Η άκρη του σταυρού του

Η Άννα ξύπνησε απότομα από το χτύπημα της πόρτας. Κοίταξε το ρολόι πάνω στο κομοδίνο της. Ήταν 10 η ώρα το πρωί. Άκουσε τον άντρα της να φωνάζει το όνομά της από την εξώπορτα. Μα εκείνος της είχε πει ότι θα γυρνούσε αργά το βράδυ. Κάτι είχε αλλάξει. Κάτι είχε συμβεί.

Ο Χάρης, ήταν ο άντρας της ζωής της. Γνωρίστηκαν στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου και δεν χώρισαν ποτέ. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αν και η Άννα τον βασάνισε λίγο με τα νάζια της στην αρχή. Όταν όμως έπεσε στην αγκαλιά του, ήταν σαν να έπεσε στον παράδεισο. Ήταν μαζί σε όλα. Δεν πήγαινε πουθενά ο ένας χωρίς τον άλλον. Έτσι έζησαν και όλη τους την ζωή. Τελείωσαν μαζί το πανεπιστήμιο και στην ορκωμοσία της έκανε πρόταση γάμου. Η Άννα πετούσε από την χαρά της, δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο ευλογημένη ήταν που θα γινόταν γυναίκα αυτού του ανθρώπου. Όχι, δεν ήταν ο άντρας που με την εξωτερική του ομορφιά τραβούσε όλα τα βλέμματα. Αλλά εκείνη μύρισε την ψυχή του που μοσχοβολούσε όλες τις αρετές. Η καρδιά του την κέρδισε.

Ο Χάρης ήταν ένας πράος, ήσυχος άνθρωπος, χαμηλών τόνων, που ποτέ δεν σήκωσε την φωνή του σε κανέναν. Ένας τίμιος, εργατικός άντρας, που βοηθούσε τους γύρω του και πρόσφερε όπου υπήρχε ανάγκη. Της χάρισε δύο όμορφα αγόρια και μια υπέροχη ζωή. Δούλευαν στην ίδια εταιρεία για να μπορούν να βλέπονται όσο τον δυνατόν περισσότερο. Τα ωράριά τους δεν ήταν πάντα ίδια, ούτε εργάζονταν στο ίδιο γραφείο, όμως τους έφτανε να ξέρουν ότι βρίσκονται στο ίδιο κτήριο. Ότι είναι κοντά ο ένας στον άλλον.

Όταν τα παιδιά τους μεγάλωσαν, σπούδασαν και παντρεύτηκαν και αυτά, έφυγαν στο εξωτερικό με τις οικογένειές τους. Τέσσερα όμορφα εγγόνια τους χάρισαν και η Άννα με τον Χάρη τους επισκέπτονταν όποτε μπορούσαν. Οι νύφες της την λάτρευαν, πράγμα όχι τόσο συνηθισμένο αλλά αναμενόμενο. Η Άννα ήταν διακριτική και σεβόταν τις νέες οικογένειες των παιδιών της, χαιρόταν με τις χαρές τους και ήταν δίπλα τους στα δύσκολα. Είχε μεγαλώσει τα αγόρια με τις ίδιες ηθικές αξίες που γνώρισε στον πατέρα τους και δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο περήφανη.

Στα εξήντα τους, ο Χάρης αρρώστησε από αυτήν την ασθένεια που ούτε το όνομά της δεν έλεγαν. Η Άννα βγήκε πρόωρα στην σύνταξη για να τον φροντίσει, παρά τις αντιδράσεις του. Εκείνος άντεξε λίγους μήνες ακόμα στην δουλειά και συνταξιοδοτήθηκε και αυτός. Κάποιες μέρες ήταν υποφερτές και άλλες δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.

«Μαζί σου θα φύγω», του είπε ένα βράδυ που την είχε αγκαλιά στο κρεβάτι.

«Μα τι λες; Τα παιδιά και τα εγγόνια μας δεν τα σκέφτεσαι;»

«Μεγάλωσαν πια και αυτά. Στο λέω. Μαζί σου θα έρθω».

«Και πού το ξέρεις αυτό;»

«Έχω κάνει συμφωνία», έδειξε με το δάχτυλό της τον ουρανό.

«Μάλιστα», γέλασε. «Μήπως πρέπει να πας να εξομολογηθείς την Κυριακή τα σχέδιά σου;»

«Του τα έχω ήδη πει».

«Τι ακούει και αυτός ο παπάς!».

«Ξέρει πόσο σε αγαπώ, δεν με παρεξηγεί».

«Βρε, ναι, αλλά εγώ δεν θέλω να σκέφτεσαι έτσι. Βλέπω πόσο νευρική είσαι αυτές τις μέρες. Βλέπω ότι τον σταυρό που σηκώνω, έρχεσαι από πίσω και σηκώνεις και εσύ την άκρη του. Ό,τι περνάω εγώ το περνάς και εσύ. Είμαστε ένα. Όμως εμένα το καντήλι μου στερεύει. Και είσαι νέα, κορίτσι μου».

«Φοβάμαι».

«Το ξέρω», την έσφιξε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του.

«Και αυτό το ταξίδι τώρα με τον Τάκη. Είναι ανάγκη να πας;»

Ο Χάρης ήξερε ότι αυτό το ταξίδι θα ήταν το τελευταίο του. Αλλά δεν ήθελε να της εξηγήσει ότι ήθελε να πάει ένα διήμερο για ψάρεμα με τον κολλητό του γιατί θα ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.

«Σου υπόσχομαι ότι θα γυρίσω», καθησύχασε τους φόβους της.
«Κι αν γίνει κάτι εκεί που θα είσαι μακριά;»

«Δεν πρόκειται να φύγω χωρίς να σου πω αντίο. Στο υπόσχομαι».

«Κι εγώ υπόσχομαι, λοιπόν, ότι θα φύγω μαζί σου. Δεν θα μου ξεφύγεις! Θα πιαστώ από τον σταυρό σου!» του είπε και έτσι κοιμήθηκαν ανακατεύοντας τα γέλια με τα δάκρυά τους.

Η ημέρα για το ταξίδι έφτασε. Η Άννα ήταν κατσουφιασμένη και φρόντιζε να το δείχνει, μπας και του αλλάξει γνώμη. Είχε έναν παράξενο πόνο στο στήθος εκείνο το πρωινό. Έκλεισαν οι βαλίτσες, έκλεισε και η πόρτα. Πόσα φιλιά του έδωσε πριν φύγει, δεν ήξερε κανείς τους. Ο πόνος γινόταν πιο έντονος και η Άννα γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Έτσι πέρασε η πρώτη μέρα. Δεν είχε ούτε όρεξη ούτε δύναμη να κάνει κάτι περισσότερο. Ο άντρας της έστειλε μήνυμα ότι έφτασε καλά. Το βράδυ την πήρε τηλέφωνο και της είπε πόσο όμορφο ήταν το μέρος που πήγαν, ότι περνούσαν πολύ ωραία και την σκεφτόταν συνέχεια.

Την επόμενη μέρα το ίδιο. Της έστειλε μήνυμα για καλημέρα και της θύμισε ότι ήταν το τελευταίο βράδυ χώρια της. Το επόμενο απόγευμα θα ήταν εκεί. Η Άννα σηκώθηκε, πήγε ως το μπάνιο και ξανά πίσω στο κρεβάτι. Πονούσε ολόκληρη. Πονούσε η καρδιά της. Χωρίς εκείνον ήταν μισή. Γιατί το ολόκληρο είναι το τέλειο και αυτό δεν το έχει ο άνθρωπος από μόνος του. Κανείς δεν είναι τέλειος μόνος του, μα μαζί ήταν. Άνοιξε τα μάτια της και είδε το ηλιοβασίλεμα από το παράθυρο του δωματίου της. Ανακάθισε και έπιασε ένα βιβλίο από το κομοδίνο της. Διάβασε μερικές σελίδες και το έκλεισε. Αναστέναξε. Έπιασε το τηλέφωνο. Πήρε και τα δύο της αγόρια. Μίλησε μαζί τους και με τις νύφες της. Μίλησε με τα εγγόνια της. Τα καληνύχτισε και έπεσε ξανά για ύπνο. Λίγο ακόμα έμενε. Αν δεν σηκωνόταν νωρίς το πρωί θα περνούσε πιο γρήγορα η μέρα μέχρι να γυρίσει ο Χάρης το απόγευμα.

Η Άννα ξύπνησε απότομα από το χτύπημα της πόρτας. Κοίταξε το ρολόι πάνω στο κομοδίνο της. Ήταν 10 η ώρα το πρωί. Άκουσε τον άντρα της να φωνάζει το όνομά της από την εξώπορτα. Μα εκείνος της είχε πει ότι θα γυρνούσε αργά το βράδυ. Κάτι είχε αλλάξει. Κάτι είχε συμβεί.

Έδεσε όπως όπως το κορδόνι της ρόμπας της και κατέβηκε κάτω τρέχοντας. Κρατούσε την καρδιά της που κόντευε να σπάσει. Άνοιξε την πόρτα. Ο Χάρης στεκόταν εκεί με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και κρατούσε το στομάχι του.

«Αγάπη μου!» φώναξε και έπεσε στην αγκαλιά του. «Τι συνέβη; Γιατί γύρισες; Πού πονάς;»

«Είμαι καλά. Δεν πονάω πια. Ήθελα να σε δω. Γι’ αυτό αποφάσισα να γυρίσουμε νωρίτερα. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη. Ήμουν σίγουρος ότι αυτές οι δύο μέρες ήταν μαρτύριο για εσένα. Ήθελα να σε δω ξανά. Σε αγαπώ τόσο πολύ!»

«Έλα, έλα. Εδώ στον καναπέ», τον στήριξε από τον ώμο και τον βοήθησε να ξαπλώσει. «Πάω να πάρω τον γιατρό», είπε και έτρεξε προς το τηλέφωνο μα γύρισε πίσω γιατί ξέχασε να του απαντήσει ότι και αυτή τον αγαπά. «Σε αγαπώ με όλη μου την ψυχή», τον φίλησε στο μάγουλο, στα χείλη, στο μέτωπο, στο κεφάλι, με όλη της την καρδιά. Τα δάκρυά της έσταζαν πάνω του.

Έτρεξε στο τηλέφωνο. Σήκωσε το ακουστικό και μόλις που άκουσε ότι χτύπησε. Το έβαλε στο αυτί της. Κοκάλωσε. Άκουσε το όνομά της.

«Ναι, η ίδια», είπε σαστισμένη.

«Ο σύζυγος σας είχε ένα ατύχημα. Τράκαρε με το αυτοκίνητο. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε», είπε με μαλακή φωνή ο αστυνομικός.

«Όχι, όχι. Ο άντρας μου ζει. Είναι ο Τάκης, ο φίλος του»

«Κυρία Άννα, οδηγός ήταν ο σύζυγός σας! Ο συνοδηγός ήταν ακόμη ζωντανός όταν φτάσαμε. Μας είπε ότι το όνομά του ήταν Τάκης. Ότι ένα αυτοκίνητο έχασε τον έλεγχο και πήγε να πέσει στον γκρεμό. Ήταν μια μητέρα με το παιδί της. Το αμάξι τους μπήκε μπροστά και τους σταμάτησε. Η γυναίκα τραυματίστηκε μα θα γίνει καλά. Το παιδί ευτυχώς δεν έπαθε το παραμικρό. Ήταν μια πολύ ηρωική κίνηση. Έσωσαν δύο ζωές. Δυστυχώς όμως τους κόστισε τις δικές τους. Ο συνοδηγός πέθανε μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο».

«Ακούστε. Κάνετε λάθος. Ο άντρας μου είναι εδώ! Μαζί μου! Κατάφερε κάπως και γύρισε σπίτι. Ήμουν έτοιμη να καλέσω βοήθεια. Μπορείτε, σας παρακαλώ, να στείλετε ένα ασθενοφόρο; Γρήγορα!»

Ο αστυνομικός έκλεισε το τηλέφωνο και ενημέρωσε τους διασώστες. Ο λόγος που έστειλε το ασθενοφόρο σπίτι της ήταν για να μην είναι μόνη της εκείνη τη στιγμή.

«Έρχονται! Πάω να ντυθώ!» πήγε και του έδωσε ένα ακόμα φιλί. Τον κοίταξε που είχε αποκοιμηθεί και δεν τον ξύπνησε. Ήταν τόσο ήρεμος και γαλήνιος. «Πόσο σε αγαπώ, Θεέ μου!», μουρμούρισε.

Άκουσε το ασθενοφόρο ότι έφτασε λίγα λεπτά μετά. Ίσα που πρόλαβε να βάλει τα ρούχα της. Κατέβηκε γρήγορα και άνοιξε την πόρτα. Μια γυναίκα και ένας άντρας μπήκαν διστακτικά μέσα. Τους έδειξε πού κοιμόταν ο άντρας της. Προχώρησαν προς το σαλόνι. Δεν ήταν κανείς.

«Μα…» κατάφερε μόνο να ψελλίσει.

«Κυρία Άννα, λυπόμαστε για τον σύζυγό σας. Πρέπει όμως να είστε πολύ περήφανη. Δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ τέτοιο περιστατικό. Η αυτοθυσία του ήταν αξιοθαύμαστη. Είμαστε εδώ για εσάς, τώρα. Για ό,τι χρειαστείτε», της έδωσαν το πιστοποιητικό θανάτου.

Το όνομα του αγαπημένου της ήταν εκεί. Όπως και η ώρα θανάτου. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Κόντευε 11 η ώρα. Στο χαρτί που κρατούσε στα χέρια της, είχαν καταγράψει ως ώρα θανάτου 10 ακριβώς. Ήταν η ώρα που την ξύπνησε. Ήταν η ώρα που τον άκουσε να λέει το όνομά της. Ήταν η ώρα που πήγε να την αποχαιρετήσει. Όπως της είχε υποσχεθεί εκείνο το βράδυ που την κρατούσε στην αγκαλιά του στο κρεβάτι.

Την επόμενη μέρα έφτασαν τα παιδιά και τα εγγόνια τους για την κηδεία του Χάρη. Το ίδιο βράδυ, η Άννα έφυγε και αυτή. Ανακοπή, σταμάτησε η καρδιά της να χτυπάει μακριά του. Άλλωστε του το είχε υποσχεθεί. Πιάστηκε από την άκρη του σταυρού του.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading