήκη με το υπόλοιπο σπίτι και τις έβγαζε κατευθείαν από τα δωμάτιά τους στην κουζίνα. Εκεί στον διάδρομο σταματούσαν για να πουν γρήγορα τα νέα τους και όσα δεν ήθελαν να ακούσει κανείς άλλος. Οι δουλειές ήταν οι ίδιες, καθαριότητες στο σπίτι, ψώνια στην αγορά. Μα το πιο σημαντικό στην καθημερινότητά τους ήταν να αποφεύγουν το μπαστούνι της κυρίας. Γιατί αν δεν ήταν εκεί η Ευτυχία να μπει μπροστά, ο πόνος ήταν όλος δικός τους.
Νέα κορίτσια ήρθαν, τα παλιά έφυγαν. Η Ευτυχία ήταν η τελευταία που είχε μείνει από το προσωπικό και είχε στην ευθύνη της πλέον να γηροκομήσει την κυρία της. Στα εννιά της που μπήκε εκεί, φρόντιζε το μωρό της και τώρα στα εβδομήντα οκτώ, φρόντιζε την ίδια. Ο κύκλος της ζωής κάποια στιγμή θα ολοκληρωνόταν. Το τέλος μπορεί να αργούσε, μα θα ερχόταν.
Η Ευτυχία μπήκε αργά στο δωμάτιο, κρατώντας έναν δίσκο που έτρεμε στα χέρια της. Ζεστό τσάι άχνιζε από το φλυτζάνι. Η Αμαλία δεν της επέτρεπε να φέρνει το τσάι της χωρίς δίσκο, παρόλο που ήξερε ότι θα ήταν πιο εύκολο για την Ευτυχία να κρατάει μόνο την κούπα. Ακόμα και στα τελευταία της πρόσεχε να μην διευκολύνει σε τίποτα την υπηρέτριά της. Μια νεαρή κοπέλα που καθόταν δίπλα της στην πολυθρόνα, είχε ακουμπισμένη στην ποδιά της την εφημερίδα και της διάβαζε τα νέα.
«Φτάνει, φτάνει», φώναξε η Αμαλία. «Δεν μπορώ να ακούω άλλο για την Σπυριδούλα!»
Δεν ήξεραν αν δεν άντεχε να ακούει άλλο τα βασανιστήρια της κοπέλας που είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο ή αν είχε τρομάξει που είχαν πιάσει τα αφεντικά της. Έπρεπε να έρθει στο φως της δημοσιότητας αυτή η φριχτή υπόθεση για να κερδίσουν οι υπηρέτριες την συμπάθεια του κόσμου και να αποκαλυφθούν οι τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν. Το όνομα της Σπυριδούλας θα έμενε αιώνια χαραγμένο στην μνήμη των ανθρώπων ως το σύμβολο θυσίας στα χέρια των αδίστακτων αφεντικών.
Για να έρθουν οι αλλαγές στην ζωή των υπηρετριών, χρειάστηκαν πάρα πολλά χρόνια και πάρα πολλά αργά βήματα. Τώρα η Ευτυχία ζούσε πλέον στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Έναν χρόνο τώρα μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, μίλησε σε πάρα πολλές γυναίκες και επηρέασε πολλές ζωές. Ο Θεός της έδωσε χρόνο για να καταφέρει να πετύχει την αποστολή της. Η κυρία της είχε πεθάνει εφτά χρόνια πριν. Και εκείνη είχε το θείο δώρο του χρόνου στα χέρια της, μα το πέταξε αναξιοποίητο στο τέλος. Δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη στην Ευτυχία, ούτε σε καμία άλλη κοπέλα που είχε στην δούλεψή της.
Τα βράδια η Ευτυχία αποκοιμόταν αγκαλιά με παλιά γράμματα που έστελναν οι αδελφές της. Ευχαριστούσε τον Θεό που είχαν καταφέρει να φύγουν από τα σπίτια που ζούσαν και δεν ήταν πια υπηρέτριες. Που είχαν καταφέρει να κάνουν τις δικές τους οικογένειες. Ευχαριστούσε τον Θεό που όταν έφυγε η μάνα της από την ζωή, είχε προλάβει να μάθει ότι ήταν καλά και έκλεισε επιτέλους ανακουφισμένη τα μάτια της. Ευχαριστούσε τον Θεό που μόνο η Αμαλία άπλωσε τα χέρια πάνω της και όχι οι γιοι της. Που ποτέ δεν την άγγιξε άντρας κι όμως άκουσε να την λέει ‘μαμά’ το αγόρι της Αρετής. Που πάντα την θυμόταν αυτήν την κοπέλα και την μνημόνευε και την ευχαριστούσε για το παιδί που της χάρισε. Ευχόταν εκείνη όπως και όλες οι υπόλοιπες να ανταμείφθηκαν για τα μαρτύριά τους. Ευχαριστούσε τον Θεό που την άφησε να ζήσει τόσα χρόνια και να προστατεύσει όσα περισσότερα κορίτσια μπορούσε. Που κατάφερε και κάτι άλλαξε στην ζωή τους. Κι ας ήταν μια απλή υπηρέτρια.
Μια υπηρέτρια που έκρυβε μέσα της μια επανάσταση. Μια υπηρέτρια που έζησε έναν ολόκληρο αιώνα για να προλάβει την απαγόρευση εργασίας σε υπηρέτριες μικρότερες των δεκατεσσάρων ετών. Μια υπηρέτρια που έζησε εκατό χρόνια, για να προλάβει να δει την αλλαγή που θα μπορούσε να κάνει τότε όλη της την ζωή διαφορετική. Και το στεφάνι που φορούσε μικρή στα μαλλιά της, μπορεί να είχε χαθεί πια. Μα όταν έκλεισε για πάντα τα μάτια, της χάρισε ο Θεός ένα καινούργιο, για να κοσμεί αιώνια το κεφάλι της. Το στεφάνι της Ευτυχίας δεν θα σταματούσε να λάμπει ποτέ.
CC
