Η νύχτα ήταν κρύα και υγρή. Η θερμοκρασία ήταν κοντά στο μηδέν και το ψιλόβροχο που έπεφτε, έδειχνε πως σύντομα θα μετατρεπόταν σε χιόνι. Ήταν απ’ τις νύχτες που το μόνο που θέλεις είναι να μείνεις σπίτι, αγκαλιά με κανένα γκομενάκι να κάνετε τα δικά σας. Ή έστω κουκουλωμένος στον καναπέ μ’ ένα ποτήρι ουίσκι και απαλή μουσική. Αντί για κάτι απ’ αυτά όμως, εκείνος ήταν αναγκασμένος να τρέχει στην άλλη άκρη της πόλης βραδιάτικα. Βλαστήμησε χαμηλόφωνα και φρέναρε απαλά μπροστά στο φανάρι.
Κοίταξε γύρω του, οι δρόμοι ήταν άδειοι και στα δεξιά του μια λάμπα τρεμόπαιζε, κάνοντας το σκηνικό να μοιάζει με ταινία τρόμου. Αναστέναξε δυνατά και έστρεψε τα μάτια του στο φανάρι, που παρέμενε πεισματικά κόκκινο. Κάτι στην περιφερειακή του όραση, του τράβηξε το βλέμμα προς τα αριστερά. Είδε μια γυναίκα να προχωράει με γρήγορα βήματα δίπλα στο πεζοδρόμιο και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Ήταν εμφανώς αγχωμένη, κάθε λίγο κοιτούσε πίσω της. Το φανάρι έγινε πράσινο, μα εκείνος δεν ξεκίνησε, είδε τη γυναίκα να του κάνει νοήματα με τα χέρια του και ν’ αρχίσει να τρέχει. Μέχρι να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, μια μεγαλόσωμη σκιά βγήκε απ’ το στενό κι άρχισε να τρέχει πίσω απ’ τη γυναίκα. Ένιωσε μια ταραχή μπροστά σ’ αυτό το θέαμα. Η γυναίκα έφτασε δίπλα του και άρχισε να φωνάζει “Βοήθεια! Σε παρακαλώ!”. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ξεκλείδωσε τις πόρτες και της έκανε νόημα να μπει, ενώ το βλέμμα του έπεσε στον άντρα που είχε φτάσει πολύ κοντά τους. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό, διέκρινε μια ουλή στο αριστερό του μάγουλο και τα μάτια του έδειχναν άγρια, σχεδόν παγωμένα. Κάρφωσε την πρώτη και γκάζωσε.
Κοίταξε απ’ το μεσαίο καθρέφτη τον άντρα, που παρέμεινε εκεί, στη μέση του παγωμένου δρόμου, με το βλέμμα του καρφωμένο στο αυτοκίνητο. “Είσαι καλά;”, τη ρώτησε με εμφανή την ταραχή στη φωνή του. Η άγνωστη γυναίκα είχε μαζευτεί ένα κουβαράκι στην θέση του συνοδηγού κι έκλαιγε σιωπηλά.
Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχαν απομακρυνθεί αρκετά, με απαλές κινήσεις σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά. Σήκωσε το χειρόφρενο και την κοίταξε. Δεν έπρεπε να ήταν πάνω από εικοσιπέντε χρονών. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και ίσια και τα μάτια της, τα μεγάλα καστανά μάτια της, ήταν μουτζουρωμένα από το όποιο μακιγιάζ φορούσε νωρίτερα. “Όλα είναι καλά τώρα, ηρέμησε…”, της είπε με χαμηλωμένη φωνή. Εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει και να κλαίει, ενώ το σώμα της τρανταζόταν από λυγμούς και έτρεμε εμφανώς. “Έχουμε απομακρυνθεί, δεν κινδυνεύεις πια… Πιές λίγο νερό”, της έτεινε το μπουκαλάκι που είχε στο πλάι της πόρτας του. Εκείνη πήρε το μπουκάλι τρέμοντας κι ήπιε λαίμαργα δυο γουλιές. Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις προθέσεις του. “Είσαι εντάξει, είσαι ασφαλής…”, συνέχισε εκείνος. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και σαν να ένιωσε την ειλικρίνεια στο βλέμμα του και κάπως άφησε το σώμα της να χαλαρώσει. Σηκώθηκε ελαφρώς στη θέση της. “Ευχαριστώ… Σας ευχαριστώ… αν δεν ήσασταν εκεί…”, πρόλαβε μόνο να πει, πριν βάλει και πάλι τα κλάματα.
Ο Νίκος κοίταξε το ρολόι του, κόντευε μία και μισή και δεν έπρεπε ν’ αργήσει σ’ αυτή τη συνάντηση, αλλά και τι να κάνει; Να παρατήσει μόνη γυναίκα στο δρόμο, μετά από παραλίγο επίθεση; “Να σε επιστρέψω στο σπίτι σου;”, ψέλλισε, ενώ ταυτόχρονα αναστέναξε σκεπτόμενος πως είχε μπλέξει στα καλά καθούμενα. Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι. “Δεν είναι μακριά… σας ευχαριστώ… πολύ…” είπε μέσα από έντονους λυγμούς.
Άρχισε να του δίνει οδηγίες για τη διαδρομή, ενώ ταυτόχρονα του εξηγούσε τι είχε συμβεί. Ο τύπος ήταν μέσα στο μετρό μαζί της. Την κοιτούσε έντονα από ώρα, αλλά εκείνη έκανε ότι δεν καταλάβαινε. Όταν έφτασε στο τέρμα της διαδρομής, βγήκε απ’ το βαγόνι και διαπίστωσε πως αυτός ήταν στο κατόπι της. Δεν την κυνήγησε απ’ την αρχή, αλλά βρισκόταν μονίμως πίσω της. Δυστυχώς έπρεπε να περάσει μέσα από στενά για να βγει στον κεντρικό και οι δρόμοι ήταν έρημοι, κανένας περαστικός για να ζητήσει βοήθεια. Όταν είδε μπροστά της τον κεντρικό δρόμο, διαπίστωσε πως αυτός άρχισε να περπατάει γρηγορότερα, προφανώς για να την προλάβει πριν βγει στα φώτα, οπότε κι εκείνη άρχισε να τρέχει ευτυχώς που φορούσε αθλητικά παπούτσια. Και ευτυχώς που πρόλαβε να βγει στο δρόμο και να βρει ένα και μοναδικό αυτοκίνητο στο φανάρι. “Αν δεν ήσασταν κι εσείς εκεί, δεν ξέρω τι θα γινόταν!”, είπε στο τέλος και ξέσπασε ξανά σε κλάματα.
Η καρδιά του Νίκου είχε σφιχτεί απ’ τις περιγραφές και τα κλάματα της κοπέλας. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, έδειχνε να έχει κάπως ηρεμήσει, αν και κάποιοι λυγμοί πού και πού έκαναν το σώμα της να πάλλεται. Ήταν όμορφη, ήταν πολύ όμορφη! Σε άλλες συνθήκες, ο Νίκος δεν θα έχανε την ευκαιρία, σήμερα όμως τα πράγματα ήταν ζόρικα. Σε λίγη ώρα έπρεπε να είναι σε μια πολύ σημαντική συνάντηση και δεν μπορούσε ν’ αργήσει. “Φτάσαμε!”, την άκουσε να του λέει και σταμάτησε αμέσως στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Γύρισε και την κοίταξε, φαινόταν πιο ήρεμη από πριν, σχεδόν του χαμογέλασε. Ήταν ακόμη πιο όμορφη όταν χαμογελούσε! Κοίταξε τα μεγάλα καστανά της μάτια, τα ζουμερά της χείλη και το πλούσιο στήθος της που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά με την αναπνοή της μέσα απ’ το ανοιχτό μπουφάν. Ναι, υπό άλλες συνθήκες δεν θα την άφηνε να φύγει έτσι, αλλά ας όψεται… σκέφτηκε.
Ήταν έτοιμος να της πει καληνύχτα, όταν μια έντονη δέσμη φωτός έσπασε το απόλυτο σκοτάδι. Έστρεψε το βλέμμα μπροστά κι είδε έναν άντρα να κρατά ένα φακό στο ένα χέρι κι ένα… ένα όπλο στο άλλο. Και να τον σημαδεύει και με τα δύο. Κλάσματα δευτερολέπτου μετά, οι φακοί (και τα όπλα) έγιναν τρία. Γύρισε και κοίταξε την κοπέλα τρομαγμένος. Το ύφος της ήταν πιο τρομαγμένο απ’ το δικό του. Άρχισε να τσιρίζει, να βγάζει άναρθρες κραυγές και να γίνεται όλο και πιο σφιχτό κουβάρι πάνω στη θέση της. “Όχι! Μη! Σε παρακαλώ! Κάνε κάτι! Βοήθεια!”. Έβαλε αυθόρμητα το χέρι του μπροστά της προστατευτικά, ενώ παρέμεινε ψύχραιμος (επιφανειακά) να κοιτάζει τους τρεις άντρες. Έκανε μια αμυδρή κίνηση, να πιάσει κάτι απ’ το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου, αλλά ο ένας απ’ τους τρεις χαμογέλασε και φώναξε “Ούτε να το σκέφτεσαι!”. Αναμετρήθηκε για λίγο με το βλέμμα, αλλά κατάλαβε πως δεν υπήρχε ελπίδα διαφυγής. Ο ίδιος άντρας προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα του οδηγού και φώναξε “Άνοιξε!”. Η κοπέλα συνέχισε να ουρλιάζει και του έλεγε “Μην ανοίξεις! Θα μας σκοτώσουν!”, ήταν οριακά σε κατάσταση υστερίας. Ο Νίκος, σαν να μην την άκουσε, ξεκλείδωσε τις πόρτες κι άφησε με δύναμη το κεφάλι του να πέσει πάνω στη θέση. Ήξερε πως ήταν ήδη νεκρός. Κι αυτός κι η καημένη η κοπελίτσα, που της έμελλε να γλιτώσει απ’ τον τρελό και να πάει από όπλο, έξω απ’ το σπίτι της.
– Πού τα έχεις; ρώτησε ο άντρας με το όπλο στα χέρια, σε σπαστά ελληνικά
– Στο πορτ μπαγκάζ, πίσω απ’ τη ρεζέρβα… απάντησε ξέπνοα. Ήθελε απλά να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν δεν τους έλεγε, θα έψαχναν αφότου τον σκότωναν. Τουλάχιστον τώρα ήλπιζε πως θα το έκαναν γρήγορα κι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα.
Ένας απ’ τους άλλους δύο άντρες, κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, ο άλλος παρέμεινε μπροστά, σημαδεύοντάς τον ακόμη, ενώ ο τρίτος έμεινε δίπλα του μπροστά απ’ την ανοιχτή πόρτα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο πρώτος άντρας πήγε δίπλα στον συνεργό του που στεκόταν στην πόρτα, “είμαστε ok, πάμε”, είπε. Στο μεταξύ η κοπέλα είχε σταματήσει τις φωνές και τα κλάματα και κοιτούσε γύρω της με γουρλωμένα μάτια. Ήταν φανερό πως ήταν σε σοκ.
Οι δύο άντρες που στέκονταν δίπλα στην πόρτα του Νίκου, σήκωσαν ταυτόχρονα τα όπλα τους και τον σημάδεψαν στο κεφάλι. Ο τρίτος άντρας, εκείνος που τόση ώρα στεκόταν μπροστά στο αυτοκίνητο, προχώρησε προς την πόρτα του συνοδηγού. Την άνοιξε κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση στην κοπέλα, που χαμογελώντας βγήκε απ’ το αυτοκίνητο. Ο Νίκος τα είχε χαμένα. Η κοπέλα, περπάτησε με αργά βήματα δίπλα στους δύο άντρες και στάθηκε ανάμεσά τους. Τους κοίταξε κι άπλωσε το χέρι της και πήρε τη βαλίτσα. Την άνοιξε κοιτώντας τον Νίκο στα μάτια προκλητικά. Ήταν γεμάτη διαμάντια και άλλους πολύτιμους λίθους. Άστραψαν τα μάτια της στη θέα τους. Έκλεισε τη βαλίτσα και χαμογέλασε ικανοποιημένη.
– Ήξερα ότι είσαι ηλίθιος, αλλά δε σου κρύβω ότι δεν περίμενα να είσαι τόσο ηλίθιος! Έπρεπε να δεις τη φάτσα σου όταν με κοιτούσες που έκλαιγα! Απ’ τη μια να με κοιτάς τρυφερά κι απ’ την άλλη να έχεις κολλήσει και να κοιτάς τα βυζιά μου! Για γέλια είσαι! Αλλά τι συνεργάτες θα είχε ο Μπέκος;
– Πουτana! ούρλιαξε ο Νίκος που είχε καταλάβει πως του την είχαν φέρει κι έκανε να ορμήξει πάνω της
– Κόψε τα ζοριλίκια! Δεν περνάνε εδώ! τον προειδοποίησε με βραχνή φωνή ο ένας άντρας και με την κάνη κολλημένη στο μέτωπό του, τον έσπρωξε πίσω στη θέση του
– Δεν θα σε φάμε, αν και αυτό θα έπρεπε να κάνουμε. Χρειαζόμαστε όμως ένα κορόιδο να πάει να πει στον Μπέκο, πως κατάφερε να σε ξεγελάσει ένα μικρό κοριτσάκι και να σου τα πάρει όλα! Η κόρη του Χλιάρου να του πεις, θα καταλάβει. Χαιρετίσματα δως του απ’ το μπαμπά! είπε γελώντας και με τη βαλίτσα στο χέρι, χάθηκε μέσα στο σκοτάδι
Ο ένας άντρας κοπάνησε με δύναμη την πόρτα και του έκανε νόημα με το κεφάλι του να φύγει. Ο Νίκος πάτησε γκάζι κι εξαφανίστηκε.
Είχε ήδη αργήσει στη συνάντηση με το αφεντικό του, αλλά το χειρότερο ήταν ότι δεν είχε πια αυτό που όφειλε να του παραδώσει. Δεν τον είχαν σκοτώσει οι άλλοι, αλλά ήταν ήδη νεκρός και το ήξερε.
Το αυτοκίνητό του βρέθηκε την επομένη το μεσημέρι, σε απομονωμένη τοποθεσία. Ο Νίκος ήταν νεκρός στη θέση του οδηγού. Είχε αυτοκτονήσει με το ίδιο του το όπλο, αυτό που είχε κρυμμένο στο ντουλαπάκι.
Κική Γιοβανοπούλου
