Το άρωμα της Αλίκης

Η Αλίκη εργαζόταν σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα και δειγμάτιζε αρώματα. Η ομορφιά της ήταν εξωπραγματική και ο λόγος που έβρισκε εύκολα δουλειά. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε πάντα να αποδεικνύει σε όλους ότι ήταν το ίδιο ικανή με τους υπόλοιπους. Ότι είχε και μυαλό στο κεφάλι της, εκτός από λαμπερά ξανθά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, σαρκώδη χείλη και υπέροχα ζυγωματικά. Η γλυκιά αφέλειά της όμως πάντα νικούσε. Και δυστυχώς έτσι την έβλεπαν όλοι. Εκτός από εκείνον.

«Θέλετε να δοκιμάσετε το νέο μας άρωμα;» είπε με τσαχπινιά και ψέκασε το άρωμα πριν προλάβει ο άντρας να απαντήσει.

Οι δύο ψηλοί άντρες με τα μαύρα τον απομάκρυναν γρήγορα και μόνο το αμήχανο χαμόγελό του πρόλαβε να δει η Αλίκη. Αμέσως σκέφτηκε ότι έκανε πάλι χαζομάρα και μάλλον κάποιος διάσημος θα ήταν, κάποιος ηθοποιός ή τραγουδιστής. Κοίταξε γύρω της να δει μήπως κάποιος άλλος είχε δει την σκηνή και για κακή της τύχη παρατήρησε δύο πωλήτριες να γελάνε σε μια γωνία. Μόλις τις κοίταξε, έκαναν ότι συνέχιζαν την δουλειά τους, μα ήξερε ότι ακόμα μιλούσαν για το ατυχές περιστατικό. Άλλη μια χαζομάρα προστέθηκε στο ενεργητικό της, που θα συζητιόταν για καιρό στα πηγαδάκια τους. Μάλωνε τον εαυτό της και προσπαθούσε να συγκεντρωθεί για να συνεχίσει την δουλειά της. Μα η διάθεσή της είχε χαλάσει για τα καλά.

Στο σχόλασμα την πέτυχε μια συνάδελφος και της ζήτησε να περιμένει για να φύγουν μαζί.

«Μα καλά τι έκανες πάλι; Δεν είδες ότι είχε συνοδεία;»

«Όχι, βρε Κική μου. Δεν τους είδα».

«Κοτζάμ μπράβοι, θεόρατοι, με τα κατάμαυρα γυαλιά και ρούχα και τα ακουστικά στα αυτιά, τίποτα από αυτά δεν είδες;»

«Όχι, σου λέω», άναψε τσιγάρο μόλις πάτησαν έξω από το κτήριο.

«Πού ονειροπολούσες πάλι;» την ρώτησε και εκείνη χαμογέλασε.

Πού να ονειροπολούσε άραγε; Μόλις είδε εκείνον τον άντρα εξαφανίστηκαν όλα από γύρω της. Σαν να ξέχασε πού ήταν και ποια ήταν. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Τον κοιτούσε που πήγαινε προς το μέρος της αργά και αποφασιστικά, με τα βήματα του άντρα που πατάει γερά στα πόδια του. Τα άγρια χαρακτηριστικά του, τα μαύρα μαλλιά και μάτια, τα καλοξυρισμένα μάγουλα, όλα πάνω του την μαγνήτισαν. Και εκείνο το βλέμμα, το σίγουρο, πως ξέρει ποιος είναι και τι κάνει. Την σαγήνευσε μέσα σε ένα λεπτό.

«Σου μιλάω, Αλίκη. Δεν ακούς;» ρώτησε η συνάδελφός της και μετά κοίταξε και εκείνη αυτό που έβλεπε αποσβολωμένη η φίλη της. «Να πηγαίνω καλύτερα εγώ. Πάρε με τηλέφωνο», είπε με νόημα και την σκούντησε στον ώμο. Η Αλίκη κούνησε το κεφάλι και προχώρησε μόνη της.

«Γειά», κατάφερε να ψελλίσει.

«Γειά σου», της είπε και αυτός, ενώ οι άντρες του στέκονταν μερικά βήματα πίσω και δεν φαίνονταν ευχαριστημένοι με την απόφασή του να περιμένουν για να μιλήσει σε εκείνη την κοπέλα.

«Συγγνώμη για πριν που σας ψέκασα χωρίς να ρωτήσω. Αγχώθηκα», παραδέχτηκε και το πρόσωπό της μόρφασε σαν να έλεγε ότι ήλπιζε να μην είχε βρεθεί σε μπελάδες τώρα.

«Δεν πειράζει», γέλασε αγχωμένα και της έκανε εντύπωση, γιατί τίποτα πάνω του δεν πρόδιδε αμηχανία, εκτός από το χαμόγελό του πριν και το γέλιο του τώρα. Μα δεν ήξερε ακόμη ότι εκείνη ήταν η αιτία.

«Μπορώ να κάνω κάτι άλλο για εσάς;» τον ρώτησε και ευχόταν να μην της πει ότι χάλασε κάποιο από τα ρούχα του, γιατί έτσι όπως τα έβλεπε δεν υπήρχε ελπίδα να αντικαταστήσει ποτέ τέτοιο κουστούμι.

«Ναι. Να βγεις για δείπνο μαζί μου. Απόψε. Στις 8».

«Ποια εγώ;» ρώτησε και είδε τους άντρες του από πίσω να ανταλλάσσουν ειρωνικά βλέμματα μεταξύ τους.

«Στείλε μου την διεύθυνση και θα περάσω να σε πάρω», της έδωσε μια κάρτα και έφυγε ενώ η Αλίκη ακόμα την διάβαζε.

Όταν σήκωσε το κεφάλι, τους είδε να απομακρύνονται στον πλακόστρωτο, μέχρι που βγήκαν στον δρόμο και ένα αυτοκίνητο σταμάτησε και τους πήρε.

«Στείλε της το άρωμα. Πες της ότι το διάλεξα προσωπικά», είπε στον βοηθό του που ήταν ήδη μέσα και έβαζε τα γυαλιά του για να σημειώσει τις επόμενες εντολές.

«Και με την μικρούλα τι θα γίνει;» ρώτησε ένας από τους άντρες με τα μαύρα.

Εκείνος δε απάντησε, μόνο κοίταξε έξω από το τζάμι και χαμογέλασε αμήχανα, κάνοντας πάλι τους άντρες του να δυσανασχετήσουν.

«Όνομα και τηλέφωνο γράφει μόνο», εξηγούσε στην φίλη της, όσο ανακάτευε τα ρούχα στην ντουλάπα για να βρει τι θα φορέσει.

«Λες να είναι κανένας πολιτικός;» ρώτησε η Κική, που είχε κολλήσει το κινητό στο αυτί της για να μάθει όλες τις λεπτομέρειες.

«Δεν ξέρω. Ελπίζω όχι! Κάποιος επιχειρηματίας μήπως; Τι κάνω εγώ τώρα και δέχτηκα να βγω μαζί του, μου λες;» χτύπησε το κούτελό της, μια κίνηση που συνήθιζε να κάνει κάθε φορά που ένιωθε χαζή.

«Μην του δώσεις ακριβή διεύθυνση. Πες ένα δύο στενά παρακάτω».

«Δίκιο έχεις. Ευτυχώς έχω και εσένα, Κική».

«Μια χαρά θα τα πας. Μην ανησυχείς τόσο. Κοίταξε να το απολαύσεις. Και να με πάρεις ξανά όταν γυρίσεις να μου τα πεις όλα!» συμφώνησαν και έκλεισαν το τηλέφωνο.

Η Αλίκη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη κρατώντας το σκούρο γαλάζιο φόρεμα που ήταν το αγαπημένο της. Έβαλε ψηλά παπούτσια, πήρε την τσάντα της και βγήκε να περιμένει στο σημείο που του έστειλε, δύο στενά παρακάτω από το σπίτι της.

Το αμάξι έφτασε και σταμάτησε μπροστά της. Εκείνη γρήγορα άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, μα ο άντρας που οδηγούσε, της είπε ότι έπρεπε να κάτσει πίσω και όχι δίπλα του. Εκείνη κατάπιε την ντροπή της για ακόμα μια φορά. Μετά από λίγη ώρα έφτασαν έξω από ένα υπέροχο εστιατόριο και ο οδηγός της είπε να μην βιαστεί πάλι και να περιμένει να της ανοίξει εκείνος την πόρτα. Ήδη το μυαλό της είχε κουραστεί με όλους αυτούς τους κανόνες μόνο και μόνο για μια σύντομη μετακίνηση.

Ο Μάρκος την περίμενε στην είσοδο, έπιασε το χέρι της, το φίλησε απαλά και της άνοιξε την πόρτα για να περάσει. Ο σερβιτόρος τους οδήγησε στο τραπέζι τους, όπου η Αλίκη παρατήρησε πριν ακόμη κάτσει, το πόσο προσεχτικά μα και περίπλοκα ήταν στρωμένο. Μέσα της ένιωθε ότι θα ήταν το πρώτο και τελευταίο ραντεβού με αυτόν τον άντρα και αποφάσισε να μην κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει ότι οι κόσμοι τους ήταν τόσο διαφορετικοί που δεν θα μπορούσαν ποτέ να συναντηθούν.

«Δεν ξέρω να τα χρησιμοποιώ όλα αυτά», είπε εκείνη και μόρφασε.

«Διάλεξε τότε όποιο σε βολεύει», ανασήκωσε τους ώμους του, γιατί βρήκε χαριτωμένη την έκφραση της ειλικρίνειάς της. Είχε παρατηρήσει ότι όποτε αυτό το κορίτσι ένιωθε άβολα, έκανε και μια διαφορετική έκφραση με το πρόσωπό του. Δεν έμοιαζε καθόλου με τις γυναίκες που είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Μέσα σε μια μέρα ένιωθε σαν να την ήξερε όλη του τη ζωή.

Τα μοσχομυριστά πιάτα έφταναν το ένα μετά το άλλο και απολάμβαναν το γεύμα τους και το υπέροχο κρασί. Ο Μάρκος γελούσε συνέχεια με τα αστεία της και η Αλίκη είχε χαλαρώσει και περνούσε ωραία. Τον έπιανε με το βλέμμα της να την κοιτάζει όσο έτρωγε και χωρίς να σηκώνει τα μάτια της του χαμογελούσε πονηρά. Και τότε λύνονταν και οι δύο στα γέλια.

Όταν έφτασε το γλυκό, ήρθε ξοπίσω και μια εξαγριωμένη γυναίκα που έδιωξε τον σερβιτόρο και άφησε μπροστά στο πιάτο του Μάρκου ένα κουτί με άρωμα. Εκείνος έλειπε στο μπάνιο. Η Αλίκη έμεινε να την κοιτάζει όσο η άγνωστη γυναίκα την απειλούσε με ερωτήσεις.

«Ξέρεις τι είναι αυτό;» την ρώτησε και η Αλίκη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Είναι το τέλος της σχέσης μου με τον Μάρκο. Είχαμε συμφωνήσει πως έτσι θα λήξουμε την σχέση μας αν έρθει εκείνη η ώρα. Με αυτό το μήνυμα. Σήμερα μου ήρθε το πακέτο. Και για αυτό φταις εσύ. Εσύ! Κοίτα πώς είσαι! Ένα χαζοχαρούμενο κοριτσάκι! Τι νομίζεις ότι βρήκε ένας τέτοιος άντρας σε κάποια σαν εσένα; Πες μου! Δεν το βλέπεις; Εμένα προσπαθεί να ξεπεράσει! Και σε χρησιμοποιεί για να με ξεχάσει. Είσαι τόσο χαζή; Τι άλλο μπορεί να θέλει από εσένα; Σε είδα που ούτε τα μαχαιροπίρουνα δεν ξέρεις να ξεχωρίσεις!», έσκασε στα γέλια.

«Και περίμενες να φύγω από το τραπέζι για να της επιτεθείς;»

«Μάρκο… Εγώ απλά…»

«Εσύ, απλά, Νάνσυ, δείχνεις για άλλη μια φορά το πραγματικό σου πρόσωπο και αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να χωρίσουμε. Σε παρακαλώ τώρα να φύγεις. Και να μην πλησιάσεις ξανά την κοπέλα μου».

«Την κοπέλα του;» σκεφτόταν η Αλίκη που αυτό της έμεινε από όλη τη συζήτηση. Μα ήθελε να βεβαιωθεί ότι όντως δεν ήταν εκείνη η αιτία να χωρίσει από αυτή τη γυναίκα. Όχι πως δεν θα είχε τα δίκια του ο Μάρκος, η γλώσσα της έσπαζε κόκαλα. Μα ήθελε να ξέρει ότι ήταν δική του απόφαση και δεν μπήκε ανάμεσα στο ζευγάρι.

«Με συγχωρείς για αυτό», της είπε και έκατσε ξανά στην θέση του. «Από εδώ και πέρα θα έχεις πάντα συνοδεία έναν από τους δύο», έδειξε τους άντρες που επέστρεψαν μαζί του και τώρα στέκονταν από πάνω τους.

«Κύριε Στεργίου…» πήγαν να διαμαρτυρηθούν, μα δεν χρειάστηκε κάτι παραπάνω από ένα βλέμμα για να σωπάσουν και να αποχωρήσουν παραπέρα.

«Μάρκο, θέλω να μου πεις την αλήθεια. Δεν μπήκα εγώ ανάμεσά σας, σωστά;»

«Σωστά. Εσύ ήσουν το σημάδι ότι έκανα το σωστό, γιατί σήμερα ήμουν αποφασισμένος να τελειώσω μαζί της. Έτσι μπήκα στο κατάστημα που δουλεύεις για να πάρω το λάθος άρωμα, ένα τόσο φθηνό που δεν θα το φορούσε ποτέ. Έτσι το είχαμε συμφωνήσει. Ήταν το μήνυμα πως θα ήταν το τελευταίο δώρο που θα της έκανα ποτέ. Υποτίθεται ότι μόλις έπαιρνε ένα τέτοιο δώρο θα ήξερε ότι ήταν το τέλος. Και θα χωρίζαμε πολιτισμένα. Ούτως ή άλλως η σχέση μας ήταν περισσότερο επαγγελματική παρά ρομαντική. Μια συμφωνία ήταν και αυτή. Αλλά δεν θέλω να σε κουράζω άλλο με τα λάθη μου. Και ελπίζω να μην χάλασε εντελώς η βραδιά μας. Το μόνο που θέλω να ξέρεις, είναι ότι μόλις σε είδα κατάλαβα ότι έκανα το σωστό για πρώτη φορά. Γιατί δεν ήθελα άλλο να ζω μόνο για την δουλειά μου. Να κάνω σχέσεις που ήταν αποδέκτες για την εικόνα μου. Ήθελα να ερωτευτώ. Και αυτό έκανα».

«Με εμένα;»

«Ναι, με εσένα!» γέλασε, γιατί τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα και τον κοίταζε με εκείνη την έκφραση του παιδιού που είναι γεμάτο απορίες.

«Θα φάμε το γλυκό τώρα που έφυγε αυτή;»

«Φυσικά και θα το φάμε! Και αυτό και όσα ακόμα θέλεις».

«Το εννοείς δηλαδή αυτό που είπες. Ότι είμαι η κοπέλα σου;»

«Φυσικά. Αν το θέλεις και εσύ. Έχω μόνο σοβαρές προθέσεις για εσένα. Γιατί εσένα σε διάλεξε η καρδιά μου. Και όσο κι αν προσπαθήσω, δεν μπορώ να της πάω κόντρα».

«Τότε, αφού είμαι η κοπέλα σου, γιατί δεν με έχεις φιλήσει ακόμα;»

«Απαράδεκτος. Το ξέρω», πέταξε την πετσέτα του στο τραπέζι και πήγε γρήγορα και γονάτισε μπροστά της. Την φίλησε απαλά μα εκείνη τον έσφιξε ακόμα πιο κοντά της.

Οι δύο άντρες που τους παρακολουθούσαν, θεώρησαν ότι το αφεντικό το έχασε το μυαλό του. Του το έκλεψε εκείνο το αλαφροΐσκιωτο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια που τον ψέκασε κατά λάθος εκείνο το πρωί με το άρωμά της.

Και μάλλον έτσι πρέπει να ήταν, γιατί σε μια βδομάδα η Αλίκη είχε ήδη μετακομίσει στο σπίτι του. Μέσα σε ένα μήνα ετοίμαζαν ήδη τον γάμο τους για το τέλος του χρόνου. Ένας γάμος που άφησε εποχή, όχι για την πολυτέλειά του, αλλά για το αντίθετο. Ο πάμπλουτος επιχειρηματίας παντρεύτηκε απλά και λιτά, επειδή δεν τον ενδιέφερε πια να ικανοποιεί τις ορέξεις του κόσμου και τις επιταγές της θέσης του.

Και τι έκανε πλέον με τα χρήματά του; Αυτή η κοπελίτσα αποφάσισε και για αυτό. Σίγουρα του είχε πάρει τα μυαλά. Παραιτήθηκε από την δουλειά της και διεύθυνε πια ένα ίδρυμα που πήρε το όνομά της και έτρεχε το μεγάλο φιλανθρωπικό έργο της εταιρίας του συζύγου της. Όλα δική της ιδέα ήταν. Που αυτός ποτέ δεν είχε δώσει τόση σημασία στην φιλανθρωπία, παρά μόνο έκανε όσα και οι υπόλοιποι, τις περισσότερες φορές για τα μάτια του κόσμου. Και κουνούσαν το κεφάλι οι άντρες του με όσα έβλεπαν όπως και πολλοί άνθρωποι. Κουνούσαν το κεφάλι κάθε φορά που έβαζε μουσική στο σπίτι και χόρευε πάνω στα πανάκριβα έπιπλα και το αφεντικό καθόταν απλά και την θαύμαζε. Που σταματούσε σε κάθε κακομοίρη άστεγο που έβλεπε στον δρόμο και έδινε χαρτονομίσματα χωρίς καν να κοιτά τι δίνει. Σάμπως δικά της ήταν; Που ό,τι βρώμικο αδέσποτο έβρισκε, το κουβαλούσε στην έπαυλη και τώρα έτρεχαν έξω στους κήπους σκυλιά και γατιά και τρόμαζε ο κηπουρός να πατήσει το πόδι του να κλαδέψει τους θάμνους. Που τους άλλαξε μέχρι και το μενού και μήνυσε στην μαγείρισσα να φτιάχνει πιο απλά φαγητά. Πάνε τώρα τα εκλεκτά κρέατα και τα χαβιάρια που είχαν συνηθίσει. Έγιναν μακαρονάδες και όσπρια και σούπες όπως έτρωγε ο απλός λαός. Πάνε οι πολυτελείς δεξιώσεις, οι αγώνες με τα άλογα και οι διακοπές στα θέρετρα που συνόδευαν το αφεντικό. Τώρα πήγαιναν σινεμά και λούνα παρκ, εκδρομές στο βουνό και τις Κυριακές στην εκκλησία. Πού θα πήγαινε πια αυτή η κατάσταση;

Οι δύο άντρες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καταλάβει η κυρία τους ότι δεν συμφωνούσαν με τις αλλαγές που είχε φέρει στην ζωή τους. Όταν κατάλαβε ο Μάρκος ότι έφερναν σε δύσκολη θέση την γυναίκα του, τους κάλεσε να απολογηθούν μπροστά της, αλλιώς απείλησε να τους απολύσει. Μα η Αλίκη του χάιδεψε το χέρι και ζήτησε όχι μόνο να μείνουν, αλλά να τους κάνει και αύξηση. Και τότε ντράπηκαν και σκέφτηκαν ότι δεν μπορεί να ήταν τόσο ανόητη όσο νόμιζαν. Μάλλον ήταν όντως αυτό που έδειχνε. Μάλλον έκαναν λάθος που δεν έβλεπαν τον κόσμο όπως εκείνη. Ανάλαφρα, παιχνιδιάρικα, διασκεδαστικά. Μια ευκαιρία χαράς, αγάπης και προσφοράς. Τελικά όντως είχε μαγέψει το αφεντικό τους όταν τον είδε για πρώτη φορά. Τον μάγεψε με το άρωμα της καρδιάς της. Αυτό ήταν το άρωμα της Αλίκης.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading