Γεννημένος σε ένα ξεχασμένο χωριό κοντά στο Σουφλί, ο Δαμιανός, από παιδί έκανε όνειρα να φύγει από τον τόπο του. Δεν άντεχε την φτώχεια των γονιών του, την μυρωδιά του μπαμπά του από τα ζώα, που είχε γίνει ένα με το δέρμα του. Έβλεπε τις παλάμες του, που ήταν πάντα με κάλους, σκληρύνσεις κι εκείνη την απαίσια μυρωδιά που τον αηδίαζε, όταν του χάιδευε τα μαλλιά, τα μάγουλα, ήθελε να κάνει εμετό. Τον απέφευγε. Το ίδιο και την μάνα του, που τα χέρια της ήταν σκασμένα και τα δαχτυλικά αποτυπώματα μονίμως χαρακωμένα από τα μαχαίρια που έκοβε συνέχεια ραδίκια, τσουκνίδες και πόσα άλλα χόρτα του αγρού για να μαγειρεύει και να κάνει πίτες.
Το σπίτι τους ένα καλύβι, όπως το αποκαλούσε, μια παλιά, μικρή μονοκατοικία, στην άκρη του πουθενά, με μεγάλη αυλή, που η μαμά του είχε κάθε λογής εποχιακό ζαρζαβάτι. Την έβλεπε με τις ώρες να σκαλίζει το χώμα, να φυτεύει, να ποτίζει, να καθαρίζει τα χόρτα και ανάλογα την εποχή, να μαζεύει μελιτζάνες, πιπεριές, πατάτες, μαρούλια, ντομάτες, λάχανα, φασολάκια. Αυτό που όχι μόνο δεν κατάλαβε ποτέ αλλά τον εκνεύριζε κιόλας, ήταν η χαρά στο πρόσωπό της, παρόλη την κόπωση.
Έβλεπε τους γονείς του κουρασμένους, με τσουβάλια για ρούχα, χωρίς διασκεδάσεις, χωρίς κοινωνική ζωή, μα ευτυχισμένους και απορούσε. Αργά κάθε απόγευμα, που γυρνούσε ο μπαμπάς του από τα ζώα, έτσι, με εκείνη την μπόχα, αγκάλιαζε την μαμά του, την φιλούσε κι εκείνη ανταπέδιδε. Έμεναν κάμποση ώρα έτσι, αγκαλιασμένοι, μιλώντας για το πώς πέρασαν όσες ώρες ήταν μακριά ο ένας από τον άλλο. Τους έβλεπε με αποδοκιμασία και σιχαμάρα, το πρόσωπό του έπαιρνε μια έκφραση αηδίας. “Μα πώς αγκαλιάζονται ενώ βρωμάει έτσι ο μπαμπάς και πώς είναι τόσο χαρούμενοι και αγαπημένοι χωρίς λεφτά, με το τίποτα” σκεφτόταν πάντα, κάθε μέρα.
Απορούσε που δεν τους ενοχλούσε η φτώχεια, που ήταν πάντα χαμογελαστοί. Απορούσε που η μάνα του είχε εγκαταλείψει τους δικούς της, ενώ είχαν μια σχετική οικονομική άνεση, άφησε την ζωή της στην Αλεξανδρούπολη, την εργασία της ως βοηθός, σε κεντρικό φαρμακείο της πόλης και ακολούθησε τον έρωτα της ζωής της στο τέρμα Θεού, σε ένα χωριό φάντασμα, με λιγοστούς κατοίκους, να ασχολείται με το χώμα, τα ζώα, να ανέχεται την μυρωδιά τους και να ζει μες στην ανέχεια και την μιζέρια.
Εκείνος θεωρούσε ότι γεννήθηκε από λάθος γονείς, σε λάθος τόπο. Είχε όνειρα για μεγάλη ζωή, πλάι σε πλούσιους ανθρώπους που θα έκλεβε κάτι από τη λάμψη τους. Δεν ήθελε να κοπιάσει, δεν ήθελε να δουλέψει για να ανταμειφθεί. Ήθελε να μπορεί να απολαμβάνει, εκμεταλλευόμενος τους πλούσιους.
Ήθελε να περάσει ο καιρός, να φύγει απ’ όλους κι απ’ όλα, να ξεχάσει την καταγωγή του, τους γονείς του, τον τόπο του. Για διάβασμα ούτε λόγος. Δεν είχε σκοπό να παιδέψει τον εαυτό του. Το πλάνο του ήταν να τελειώσει το λύκειο, την στρατιωτική του θητεία και να φύγει στην Αθήνα. Εκεί θα ρωτούσε, θα μάθαινε, θα πλησίαζε τους κατάλληλους ανθρώπους, τους πλούσιους, θα γινόταν σκιά τους, κάπου θα κολλούσε και θα έκανε τα όνειρά του πραγματικότητα, εύκολα και απλά, θα κατακτούσε τον κόσμο. Όχι σαν τα κορόιδα τους γονείς του, που έφτυναν αίμα για πενταροδεκάρες κι έτρωγαν αγάπη για πρωινό, τον έρωτά τους για μεσημεριανό και την βρωμερή μυρωδιά τους για βραδινό.
Τελείωσε όπως όπως το λύκειο και ακολούθησε το κάλεσμα της μητέρας πατρίδας. Δεν είχε σκοπό να αφήσει τον χρόνο να περνάει ανεκμετάλλευτος. Είχε τις κεραίες του ανοιχτές, έριχνε τον ιστό του σε όλα τα πλουσιόπαιδα, γινόταν κόλακας, έλεγε πάντα ό,τι ήθελαν να ακούσουν, προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοιά τους. Είχε ξεκινήσει τον αγώνα της παρασιτικής ανέλιξής του στον κόσμο που ονειρευόταν από παιδί, στον κόσμο που φώτιζε από τον πλούτο.
Κατά ένα περίεργο τρόπο, οι άνθρωποι που δεν έχουν φραγμούς, που δεν νοιάζονται για τίποτα και για κανέναν πέρα από τον εαυτό τους, η τύχη είναι με το μέρος τους, βρίσκουν εύκολα το μονοπάτι της εξέλιξής τους. Έτσι, λίγο καιρό μετά, στο θάλαμο προστέθηκε ένας άντρας, πέντε χρόνια μεγαλύτερός του, από πλούσια οικογένεια της Θεσσαλονίκης, που είχε τελειώσει τις σπουδές του στα οικονομικά και όταν θα τελείωνε την θητεία του, θα αναλάμβανε εκτός από χρέη λογιστή στο fast food κεντρικού δρόμου, της οικογένειας κι όποιο άλλο πόστο μπορούσε να καλύψει κάποιο κενό. Δεν ήταν από κείνους που διαφήμιζε την οικογένεια και τα πλούτη του, ούτε το έπαιζε κάποιος.
Ο Δαμιανός όπως ρωτούσε για τους πάντες, αναζητώντας την ευκαιρία του, ενδιαφέρθηκε και για την περίπτωση του νεοφερμένου. Έψαξε, ρώτησε, έμαθε, όχι μόνο για το πλούσιο υπόβαθρό του, αλλά τα πάντα για τον χαρακτήρα του, τα ενδιαφέροντα, τις συνήθειές του για να ξέρει πώς θα τον χειριστεί.
Ο Διονύσης δεν θύμιζε σε τίποτα, άλλα κακομαθημένα, υπεροπτικά, πλουσιόπαιδα. Ήταν ένα πολύ γλυκό πλάσμα, προσγειωμένο, φιλότιμο, με αγάπη και νοιάξιμο για τους γύρω του, με εθελοντική δράση σε καταφύγια ζώων, σε πυρασφάλεια σε δασικές εκτάσεις το καλοκαίρι, σε γηροκομεία και ορφανοτροφεία. Όπου υπήρχε ανάγκη, φτώχεια, πόνος, προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να βοηθήσει. Με χρηματική ενίσχυση που ήταν μια ανάσα για όποιον την είχε ανάγκη αλλά και με φυσική παρουσία, μια ζεστή αγκαλιά, μια γλυκιά κουβέντα, ένα ανακουφιστικό βλέμμα, που λειτουργούν πάντα σαν βάλσαμο στην ψυχή. Στον Διονύση, έβλεπε το τέλειο θύμα. Ο χαζοαισθηματίας, σα τους γονείς του, σαν όλους εκείνους που πιστεύουν στην καλοσύνη, σε έναν κόσμο με αγάπες, λουλούδια, αλληλεγγύη και κουραφέξαλα.
Άρχισε να τον πλησιάζει, προσποιούμενος πως δεν ήξερε ποιος ήταν, παρουσιάζοντάς του την ζωή του πολύ διαφορετική από την πραγματική. Του έλεγε πως οι γονείς του τον έχουν εγκαταλείψει από μωρό στην τύχη του, πως δεν νοιάστηκαν ποτέ για κείνον. Παρουσίαζε την μάνα του άσπλαχνη, αδιάφορη, που απλά τον γέννησε και ποτέ δεν τον αγάπησε. Για τον πατέρα του έλεγε ότι γυρνούσε από τα καφενεία μεθυσμένος και ξεσπούσε πάνω του με βιαιότητα, ενώ η μάνα του τα έβλεπε και δεν αντιδρούσε, δεν τον προστάτευε. Εκμεταλλευόμενος μάλιστα μια ουλή στο γόνατο, που είχε από παιδάκι, όταν έπεσε από το ποδήλατο και η μαμά του έντρομη τον μετέφερε στο κέντρο υγείας για φροντίδα και ράμματα, του την έδειξε κι έπλασε μια ιστορία κατά πως τον βόλευε. Ότι δηλαδή, μια μέρα, ήταν δεν ήταν έξι χρονών, πλησίασε τον μπαμπά του αποζητώντας μια αγκαλιά, αλλά ο μπαμπάς του είχε τα νεύρα του και τον πέταξε με μανία από μπροστά του, έπεσε με δύναμη στην αυλή κι έσκισε το γόνατό του. Του είπε πως τον παράτησε εκεί, με το αίμα να τρέχει και ενώ έκλαιγε, πονούσε και τον παρακαλούσε να μη τον αφήσει μόνο. Του έλεγε καθημερινά, πόσο έχει παλέψει να σταθεί στα πόδια του, πόσο προσπάθησε να μη παρασυρθεί από τις κακοτοπιές, αφού δεν είχε κανέναν δίπλα του, πόσο οι δυσκολίες τον σκλήρυναν, τον έκαναν να μην εμπιστεύεται εύκολα τους ανθρώπους, αλλά και πόσο περήφανος ήταν για να δεχτεί ελεημοσύνες. Είχε ένα φυσικό τρόπο να εξιστορεί τα παραμύθια που έπλαθε στο μυαλό του και να παρουσιάζει τον εαυτό του, με ένα προσωπείο πόνου, εγκατάλειψης αλλά και περηφάνειας, που έπειθε.
Έτσι, ο αφελής Διονύσης, το εύκολο θύμα, όπως πίστευε ο θύτης, τσίμπησε, πείστηκε. Ήταν πάντα κοντά σε όσους είχαν δύσκολη ζωή, οπότε, ήταν φυσικό για κείνον να τον ακούσει, να είναι δίπλα του, να προσπαθεί να απαλύνει τις πληγές του. Του έλεγε πόσο λυπόταν για όσα πέρασε, πόσο σπουδαία ήταν η στάση που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια, πόσο περήφανος θα έπρεπε να νιώθει για τον εαυτό του και ότι δεν είναι δειλία ούτε έλλειψη περηφάνειας, να ζητάς βοήθεια. Ο Δαμιανός, ταπεινά, δεχόταν τα επαινετικά του λόγια κι από μέσα του ήθελε να ξεράσει στα μούτρα του γλυκανάλατου σωτήρα ψυχών. Σκεφτόταν πόσο ανόητος ήταν με τις τόσες μπούρδες που του έλεγε, πιστεύοντας πως του έκανε καλό. Ήταν πεπεισμένος πως κάτι τέτοιοι, που νοιάζονταν για όλους, είχαν έρθει στη ζωή για να διευκολύνουν ανθρώπους σαν τον ίδιο.
Ο Διονύσης του υποσχέθηκε πως θα τον έπαιρνε μαζί του στην Αθήνα, προσφέροντάς του δουλειά. Ο Δαμιανός μπροστά του χαμογελούσε γλυκά, με ευγνωμοσύνη κι όταν γυρνούσε από την άλλη, το χαμόγελό του μετατρεπόταν σε σατανικό. Άνθρωπος με διπλό πρόσωπο, χωρίς αναστολές, χωρίς τύψεις, αρκεί να πετύχαινε τον σκοπό του.
Περνούσε ο καιρός κι όταν απολύθηκαν, τον ακολούθησε. Στους γονείς του είπε ότι θα τον φιλοξενούσε ένας φίλος από τον στρατό, μέχρι να βρει δουλειά και να τακτοποιηθεί κι ότι όταν όλα έπαιρναν τον δρόμο τους, θα τους ενημέρωνε. Μέχρι τότε ζήτησε να μη τον ενοχλούν, να τον αφήσουν να κυνηγήσει τα όνειρά του και μόνο να τον στηρίζουν οικονομικά. Φαρμάκι τους πότιζε από μικρός, δηλητήριο τους έριξε στην καρδιά, για μια ακόμα φορά. Έκαναν ό,τι τους ζήτησε και παρακαλούσαν κάθε στιγμή, να είναι καλά.
Τον σύστησε στον μπαμπά του κι εκείνος, αφού ήταν φίλος του γιου του και είχε ανάγκη, τον τοποθέτησε στο delivery. Χρειαζόταν άτομα στα μηχανάκια. Είχαν ήδη τέσσερις διανομείς κι όμως δεν προλάβαιναν. Ο Δαμιανός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την εξέλιξη αυτή. “Άκου delivery boy”, επαναλάμβανε μέσα του και αισθανόταν ότι τον μείωνε αυτό. “Σιγά μη με βάλεις να κόβω και τα κρεμμύδια!” συνέχιζε τη σκέψη του. Τον μισθό του, που ήταν ιδιαίτερα υψηλός για το οχτάωρο που δούλευε και το έκαναν από την συμπάθεια που του είχαν και για να τον στηρίξουν, το θεωρούσε δεδομένο και ούτε χρωστούσε καλή κουβέντα να πει. Ούτε και για την φιλοξενία τους στο υπόγειο της τριώροφης μεζονέτας τους, ήταν ευχαριστημένος. Ένα τμήμα του, περίπου σαράντα τετραγωνικά, ήταν χωρισμένο από το υπόλοιπο υπόγειο, διαμορφωμένο για να είναι λειτουργικό, κατοικήσιμο και αυτόνομο, με όλες τις απαραίτητες παροχές, αλλά ήταν σκοτεινό και καταθλιπτικό κατά την γνώμη του. Σαν ποντίκι στη φάκα ένιωθε. Ειδικά όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι του κατάκοπος από τη δουλειά και σκεφτόταν τα πολυτελή τμήματα της μεζονέτας πάνω από κείνον. Από το να γύριζε στους δικούς του, χωρίς την δυνατότητα για γνωριμίες και την μεγάλη ευκαιρία που πάντα ονειρευόταν, θα παρίστανε τον ευγνώμων υπάλληλο. Αναλογιζόταν, πώς θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και να σταματήσει να είναι ο ντελιβεράς.
Λίγες μέρες μετά, στο ρεπό τους, ο Διονύσης έβγαλε έξω τον φίλο του, να του δείξει την πόλη, να τον κεράσει καφέ και να τα πούνε. Καθώς περπατούσαν στην πλατεία Αριστοτέλους, σταμάτησε να μιλήσει σε έναν γνωστό του.
– Γεια σου Νίκο. Τι γίνεται;
– Χαιρετίζω τον ανταγωνισμό.
– Για όλους έχει ο Θεός, φίλε.
– Εγώ πάντως θα ήθελα να έχω χωρίς να κοπιάζω.
– Βρε δε βαρέθηκες να το λες! Χωρίς δουλειά τίποτα δε χαρίζεται. Καλά δε λέω ρε Δαμιανέ; Να σας συστήσω κιόλας. Με τον Δαμιανό υπηρετήσαμε μαζί αλλά είναι πιτσιρικάς, δουλεύει μαζί μας. Κι από δω ο Νίκος, στον παραδίπλα παράλληλο δρόμο από μας, έχουν οικογενειακό fast food κι αυτοί.
– Εσείς έχετε αυτοκρατορία, όχι fast food, είπε με ζήλια, χωρίς καν να προσπαθήσει να την κρύψει. Χάρηκα Δαμιανέ.
– Κι εγώ Νίκο.
Ο Διονύσης χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει και συνέχισαν την βόλτα τους.
– Τι μέρος του λόγου είναι αυτός;, ρώτησε δήθεν αδιάφορα ο Δαμιανός.
– Από κείνους που δεν εκτιμούν τίποτα. άλλαξε την κουβέντα γιατί δεν ήταν του στυλ του να σχολιάζει και να κρίνει ανθρώπους.
Το βράδυ, στο λαγούμι του, όπως αποκαλούσε μόνος του, τον χώρο φιλοξενίας του, έπλεκε το σχέδιό του. Δεν άφησε καθόλου χρόνο. Την επόμενη μέρα, όταν σχόλασε, για καλή του τύχη, ο Διονύσης είχε λογιστικά θέματα να τελειώσει και δεν ήταν μαζί του, οπότε έψαξε να βρει το γειτονικό fast food. Ο Νίκος τον θυμήθηκε αμέσως και τον προσκάλεσε στο τραπέζι που άραζε εκείνος κι έπινε την μπύρα του.
– Πώς από δω;
– Θα σου ανοίξω κατευθείαν τα χαρτιά μου. Ψάχνω την ευκαιρία να βγω από την άθλια τρύπα που με φιλοξενεί ο κατά τα άλλα φιλάνθρωπος ανταγωνιστής σου και από το μηχανάκι που μου πέταξε για δουλειά. Από το λίγο που είδα χθες, εμείς οι δύο ταιριάζουμε.
– Χάπατα κι ο γιος κι ο μπαμπάς. Πού τα δίνει ο Θεός τα φράγκα! Ο πατέρας μου, άνοιξε πιο μπροστά από αυτούς και δεν κατάφερε να κάνει την περιουσία τους.
Στο ύφος του συνομιλητή του, αναγνώρισε στοιχεία του χαρακτήρα του και αυτό του έδωσε ώθηση να συνεχίσει.
– Σκέφτηκα κάτι, που θα δώσει την λύση και στους δύο.
– Για ρίξ’ το.
– Ένα ατύχημα ας πούμε, που θα τους κόψει τη φόρα.
– Δηλαδή, δηλαδή; γυάλισε το μάτι του Νίκου.
– Μια φωτιά ίσως, από ξεχασμένη αναμμένη ηλεκτρική συσκευή για παράδειγμα; Μια ολοσχερής καταστροφή, που θα τους καταποντίσει από την αυτοκρατορία και θα ανοίξει τον δρόμο για σας.
– Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Εσύ όμως τι θα κερδίσεις;
– Θα μαυρίσω τα χέρια μου με στάχτες, θα βρεθώ χωρίς μηνιάτικο, να μην έχω ένα καλό μπόνους;
– Λέγε, πόσα!
– 40.000 € και γνωριμίες με τους πλούσιους της περιοχής. Θα με βάλεις στους κύκλους όλων όσων γνωρίζεις.
– Οι γνωριμίες το μόνο εύκολο. Έλα το βράδυ στο κλαμπ, θα σου συστήσω και επιχειρηματίες και διάσημους ινφλουέσερς και ό,τι θέλεις. Όσο για τα λεφτά, με ζορίζεις, αλλά κάτι θα βρω να πω στον γέρο μου για να μου τα δώσει.
Η συμφωνία έκλεισε. Τις επόμενες μέρες, έδειξε ζήλο, βοηθούσε και μέσα στο σαντουιτσάδικο, για να ρίξει λίγη στάχτη στα μάτια, από κείνη που σκόπευε να θάψει αυτούς που του στάθηκαν, μαθαίνοντας τα κατατόπια κι ό,τι άλλο μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την πραγμάτωση του σχεδίου του. Έψαξε και για κάμερες, δεν είδε πουθενά. Λίγες μόνο μέρες μετά, η τύχη του χαμόγελασε. Έμεινε για να βοηθήσει στο καθάρισμα του μαγαζιού κι αφού τακτοποίησαν τα πάντα, οι δύο υπάλληλοι τους καληνύχτησαν και ήταν έτοιμοι να κλειδώσουν. Ο Διονύσης θυμήθηκε ότι επάνω στο πατάρι, που λειτουργούσε σαν αποθηκευτικός χώρος και είχε το γραφείο με τα τιμολόγια και την χαρτούρα που είχε αναλάβει, ξέχασε να πάρει έναν φάκελο.
– Ένα δευτερόλεπτο ρε Δαμιανέ, κάτι ξέχασα επάνω ο χαζός.
– Να ανέβω εγώ;, το είπε μόνο για ξεκάρφωμα, αφού μέσα του πανηγύριζε γιατί ήξερε ότι είχε φτάσει η ώρα της καταστροφής του άντρα που όλοι θαύμαζαν κι εκείνος σιχαινόταν.
– Όχι ρε, έρχομαι.
Με μία δρασκελιά πετάχτηκε, άναψε στο χαμηλό την φριτέζα με το λάδι και ακόμα πιο γρήγορα, αθόρυβα, πήγε στην πόρτα, κοιτώντας έξω, σα να μην είχε συμβεί τίποτα, περιμένοντας το αφεντικό του να κατέβει.
Άνοιξε το ψυγείο, πήρε μια μπύρα και με την πρώτη γουλιά, χαμογέλασε. Είχε περάσει ένα τέταρτο από το έγκλημα που είχε διαπράξει, μα εκείνος ήταν χαλαρός. Έφερε στο μυαλό του τον Νίκο που τον είχε ρωτήσει “μα πώς θα τα καταφέρεις χωρίς να σε δουν ή να σε υποψιαστούν;”. Θαύμασε τον εαυτό του για την ευφυΐα του. Ποιος να τον υποψιαστεί; Η Ελένη έκανε την καθαριότητα και τον έλεγχο των συσκευών, όπως πάντα, άρα και η πρώτη που θα κατηγορούσαν για αμέλεια. Εκείνος ήταν το ταπεινό delivery boy, που από την καλή του την καρδιά, βοηθούσε στα σκουπίδια και στο σκούπισμα. Πριν τελειώσει τις σκέψεις του, άκουσε πόρτες να κλείνουν και να τρέχουν οι επάνω από αυτόν. Άνοιξε την πόρτα, φώναξε “τι συμβαίνει;” γεμάτος ψεύτικο νοιάξιμο, για να πάρει για απάντηση εκείνο που λαχταρούσε. “Πήρε φωτιά το μαγαζί”.
Δεν πρόλαβε να ρωτήσει, αν ήθελαν να πάει μαζί τους. Οι άντρες της οικογένειας εξαφανίστηκαν αναστατωμένοι. Ανέβηκε πάνω, να συμπαρασταθεί με την αγκαλιά του Ιούδα, στις γυναίκες της οικογένειας που έμειναν πίσω. Τρεις ώρες μετά, άνοιξε η πόρτα και στη θέα του Διονύση σάστισε. Παντού επάνω στο δέρμα και στα ρούχα του μαυρίλες κι ένα βλέμμα που δεν θύμιζε τον γλυκό, σαχλό, κατά τη δική του άποψη νεαρό άντρα. Όρμησε σαν θηλυκό λιοντάρι πάνω του που του πείραξαν τα νεογέννητα. Καθώς δεν περίμενε καθόλου αυτή την αντίδραση δεν μπόρεσε να αμυνθεί και σωριάστηκε. Για να μη τον χτυπήσει άσχημα από τον θυμό του, ο Διονύσης, έκανε λίγα βήματα πίσω.
– Γιατί ρε καθίκι; Γιατί;
– Τι συμβαίνει ρε μaλaκa; Τι έπαθες;, έδειχνε έκπληκτος. Δεν ήθελε να βάλει στο μυαλό του κανένα κακό σενάριο. Σηκώθηκε και στάθηκε απέναντι του αγέρωχος.
– Ποιος σε έβαλε να μας καταστρέψεις ρε πουλημένε; Τα είδαμε όλα! Έχουμε κρυφές κάμερες παντού βρε ηλίθιε. Πόσο γελοίος είσαι! Περνιέσαι για πολύ έξυπνος νόμιζες ε; Σίχαμα!
– Τι… τι λες;
– Τι λέω; Αυτό λέω!
Και του έδειξε στο κινητό του, ό,τι κατέγραψε η κάμερα. Το σάλτο του προς τον πάγκο εργασίας, το χέρι του που άναψε τον διακόπτη της φριτέζας και την γρήγορη επιστροφή του στην πόρτα, ήρεμος και αποτελεσματικός.
– Να σου εξηγήσω…
– Όχι μόνο σε μένα. Και στην αστυνομία που έρχεται, τις εξηγήσεις.
– Όχι! Άκου! Ο Νίκος, ο ανταγωνιστής σου, αυτός με έβαλε. Μου έταξε λεφτά. Φτωχόπαιδο είμαι, θόλωσα. Συγγνώμη, δεν έπρεπε.
– Τι χρήματα να σου δώσει ο τζογαδόρος ρε θεατρίνε! Αυτός χρωστάει παντού. Ακόμα και την ψυχή της μάνας του μπορεί να παίξει στα χαρτιά. Ο πατέρας του δουλεύει σαν το σκυλί για να ξεχρεώνει το τεμπελόσκυλο. Ούτε με το τι σόι άνθρωπο έκανες συμφωνία δεν έψαξες! Μια χαρά ταιριάξατε, αχάριστε! Δεν ξέρω τι είχατε κατά νου, πάντως η φωτιά έγινε αντιληπτή από ένοικο της πολυκατοικίας από πάνω και η ζημιά είναι μικρή. Θα την καλύψει η ασφάλεια. έκανε πάλι τα δύο βήματα που τους χώριζαν και τον έπιασε από την μπλούζα. Τζάμπα θα μπεις φυλακή καθίκι. Τίποτα δεν μου έκανες. Η αχαριστία, η πλεονεξία και η βλακεία σου σε κατέστρεψαν. Θα μπορούσε να προκληθεί μεγάλο κακό σε ανθρώπινες ζωές ρε αλήτη! Τι φίδι είσαι εσύ! Χωρίς δισταγμό! Πόσο λάθος έκανα με σένα!
– Διονύση, σε παρακαλώ…, έκανε μία κίνηση να τον αγγίξει στον ώμο.
– Μη τυχόν με αγγίξεις με τα βρωμόχερά σου! Δεν θέλω ούτε να σε βλέπω. Σκουλήκια σαν εσένα πάντα θα έρπονται.
Η φυλακή δεν σωφρονίζει όσους δεν μετανιώνουν για τα λάθη τους, όσους θεωρούν ότι είναι εξυπνάδα να ζουν παρασιτικά, όσους επιβιώνουν εκμεταλλευόμενοι τους πάντες, όσους εγκληματούν προκειμένου να ωφεληθούν οι ίδιοι. Έτσι συνέχισε ο Δαμιανός και όταν βγήκε μετά από χρόνια. Έψαξε το επόμενο θύμα που θα του έδινε το εισιτήριο για μία άνετη ζωή χωρίς κόπο, μέχρι που ξανά μπλέχτηκε άσχημα. Στα επισκεπτήρια των γονιών του, τους φερόταν με τον ίδιο απαξιωτικό τρόπο, χωρίς ντροπή, χωρίς μεταμέλεια.
Ο Νίκος δεν αναμείχθηκε στις κατηγορίες κι ας προσπάθησε να τον χώσει μαζί του στη φυλακή ο Δαμιανός. Οι γνωριμίες του μπαμπά του και οι καλοί δικηγόροι τον γλίτωσαν. Συνέχισε να πληρώνει τα χρέη του γιου του, ενώ εκείνος συνέχισε να χάνει στον τζόγο, περιουσίες και ψυχικά αποθέματα.
Ο Διονύσης συνέχισε να είναι παντού, για όλους, να προσφέρει όπου και ό,τι μπορούσε, γιατί οι άνθρωποι που είναι φτιαγμένοι να δίνουν, δεν αποπροσανατολίζονται από τον φθόνο, την ζήλια και την αχαριστία που βασιλεύει δίπλα τους.
Οι άνθρωποι χωρίζονται σε πολλές κατηγορίες. Ίσως όλοι στο τέλος, να παίρνουν ό,τι τους αξίζει. Ίσως πάλι κι όχι.
Χρυσούλα Καμτσίκη
