Λυκοφιλίες

Περιμένω το λεωφορείο για πολλή ώρα. Δεν είμαι μόνη, αρκετός κόσμος περιμένει τριγύρω μαζί μου. Είναι μεσημέρι, ο ήλιος είναι ζεστός και η σκόνη της ατμόσφαιρας σου στεγνώνει το λαιμό και τσούζει τα μάτια. Οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι και ανυπόμονοι. Η γλώσσα του σώματος το φωνάζει σιωπηλά. Είναι ώρα ν’ αποσυρθούν στα σπίτια τους, αλλά το λεωφορείο αργεί.

Μόνο δύο κορίτσια, μάλλον φοιτήτριες, στην ηλικία μετάβασης από την εφηβεία στη νεότητα, φλυαρούν μεγαλοφώνως. Ενοχλούν τις σκέψεις μου και απομακρύνομαι μερικά βήματα, αλλά η φωνή των νέων, σε αντίθεση με αυτή των μεγαλύτερων ηλικιών που βγαίνει ψιθυριστή, είναι σαν ζωηρή καμπάνα που σειέται και λυγιέται τόσο έντονα όσο χρειάζεται, ώστε όλοι να τη δουν και ν’ ακούσουν αυτά που έχει να πει.

Μιλούν για όνειρα. Εγώ ονειρεύτηκα αυτό… εγώ ονειρεύτηκα εκείνο… και ήμασταν λέει εδώ… και πήγαμε λέει εκεί… και εμφανίστηκε ξαφνικά ο τάδε και ήρθε και ο δείνα… και πάει λέγοντας μέχρι που φτάνουν στη φίλη τους την… ας την πούμε Μάρθα, όνομα σπάνιο πια κι έτσι δε θα ταυτιστεί κανείς.
«Μην της το πεις, μaλάka, γιατί θα φρικάρει. Την είδα πεθαμένη ρε μaλάka!» είπε η μία.
«Σοβαρά ρε μaλάka; Κι εγώ την ονειρεύτηκα πεθαμένη!» αντιγύρισε χαρούμενα η άλλη.
«Έλα ρε, μην της το πεις!»
«Όχι ρε, δεν της το λέω. Ούτε εσύ να της το πεις»

Ήρθε το λεωφορείο, μπήκαν πρώτες και μπήκα τελευταία. Πώς το ‘φερε η τύχη να έχει χώρο μόνο δίπλα τους για να σταθώ. Μα και δίπλα τους να μην στεκόμουν, πάλι θα τις άκουγα.

«Πω πω δεν είναι παράξενο που την είδαμε και οι δύο έτσι;» είπε με ενθουσιασμό το ένα κορίτσι και το άλλο συμμερίστηκε τον ενθουσιασμό της φίλης του. Σκέφτηκα να τους πω πως ο θάνατος στα όνειρα σημαίνει αναγέννηση, αλλά δεν ήθελα να τους διακόψω τη χαρά.

Το λεωφορείο κάνει στάση. Ανεβαίνουν-κατεβαίνουν άτομα. Ο θόρυβος των επιβατών που μετακινούνται αλλά και η φασαρία του δρόμου που εισβάλει στο μεταφορικό μέσο του λαού από τις ανοιχτές πόρτες, καλύπτει τις κουβέντες τους. Όταν όμως ηρεμούν τα πράγματα, πάλι ακούγονται να μιλούν ζωηρά για τα «κακά» όνειρα που αφορούν τη Μάρθα.
Το ένα κορίτσι διηγείται στο άλλο, αφού πρώτα εξασφαλίζει υπόσχεση πως δε θα της το αποκαλύψει, μην τυχόν και φρικάρει, ένα άλλο όνειρο όπου η φίλη τους έχει γνωρίσει και έχει κάνει φίλη μια μαύρη κοπέλα που για κάποιο λόγο είναι σατανική και γι’ αυτό κινδυνεύει. Από τη μια υπόσχονται η μια στην άλλη πως δε θα της το πουν για να μη φοβηθεί κι από την άλλη σκέφτονται πώς να την προειδοποιήσουν να φυλάγεται από τις μαύρες κοπέλες κι αν τύχει να γνωρίσει καμιά να την προσέχει.

Χωρίς να το θέλω, αναρωτιέμαι πού υπερτερεί αυτή η Μάρθα σε σχέση με αυτές τις δύο. Είναι, άραγε, πιο όμορφη; Πιο έξυπνη; Πιο τσαχπίνα; Πιο δημοφιλής; Γράφει καλύτερους βαθμούς στις εξετάσεις; Την έχει προτιμήσει κάποιο αγόρι που άρεσε και στις άλλες δύο; Δε θα μάθω ποτέ. Καταλήγω στο συμπέρασμα πως ακόμα κι αν δε συμβαίνει αυτό και η Μάρθα είναι σε όλα κατώτερη από τα δύο αυτά κορίτσια, εκείνες πιστεύουν το αντίθετο και δεν τους αρέσει.

Κατεβαίνω από το λεωφορείο προβληματισμένη. Γιατί οι άνθρωποι δεν επιλέγουν ν’ αποφύγουν τους ανθρώπους που για οποιοδήποτε λόγο τους αγχώνουν, τους κάνουν να αισθάνονται υποδεέστεροι, να νιώθουν άσχημα και δεν τους αναβαθμίζουν;
Γιατί επιλέγουν να προσποιούνται πως ανησυχούν για άτομα που ο θάνατός τους στο όνειρο, τους γεμίζει χαρά;

Δεν ξέρω αν η Μάρθα πρέπει να φυλάγεται από την πιθανή μελλοντική εμφάνιση ενός σατανικού μελαμψού κοριτσιού που θα της πουλάει ψεύτικη φιλία, αλλά από τη φιλία δύο κοριτσιών που εξηγούν όνειρα, στη στάση των λεωφορείων κάτι ζεστά σκονισμένα μεσημέρια, πρέπει οπωσδήποτε να φυλαχτεί.

Μαίρη Βαβουράκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading