Ρίσκο – Μέρος 4ο

Προηγούμενο

Η μικροσκοπική σερβιτόρα ακούμπησε τα πιάτα με τις παραγγελίες στο τραπέζι, άνοιξε με αργές και προσεγμένες κινήσεις το μπουκάλι του κρασιού, σέρβιρε στα ποτήρια και των δύο και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν θα την χρειαστούν άλλο, αποχώρησε.

Ο Αλέξανδρος άπλωσε το χέρι του και έπιασε τον ψηλό λαιμό του ποτηριού. Αφού οσμήστηκε τον κόκκινο οίνο, ήπιε μια γουλιά και η έκφρασή του άφησε μια αίσθηση ευχαρίστησης. Η Σοφία δεν είχε πάρει τα χέρια της από τα πλάγια του καθίσματος. Κοιτούσε με δέος, ανυπομονησία και έναν ελαφρύ εκνευρισμό τον Αλέξανδρο, αφού ακόμα περίμενε μια απάντηση…

“Προτείνω να πιεις. Αξίζει”, της είπε και με ήρεμες κινήσεις έπιασε το μαχαίρι και το πιρούνι και άρχισε να τρώει, απολαμβάνοντας την κάθε μπουκιά
“Γι’ αυτό είχα δεύτερες σκέψεις αν έπρεπε να δεχτώ την πρόσκλησή σου ή όχι. Είσαι απρόβλεπτος και μάλλον και μ@λ@κ@ς. Σε ευχαριστώ για το γεύμα, δεν θα φάω. Αφήνω αυτά εδώ”, είπε και έβγαλε πάλι τα χαρτονομίσματα από τη τσάντα της “…και φεύγω! Λυπάμαι μόνο που πίστεψα, έστω και για μια στιγμή, ότι δεν ήσουν αυτός ο “τοίχος” που αντίκρισα την πρώτη φορά. Τελικά είσαι ένας άντρας χωρίς ενσυναίσθηση. Όπως πολλοί…”, ολοκλήρωσε σε έντονο τόνο.

Ο Αλέξανδρος άφησε κάτω τα μαχαιροπίρουνα και σηκώθηκε όρθιος. Στάθηκε απέναντί της με παγωμένο βλέμμα και ίσια κορμοστασιά.
“Μου σπας τα νεύρα, γιατί συνεχίζεις να καταλήγεις σε αβάσιμα συμπεράσματα…”. Η Σοφία έκανε εμφανή την δυσαρέσκειά της με μια γκριμάτσα. “…Από το πρώτο βράδυ στο πάρτι που με κοίταξες με αχόρταγο βλέμμα, μέχρι και το τελευταίο εργαστήριο που ήξερα πια τι σκεφτόμουν για μένα, για μας… Σοφία”, την κοίταξε μέσα στα μάτια κι εκείνη ένιωσε πως το βλέμμα του άγγιζε κάθε σημείο της ψυχής της. “Δεν είμαι κατάλληλος για σένα. Εσύ είσαι γλυκιά, ντροπαλή, συγκαταβατική, τρέχεις να βοηθήσεις τους πάντες και βλέπεις το καλό στους ανθρώπους. Εγώ, όσο κι αν προσπαθώ να το κρύψω πίσω από το προσωπείο του ευγενικού και άνετου, έχω σκοτάδι μέσα μου. Οι σκέψεις μου είναι κυνικές και οι πράξεις μου ιδιοτελείς. Μετρημένα όλα για το κέρδος. Μόνο μαζί σου ένιωθα ο εαυτός μου. Με δέχτηκες όπως είμαι και δεν προσπάθησες στιγμή να με αλλάξεις, όσες φορές κι αν σε δυσκόλεψα εκείνο το εξάμηνο! Αυτά που είχα σκεφτεί να κάνω πάνω σου κάθε φορά που με κοίταζες και τα μάγουλά σου γίνονταν ροζ, δεν λέγονται! Τώρα, λοιπόν, μπορείς αν θες να φύγεις. Ξέρεις ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα κι αν σε εκμεταλλεύτηκα ή όχι”. Έκατσε ξανά στο τραπέζι και ήπιε με μιας το κρασί που είχε στο ποτήρι.
Η Σοφία έμεινε για λίγο ακίνητη και μετά έκατσε απέναντι του.

“Δεν θα φύγω, γιατί είσαι ο λόγος που χώρισα με την πολυετή σχέση μου όταν γύρισα στην Αθήνα. Δεν μπορούσα να σε βγάλω από το μυαλό μου. Το μάτια σου, η φωνή σου, όλα με είχαν στοιχειώσει! Και είχα φτάσει ολόκληρη γυναίκα να συμπεριφέρομαι σαν έφηβη!”, είπε και τα μάτια της γυάλιζαν
“Έφυγες όμως”, της απάντησε αυστηρά ο Αλέξανδρος
“Πώς να μείνω κάπου που δεν μπορώ να καταλάβω τι νιώθει ο άλλος; Να διεκδικήσω τι, όταν όλες σε γδύνουν με τα μάτια τους κι εσύ ή θα επιλέξεις να παραμείνεις ανέκφραστος ή θα προσεγγίσεις το θύμα σου σαν πάνθηρας έτοιμος να το καταβροχθίσει; Οπως διαπίστωσες κι εσύ είμαι της σχέσης… αλλά… μαζί σου είμαι έτοιμη να το ρισκάρω”, είπε έχοντας μαζέψει όλο το θάρρος της, ενώ ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε
“Φάε το φαγητό σου. Θα πρέπει να σε πάω κάπου μετά”, ήταν η απάντησή του και η Σοφία κατέβασε το βλέμμα, έπιασε τα μαχαιροπίρουνα και σιωπηλά άδειασε το πιάτο της, μιας και από το πρωί ήταν μόνο με καφέδες, κάτι που έκανε την κοιλιά της να πονάει.

Μετά από μια ώρα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου και κατευθύνονταν προς άγνωστη για την Σοφία κατεύθυνση. Η ίδια δεν ρώτησε να μάθει τίποτα και μόνο όταν έστριψαν σε έναν σκοτεινό επαρχιακό δρόμο που φαινόταν να μην βγάζει πουθενά ρώτησε πού πήγαιναν.
“Πάλι βιάζεσαι”, της απάντησε ο Αλέξανδρος και ένα πονηρό γελιο μόλις που ακούστηκε. Μετά από δέκα λεπτά βρέθηκαν μπροστά από μια μεγάλη κατάλευκη μάντρα, η οποία άνοιξε απαλά για να περάσει το όχημα και στο βάθος φαινόταν μια εξίσου λευκή μονοκατοικία. Πάρκαραν στην είσοδο της εξώπορτας.
“Πού είμαστε;”, ρώτησε σιγανά η Σοφία, σε μια προσπάθεια της να μην ταράξει την απόλυτη ησυχία που υπήρχε τριγύρω
“Είναι το σπίτι των γονιών μου, οι οποίοι αποφάσισαν να φύγουν μόνιμα από την Αθήνα και να αναζητήσουν την εξοχή. Αυτή την περίοδο λείπουν ταξίδι. Σκέφτηκα, μετά τα όσα μου είπες κι εσύ, ότι θα ήταν καλύτερο να είμαστε κάπου που θα έχουμε ελευθερία κινήσεων και όχι σε ένα διαμέρισμα, με αδιάκριτους γύρω γύρω”

Η Σοφία ξεροκατάπιε. Ένιωθε τη θέρμη ανάμεσα στα πόδια της και ένιωθε ντροπή και έξαψη ταυτόχρονα που ένας άντρας μόνο με το βλέμμα του της προκαλούσε τέτοια ταραχή!

“Λοιπόν…”, είπε ο Αλέξανδρος και στήριξε τους καρπούς του πάνω στο τιμόνι. “Θέλεις να πάμε μέσα;”
“Ναι”, απάντησε σχεδόν ξέπνοα η Σοφία
“Εσύ θα πας πρώτη. Αλλά για να μπεις μέσα θα πρέπει να βγάλεις πρώτα όλα σου τα ρούχα και να περπατήσεις γυμνή μέχρι την είσοδο”
Η Σοφία τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
“Είπες ότι είσαι έτοιμη να το ρισκάρεις μαζί μου. Τελευταία ευκαιρία. Αν μου πεις να φύγουμε τώρα, θα το κάνω και δεν θα σε ενοχλήσω ποτέ ξανά”

Η Σοφία χαλάρωσε τους ώμους και άφησε το τσαντάκι στα πόδια της. Κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια άρχισε να κατεβάζει αργά το φερμουάρ του φορέματός της, που μέσα στην τόση ησυχία το μόνο που ακουγόταν ήταν αυτό και οι βαριές κόφτες ανάσες τους. Το άφησε να πέσει αποκαλύπτοντας το στήθος της και στη συνέχεια το έσπρωξε με τα χέρια ως κάτω, μένοντας μόνο με τα παπούτσια, τα σκουλαρίκια και το εσώρουχό της.
“Μην βγάλεις τίποτε άλλο!”, της είπε σε αυστηρό τόνο ο Αλέξανδρος “Βγες έξω και περπάτα μέχρι την είσοδο. Αργά”.

Η Σοφία άνοιξε την πόρτα και βγαίνοντας στο κρύο όλο το κορμί της τσίτωσε, κάτι που έκανε τον Αλέξανδρο να μην μπορεί να ελέγξει άλλο τον εαυτό του. Χωρίς να τον κοιτάξει, έκανε ακριβώς ότι της είπε. Μόλις έφτασε στην είσοδο, ο Αλέξανδρος βγήκε από το αμάξι, το κλείδωσε και περπάτησε αργά προς το μέρος της. Την προσπέρασε και ξεκλείδωσε την πόρτα. Άνοιξε τον κρυφό φωτισμό και την θέρμανση και την πρόσταξε να μπει μέσα και να κάτσει στον κεντρικό καναπέ. Η Σοφία δεν έφερε καμία αντίρρηση. Ήταν σαν να την είχε μαγέψει με τη φωνή του.

Δεν έπαιρνε τα μάτια του από το κορμί της και αφού έγλειψε τα χείλη του, άρχισε να αφαιρεί και τα δικά του ρούχα. Στην αποκάλυψη του γυμνασμένου του κορμιού και του μεγάλου τατουάζ που δέσποζε στο στήθος του, η Σοφία έβγαλε ένα βογκητό. Εκείνος χαμογέλασε από ικανοποίηση και την πλησίασε. Ακούμπησε τα τραχιά δάχτυλα του πάνω στο βελούδινο δέρμα της. Πρώτα άγγιξε το κούτελό της και έκανε πέρα μια τούφα από τα μαλλιά της, μετά χάιδεψε τα μάγουλά της, πέρασε τον αντίχειρά του από τα χείλη της και έπειτα τον δείκτη από τον λαιμό της, καταλήγοντας ανάμεσα στο στήθος της. Η Σοφία έβγαλε κι άλλο βογκητό που τον έκανε να τρελαθεί, αλλά δεν επιτάχυνε την διαδικασία. Συνέχισε με το ίδιο δάχτυλο τη διαδρομή στη κοιλιά της, μέχρι που έφτασε πάνω από το εσώρουχό της. Η υγρασία τον έκανε να ανοίξει τα πόδια της με τα χέρια του, να σκίσει με μια κίνηση το δαντελωτό μαύρο εσώρουχο και να την γευτεί. Η πλάτη της Σοφίας είχε σχηματίσει ένα τόξο και τα βογκητά της είχαν ενταθεί. Μόνο αφού έβγαλε μια κραυγή ικανοποίησης σταμάτησε και την κοίταξε.
“Κατάλαβες που έμπλεξες;”, την ρώτησε ψιθυριστά ο Αλέξανδρος
“Μη σταματήσεις ποτέ…”, του απάντησε η Σοφία ενώ τον κοίταζε ξέπνοη

Την επόμενη στιγμή, ένιωσε έναν δυνατό πόνο ανάμεσα στα πόδια της, που αμέσως μετατράπηκε σε ηδονή, ενώ ο Αλέξανδρος είχε καλύψει το σώμα της με το δικό του και έμπαινε μέσα της με δύναμη. Περιμένε τη Σοφία να φτάσει στη κορύφωση για να τελειώσει πάνω στο κορμί της.

Οι δύο τους ανέσαιναν βαριά. Ο Αλέξανδρος χάιδεψε τα χείλη της. Την πλησίασε και το φιλί που ακολούθησε ήταν έντονο. Σαν να περίμεναν μια ζωή για αυτό. Την δάγκωσε στο κάτω χείλος. Το “άουτς” της Σοφίας ήταν αρκετό για να την αρπάξει, να την γυρίσει μπρούμυτα και να μπει μέσα της ξανά με μανία. Η Σοφία φώναζε και τον παρακαλούσε να κάνει πιο δυνατά.
“Τελείωσε για μένα”, της είπε και ακόμα κι εκεί έπραξε ακριβώς όπως της ζήτησε. Ξάπλωσαν στο πάτωμα και τότε ο Αλέξανδρος την σκέπασε με μια ελαφριά κουβέρτα και την πήρε αγκαλιά. “Θα με τρελάνεις;”.
“Αν αυτό είναι το σκοτάδι σου, το θέλω”, του απάντησε
“Πολύ θάρρος πήρες”
“Ήταν να μην πάρω το ρίσκο τελικά”, είπε η Σοφία με πονηρό χαμόγελο και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο στήθος του
“Για πρώτη φορά νιώθω ότι μια γυναίκα μπορεί να με κάνει να αισθανθώ όσα φοβόμουν τόσο καιρό. Δεν πίστευα στον έρωτα…”, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος και της χάιδεψε τα μαλλιά
“Είπε κάτι;”, ρώτησε η Σοφία
“Όχι φως μου”, της απάντησε και τη φίλησε στο κούτελο.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading