Η Ρόζα

«Θυμάσαι την μέρα που χάθηκες;»

«Μαμά, μόνο εσύ την θυμάσαι πια».

«Πάρε την Ρόζα μαζί σου. Σε παρακαλώ».

«Κοιμάται. Άσε την».

«Άννα….» την παρακάλεσε με το βλέμμα της και λίγο πριν περάσει την πόρτα, κατάφερε να αλλάξει την γνώμη της κόρης της.

«Έχουμε κινητά, πλέον», έπιασε τελικά το λουρί στα χέρια της.

«Το ξέρω. Αυτό που δεν ξέρω, είναι γιατί πηγαίνετε και κάνετε εξερευνήσεις στο βουνό με την παρέα σου».

«Θα είμαστε πίσω πριν πέσει ο ήλιος», την φίλησε βιαστικά και έκλεισε πίσω της την πόρτα.

Η Κάτια στάθηκε στο παράθυρο και εκεί θα έμενε μέχρι να γυρίσει πίσω η Άννα. Είδε την κόρη της να χαιρετά τους φίλους της που την περίμεναν έξω και να χαϊδεύουν την Ρόζα. Ξεκίνησαν για την περιπέτειά τους. Μια περιπέτεια που πριν δέκα χρόνια είχε αποφασίσει να κάνει μόνη της η πεντάχρονη κόρη της.

Όταν είχε γυρίσει ο άντρας της στο σπίτι εκείνο το απόγευμα από την δουλειά και βρήκε ανοιχτή την πόρτα, κατάλαβε ότι κάτι είχε συμβεί. Είδε την γυναίκα του να έχει αποκοιμηθεί κουρασμένη στον καναπέ με το βιβλίο που διάβαζε στην Άννα ακόμα στα χέρια της.

«Κάτια… Ξύπνα, αγάπη μου», είπε απαλά ο Νίκος και προσπάθησε να μην την τρομάξει.

Μόλις η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε, είδε στα μάτια του την αγωνία για μια απάντηση. Αμέσως έψαξε με το βλέμμα της το παιδί.

«Πού είναι η Άννα;» ρώτησε αγχωμένη. Είδε την ανοιχτή πόρτα. «Όχι, όχι, όχι!», τράβηξε από τα πόδια της το σεντόνι και πετάχτηκε από τον καναπέ.

«Ψάξε το σπίτι πρώτα», την έπιασε σφιχτά από τους ώμους ο Νίκος, μα ο νους της ήδη έτρεχε με χίλια.

«Ξέχασα να κλειδώσω! Δεν είναι δυνατόν να ξέχασα να κλειδώσω!», άρχισε να τρέμει στα χέρια του.

«Κοίτα με. Ψάξε μέσα εσύ και εγώ έξω», επανέλαβε και την καθοδήγησε ψύχραιμα.

Όταν η Κάτια βγήκε ξανά στο σαλόνι αφού είχε ψάξει όλο το σπίτι, άκουσε το αμάξι του άντρα της να βγαίνει από το γκαράζ και να φεύγει. Τότε γονάτισε στο πάτωμα. Δεν την είχε βρει. Και πήγαινε να ψάξει στις άλλες γειτονιές. Έπιασε το τηλέφωνο να καλέσει την αστυνομία. Μα ο λυγμός στον λαιμό της, την έκανε να τραντάζεται ολόκληρη. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως έκανε αυτό το λάθος. Ένα λάθος που θα την γέμιζε τύψεις για πολλά χρόνια.

Η Ρόζα βγήκε από το δωμάτιο αγουροξυπνημένη. Πλησίασε με αργά βήματα την Κάτια, μα εκείνη την έδιωξε. Πλησίασε ξανά. Τότε η γυναίκα την αγκάλιασε κλαίγοντας. Είδε την πόρτα ανοιχτή. Ποτέ δεν ήταν η πόρτα ανοιχτή. Πλησίασε και στάθηκε στο κατώφλι. Κοίταξε έξω. Δεν είχε βγει ποτέ χωρίς λουρί. Δεν είχε βγει ποτέ έξω μόνη της. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε την Κάτια. Δεν έκανε τίποτα για να την σταματήσει. Τότε κατάλαβε. Κάτι κακό είχε γίνει. Και έφυγε και αυτή. Χωρίς να κοιτάξει πίσω της.

Το κινητό της Κάτιας χτύπησε. Το ακούμπησε στο αυτί και άκουσε τον Νίκο να λέει ότι έρχεται βοήθεια. Έρχονται φίλοι και συγγενείς να ψάξουν όλοι μαζί. Θα την βρουν, της είπε. Της το υποσχέθηκε. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι όσο άκουγε και κατάπινε τα δάκρυά της. Έπρεπε να σηκωθεί τώρα. Έπρεπε να την βρουν πριν πέσει ο ήλιος.

Το ηλιοβασίλεμα έβαφε το βουνό με τα χρώματά του όση ώρα η Ρόζα το εξερευνούσε. Σταματούσε να μυρίσει τα λουλούδια, τους θάμνους, τις πέτρες, ό,τι της τραβούσε το ενδιαφέρον. Όλα μύριζαν διαφορετικά σήμερα, ήταν ποτισμένα με τα δάκρυα της μικρής Άννας. Το ένα χωράφι δενόταν με το άλλο και όσο ανέβαινε από τα μονοπάτια τόσο πιο κοντά έφτανε στο βουνό.
Κάποια στιγμή τα χωράφια τελείωσαν και βγήκε σε έναν χωματόδρομο. Κοίταξε δεξιά. Κοίταξε αριστερά. Μπροστά της η βάση του θεόρατου βουνού. Άκουσε από κάτω αυτοκίνητα που πήγαιναν τριγύρω από την άσφαλτο. Άκουσε να φωνάζουν το όνομα της Άννας. Άκουσε να φωνάζουν και το δικό της όνομα. Ξεφύσηξε. Αποφάσισε να συνεχίσει.

Όσο ανέβαινε η Ρόζα τόσο κουραζόταν. Μπορεί να ήταν και εκείνη πέντε ετών, μεγαλόσωμη και δυνατή, μα πλέον διψούσε πολύ και η γλώσσα της κρεμόταν στα πλάγια. Μικροί θάμνοι υπήρχαν μόνο εκεί πάνω, με κοφτερά αγκάθια που προσπαθούσε να τα αποφεύγει. Μα αυτοί οι θάμνοι ήταν παντού. Άλλαζε συνέχεια κατεύθυνση σχηματίζοντας ζιγκ ζαγκ στην πορεία της. Δεν ήξερε αν μπορούσε να συνεχίσει. Μα έπρεπε.

Επιτέλους βγήκε σε ένα ξέφωτο. Ένα όμορφο ίσιο επίπεδο πριν την κορυφή του βουνού. Ήταν ό,τι έπρεπε για να ξεκουραστεί. Δέντρο δεν υπήρχε κανένα, μα ο ήλιος είχε πια χαθεί και ο ουρανός πάνω της άπλωνε το σκούρο γαλάζιο του χρώμα παντού. Έγειρε το κεφάλι πάνω στο μαλακό χώμα και έκλεισε τα μάτια. Ίσα που είχε αρχίσει να αποκοιμιέται και έβλεπε ότι ήταν στο σπίτι με την Άννα και έπαιζαν με τις κούκλες της. Πάντα της άρεσε αυτό το παιχνίδι με τα φλυτζάνια τσάι και τα κουκλάκια καθισμένα στα καρεκλάκια. Ακόμα κι όταν η μικρή της φορούσε εκείνο το ροζ καπέλο με τις φράουλες. ‘Ροζ’ ήταν η πρώτη λέξη που είπε μετά από μαμά και μπαμπά. Ροζ φώναζε και το κουτάβι της. Ρόζα την ονόμασαν όμως, μα ήταν ιδέα της Άννας. Πού να ήταν τώρα αυτή η μικρή δραπέτισσα…

Εκεί μέσα στον ύπνο της, τα μουστάκια της κουνήθηκαν. Άνοιξε απότομα τα μάτια. Από πού ερχόταν αυτή η μυρωδιά; Σηκώθηκε και άρχισε να γαβγίζει. Κοιτούσε παντού γύρω της και έκανε κύκλους με το σώμα. Γάβγιζε ξανά και ξανά. Όσο πιο δυνατά μπορούσε. Για να την ακούσει η Άννα. Για να την βρει η μικρή της. Εκεί ήταν! Την είδε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το μέρος της. Άκουγε το γάβγισμα και έτρεχε. Και η Ρόζα χαρούμενη έτρεξε προς την Άννα κουνώντας τόσο δυνατά την ουρά, που ήταν σαν να χόρευε όλο της το σώμα.
Αν μπορούσε να μιλήσει η Ρόζα, θα της τα έλεγε ένα χεράκι. Μα είχε τόσο χαρεί που την βρήκε, που έμειναν ξαπλωμένες κάτω στο χώμα να αγκαλιάζουν η μία την άλλη. Η Άννα χάιδευε την πυκνή γούνα της και την φιλούσε συνέχεια. Της έλεγε πόσο φοβόταν. Της είπε να την πάει σπίτι. Και η Ρόζα σηκώθηκε αμέσως και γάβγισε κοφτά. Ήταν έτοιμη.

Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί έξω από το σπίτι. Άλλοι μιλούσαν στο κινητό με όσους ήταν ξαμολημένοι να μάθουν νέα, άλλοι κάπνιζαν ταραγμένοι και άλλοι κρατούσαν από το χέρι την μητέρα να μην καταρρεύσει. Είχε αγανακτήσει να σηκωθεί από το πάτωμα και μόνο όταν βγήκε από το δωμάτιο η Λίζα, η ηλικιωμένη μαμά της Ρόζας, τότε σηκώθηκε η Κάτια από το πάτωμα. Βλέποντας την ανοιχτή πόρτα, άρχισε να γαβγίζει και να τραβάει την γυναίκα από το μανίκι για να σηκωθεί. Δεν έφυγε από κοντά της όσο ο κόσμος έψαχνε την Άννα. Δίπλα της περίμενε και αυτή να γυρίσει και το δικό της παιδί. Και το δικό της κορίτσι.

Ξαφνικά σηκώθηκε η Λίζα από το πλάι της και πετάχτηκε στον δρόμο και η Κάτια έτρεξε μονομιάς ξοπίσω της. Την κοίταξε που κουνούσε την ουρά της και κοιτούσε ευθεία. Μα εκείνη δεν έβλεπε τίποτα. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα για να ξεπροβάλει η Άννα με την Ρόζα από τα χωράφια. Και τότε τα τηλέφωνα πήραν πάλι φωτιά και οι άνθρωποι ξεφυσούσαν ανακουφισμένοι, χτυπώντας ο ένας την πλάτη του άλλου. Και η Κάτια είχε στην αγκαλιά της τα δύο κορίτσια που κατάφεραν να γυρίσουν πίσω σώες και αβλαβείς και οι δύο τους εκείνη τη μέρα.
Εκείνη τη μέρα που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα.

Και σήμερα, η Κάτια στεκόταν για άλλη μια φορά στο παράθυρο και περίμενε να γυρίσει η κόρη της πίσω από την βόλτα με τους φίλους της. Και ένιωθε ότι ήταν ακόμα στα πόδια της η Λίζα σαν εκείνη τη φορά για να της κρατά παρέα. Μόνο που τώρα η Ρόζα ήταν ηλικιωμένη και η Λίζα είχε φύγει από καιρό. Μα την ένιωθε ακόμα εκεί. Σαν να ήταν ακόμα δίπλα της, να της κρατά παρέα και να περιμένει και εκείνη την δική της κόρη να επιτρέψει. Σαν να περιμένει να είναι έτοιμη η Κάτια να προχωρήσει για να φύγει από κοντά της.

Όταν έκλεισε η πόρτα, η Άννα έλυσε το λουρί της κουρασμένης Ρόζας και την συνόδευσε στο δωμάτιο να ξαπλώσει. Ύστερα πλησίασε την μαμά της να την καληνυχτίσει.

«Έχεις δίκιο. Και εσύ και ο μπαμπάς σου. Δεν μπόρεσα ποτέ αυτά τα χρόνια να ξεχάσω ότι σε έχασα. Να ξεπεράσω ότι εγώ έφταιγα. Και αφήνω αυτό το άγχος να με τρώει και το μεταφέρω και σε εσένα. Έχεις δίκιο, Άννα. Τα κατάφερες πέντε ετών και σε εμπιστεύομαι ότι και στα δεκαπέντε θα γυρίσεις σπίτι ασφαλής», είπε και αγκάλιασε σφιχτά την κόρη της. Ένιωσε σαν να έφυγε ένα τεράστιο βάρος μέσα από την καρδιά της.

«Όσο είναι ακόμα μαζί μας η Ρόζα, μαμά, πάντα θα την έχω μαζί μου. Για να μην ανησυχείς. Δεν θα χρειαστεί να μου το ζητήσεις ξανά. Ξεχνάω ότι χάθηκα μικρή μα πάντα θυμάμαι ότι η Ρόζα με έσωσε».

Εκείνη την νύχτα η μητέρα άνοιξε την καρδιά της στην κόρη της και συμφιλιώθηκε με όσα ένιωθε. Εκείνη την νύχτα κατάφερε και συγχώρεσε τον εαυτό της. Ήταν η τελευταία φορά που περίμενε στο παράθυρο όση ώρα έλειπε η Άννα. Και ήταν το τελευταίο βράδυ που ένιωσε την Λίζα δίπλα της να της κρατάει συντροφιά. Γιατί η Λίζα ήξερε ότι η Κάτια δεν την χρειαζόταν άλλο πια. Ήταν έτοιμη. Και τώρα μπορούσε να φύγει.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading