Περνώντας έξω από το σαλόνι, ο μπαμπάς της Κάτιας κοντοστάθηκε και είδε την κόρη του με τη φίλη της να ξεφυλλίζουν περιοδικά.
«Τι κοιτάτε, κορίτσια;»
«Νυφικό, παπούτσια, πέπλο, κοσμήματα, μακιγιάζ. Τίποτα δεν έχει αποφασίσει η Αλεξάνδρα ακόμη».
«Σε έναν μήνα δεν είναι ο γάμος;» τις ρώτησε.
«Ναι, κύριε Μηνά. Αλλά έχω κολλήσει. Δεν ξέρω τι να διαλέξω».
«Ό,τι σου αρέσει θα διαλέξεις. Και μην ακούς κανέναν. Ούτε την κόρη μου».
«Μπαμπά!» γύρισε το κεφάλι η Κάτια και τον είδε να φεύγει γελώντας. Τα πειράγματά τους ήταν καθημερινά και αμοιβαία.
Τα κορίτσια έκλεισαν τα περιοδικά και γέμισαν κρασί τα ποτήρια τους.
«Μου θυμίζει πολύ τον μπαμπά μου».
«Ε, τόσα χρόνια φίλοι ήταν. Αχώριστοι. Μόνο εσύ ξέρεις πόσο του στοίχισε».
«Ξέρω. Μακάρι να ήταν μην ήταν έτσι τα πράγματα. Να ήταν ακόμη εδώ. Να με καμάρωναν…»
«Αλεξάνδρα… Πάντα σε βλέπουν. Και πάντα σε καμαρώνουν. Δεν θέλω να μελαγχολείς τέτοιες μέρες».
«Αν δεν μελαγχολήσω τώρα που παντρεύομαι και δεν έχω τους γονείς μου, πότε θα μελαγχολήσω;»
«Έχεις δίκιο. Συγγνώμη. Απλά δεν θέλω να σε βλέπω έτσι. Όλα θα πάνε καλά. Θα είναι υπέροχος ο γάμος. Και θα σε καμαρώσουμε όλοι».
«Το πιο δύσκολο θα είναι ο χορός. Έχω πάει σε τόσους γάμους. Όταν χορεύει ο μπαμπάς με την νύφη… Είναι η αγαπημένη μου στιγμή. Πάντα ξέρω ότι αυτό δεν θα το έχω εγώ. Ακόμα και το να τους πω ότι θα πρέπει να τον παραλείψουμε, είναι δύσκολο».
«Όλα θα πάνε καλά, πίστεψε με», την αγκάλιασε σφιχτά.
Η Αλεξάνδρα ήξερε ότι κάποια στιγμή κατά την προετοιμασία του γάμου θα έπεφτε ψυχολογικά. Γιατί όσο και να το πολεμούσε, το κενό ήταν μεγάλο. Οι γονείς του Γιάννη, του άντρα που θα παντρευόταν, ήταν καλοί άνθρωποι μα τους ντρεπόταν. Δεν μπορούσε να ανοίξει την καρδιά της στην μητέρα του. Ήθελε την δική της. Ήθελε να γυρίσει τότε μετά το πρώτο τους ραντεβού και να πέσει στην αγκαλιά της μαμάς της και να της εξομολογηθεί ότι είχε ερωτευτεί. Εκείνη θα της χάιδευε τα μαλλιά και θα κάθονταν ώρες στον καναπέ να μιλάνε για το ραντεβού της. Όπως όταν ήταν μικρή, που πάντα η αγκαλιά της μαμάς της ήταν το καταφύγιό της. Και όταν της χάιδευε τα μαλλιά όλα περνούσαν. Έτσι, μαγικά. Ήθελε όταν ο Γιάννης της έκανε πρόταση γάμου, να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού και να τρέξει να πει τα νέα στους γονείς της. Μα εκείνο το βράδυ όταν γύρισε σπίτι δεν ήταν κανείς. Έκατσε στον καναπέ και έπιασε την φωτογραφία τους. Τους τα είπε όλα. Ύστερα, έπιασε το τηλέφωνο και πήρε την Κάτια. Την καλύτερη της φίλη, την κολλητή της από το σχολείο. Που εκείνο το βράδυ κόντεψε να την ξεκουφάνει από τις τσιρίδες της. Εκεί, στο τηλέφωνο, έμειναν όλο το βράδυ να σχεδιάζουν το μέλλον.
«Βρήκες δηλαδή νυφικό;»
«Ναι, παιδί μου, τι σου λέω!»
«Και πώς είναι; Πες τα όλα, με κάθε λεπτομέρεια!»
«Θα το δεις στην πρόβα! Την επόμενη Δευτέρα, 6 το απόγευμα. Θα σου στείλω την διεύθυνση. Βάλε υπενθύμιση μην το ξεχάσεις!»
«Μα, παιδιά είμαστε, βρε Αλεξάνδρα μου! Δεν θα το ξεχάσω με τίποτα!»
Πέρασε η εβδομάδα και την επόμενη Δευτέρα το απόγευμα, η Κάτια ήταν με την μαμά της στο διαγνωστικό κέντρο και περίμεναν την σειρά τους. Τότε χτύπησε η υπενθύμιση στο κινητό της.
«Δεν το πιστεύω! Το ξέχασα! Μαμά, τι θα κάνω;»
«Τι ξέχασες;»
«Την πρόβα νυφικού της Αλεξάνδρας».
«Ο επόμενος, παρακαλώ», άνοιξε η πόρτα και η γραμματέας την κάλεσε μέσα.
«Είσαι η επόμενη, Κάτια», είπε η μαμά της και σηκώθηκαν μαγκωμένες ταυτόχρονα.
«Τι θα κάνω;» νευρίασε με τον εαυτό της και κοίταξε το ρολόι. «Ωραία. Και έχω αργήσει κιόλας. Δεν θα προλάβω!»
«Μπες!»
«Πού πας;» μουρμούρισε, μα η μαμά της είχε ήδη φύγει τρέχοντας.
Η Αλεξάνδρα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και επεξεργαζόταν το νυφικό που φορούσε. Σαν κάτι να έλειπε, μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν.
«Είναι υπέροχο! Αυτό να πάρεις!»
«Κυρία Κατερίνα…», γύρισε και είδε την μαμά της Κάτιας να χτυπάει ενθουσιασμένη τα χέρια της.
«Συγγνώμη, κορίτσι μου, δεν μπόρεσε να έρθει η Κάτια. Αν δεν σε πειράζει, θα ήθελα να μείνω εγώ μαζί σου. Για να σε δω καλύτερα. Κάνε μια στροφή. Μπράβο! Σου πάει γάντι!»
«Σίγουρα; Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη…».
«Απόλυτα!» πλησίασε από πίσω και της μάζεψε τα μαλλιά. Ύστερα τα άφησε να πέσουν ξανά και τα έστρωσε απαλά με τα δάχτυλά της.
«Έχετε δίκιο», χαμογέλασε η Αλεξάνδρα γιατί κατάλαβε τι έλειπε.
Έλειπε το χάδι της μαμάς. Το χειροκρότημά της. Ο ενθουσιασμός και η ενθάρρυνσή της. Και ας μην ήταν η δική της μαμά εκείνη τη στιγμή. Ήταν η μαμά της καλύτερης της φίλης και στεκόταν τώρα πίσω της με βουρκωμένα μάτια. Την θαύμαζε και την καμάρωνε. Δεν ήταν εκεί η καλύτερη της φίλη. Δεν ήταν εκεί η μαμά της. Μα ήταν εκεί η καλύτερη φίλη της μαμάς της. Και ένα κομμάτι στην καρδιά της κατάφερε και κόλλησε τότε, στην πρόβα του νυφικού.
«Τι κάνεις εκεί, Κατερίνα, αυτί έχεις στήσει;»
«Σώπα, Μηνά, και έλα να ακούσεις!»
«Ποιους κατασκοπεύουμε;»
«Την κόρη μας που μιλά στο τηλέφωνο με την Αλεξάνδρα. Το κορόιδεψαν το κορίτσι με τις τιμές του στολισμού και τώρα ζητάνε παραπάνω. Τους απατεώνες! Τι θα κάνουμε;»
«Άστο πάνω μου».
Όσο πλησίαζαν οι μέρες, τόσο μεγάλωνε η ένταση. Έτρεχαν όλοι να προλάβουν να είναι όλα έτοιμα. Εκκλησία, κέντρο, ο γαμπρός, η νύφη, ένα ένα έμπαιναν σε σειρά. Και πολλά ακόμα που δεν ήξεραν ότι ήταν ήδη κανονισμένα.
Το πρωί του γάμου, το σπίτι της Αλεξάνδρας γέμισε νωρίς από κόσμο. Η Κάτια ήταν η πρώτη που μπήκε μέσα, με μια μεγάλη χάρτινη κούπα καφέ στο χέρι. Μέχρι το απόγευμα ήρθαν συγγενείς, φίλες από το σχολείο και το πανεπιστήμιο και στο τέλος οι γονείς της Κάτιας. Είδαν τις κοπέλες να τρέχουν πέρα δώθε πανικόβλητες και τους καλεσμένους να μουρμουρίζουν μεταξύ τους.
«Τι έγινε; Γιατί κλαις;» ρώτησε η Κατερίνα μόλις μπήκε στο υπνοδωμάτιο και είδε την νύφη πεσμένη στο κρεβάτι και τις φίλες γύρω της να την παρηγορούν.
«Μαμά, πριν λίγο έσπασε το χέρι της η μακιγιέρ και δεν μπορεί να έρθει να την βάψει», εξήγησε η Κάτια.
«Καλά και για αυτό σκάτε;» γέλασε και παραμέρισε τα κορίτσια. «Σήκω, Αλεξάνδρα μου, να κάτσεις στην καρέκλα. Δείξτε μου τι έχετε».
«Τι κάνεις, μαμά;»
«Ξεχνάς ότι έβαφα στα νιάτα μου;» έπιασε τα καλλυντικά και τα έβαλε σε μια σειρά.
«Κυρία Κατερίνα… Ευχαριστώ!».
«Τον Θεό, παιδί μου. Που σου έδωσε πιο πολύ μυαλό από την κόρη μου. Κάθεστε και κλαίτε για πράγματα που διορθώνονται. Αφού ξέρω και μπορώ να βοηθήσω. Έπρεπε να με πάρει η Κάτια να έρθω νωρίτερα. Αλλά η κόρη μου δεν θυμάται τι δουλειά έκανε η μάνα της. Όμως υπάρχει χρόνος. Μην ανησυχείς».
«Η γλυκιά μου η μανούλα με τον καλό της λόγο», την αγκάλιασε η Κάτια γελώντας.
«Έλα, ξέρεις ότι σε πειράζω. Να σε δω και εσένα νυφούλα και δεν θέλω τίποτα άλλο!»
«Όλα στην ώρα τους μαμά, μην παίρνεις φόρα!»
«Άραγε από πού πήρες εσύ».
«Λίγο από εσένα, λίγο από τον μπαμπά».
Η κυρία Κατερίνα έπιασε το μέικ απ, τα πινέλα, τα ρουζ, τις σκιές και σε λίγη ώρα είχε μεταμορφώσει την Αλεξάνδρα με τα χέρια της.
«Πάμε, πάμε!» φώναξε η Κάτια μόλις είδε την ώρα. «Είπαμε να αργήσει η νύφη, μα εμείς θα σπάσουμε ρεκόρ!»
Η τελετή του γάμου ήταν υπέροχη. Ήσυχη να ακούσουν τα λόγια του ιερέα, να προσευχηθούν για το νέο ζευγάρι. Μόλις όμως τελείωσε το μυστήριο του γάμου και βγήκαν έξω όλοι ξεσηκώθηκαν και πέταξαν το ρύζι με ενθουσιασμό.
«Βλέπεις δύο περιστέρια, Γιάννη;»
«Και εσύ τα βλέπεις, αγάπη μου; Νόμιζα ότι έκαναν πουλάκια τα μάτια μου από το ρύζι».
«Πουλάκια βλέπεις, όντως! Δύο περιστέρια που χάθηκαν ψηλά στον ουρανό!», γύρισε και κοίταξε την Κάτια που στεκόταν μπροστά της και χαμογελούσε.
«Αναρωτιέμαι τι άλλες εκπλήξεις έχεις για απόψε, κουμπαρούλα!» της είπε και εκείνη ανασήκωσε τους ώμους δήθεν ανήξερη.
Στην είσοδο του ζευγαριού στο κέντρο, οι καλεσμένοι χτύπησαν τα πιρούνια στα πιάτα τους, ένα έθιμο που το είχαν στην πόλη τους. Η Αλεξάνδρα έμεινε άφωνη με τον ολοστόλιστο χώρο. Ήταν ακριβώς ό,τι ονειρευόταν. Και ήξερε πολύ καλά ποιοι το είχαν κανονίσει. Αφού χόρεψαν τον πρώτο τους χορό ως παντρεμένο ζευγάρι, έκατσαν στο νυφικό τραπέζι να φάνε με τους κουμπάρους τους.
«Και τώρα ο χορός πατέρα και νύφης», ανακοινώθηκε ξαφνικά και η Αλεξάνδρα γύρισε και κοίταξε απότομα την Κάτια.
«Πήγαινε να το διορθώσεις, σε παρακαλώ! Γρήγορα! Τους είπα ότι δεν θα γίνει αυτός ο χορός. Πήγαινε!»
«Το ξέρω», της είπε η Κάτια και σηκώθηκε από δίπλα της.
Ο πατέρας της Κάτιας στεκόταν πίσω τους και έτεινε το χέρι του στην Αλεξάνδρα. Ο Γιάννης κοίταξε την Κάτια στα μάτια, μα δεν μπόρεσε να πει τίποτα, γιατί το ευχαριστώ του φάνηκε πολύ λίγο.
«Μην ανησυχείς. Έκανα μαθήματα βαλς τους τελευταίους μήνες. Είμαι καλός!» της είπε.
«Κύριε Μηνά… Γιατί;»
«Γιατί είχαμε δώσει μια υπόσχεση με τον πατέρα σου όταν ήμασταν νέοι. Πως θα είμαστε αχώριστοι. Ενωμένοι. Και πως θα φροντίζουμε πάντα ο ένας τον άλλον και τις οικογένειές μας. Και θα ήθελα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου, απόψε. Λοιπόν, Αλεξάνδρα. Θα μου χαρίσεις αυτόν τον χορό;»
Η νύφη σηκώθηκε αμίλητη και έδωσε το χέρι της στον καλύτερο φίλο του μπαμπά της. Χόρεψαν βαλς χωρίς να ακούγεται τίποτα άλλο, μόνο η μουσική, τα βήματά τους και οι καρδιές όλων που χτυπούσαν δυνατά. Η Αλεξάνδρα έλαμπε από χαρά. Και ο κύριος Μηνάς καμάρωνε το ευτυχισμένο κορίτσι. Ανέλαβε και αναπλήρωσε την θέση του μπαμπά στον χορό της νύφης. Χρειάστηκαν αρκετά μαθήματα χορού, μα τα κατάφερε. Είχε εκπληρώσει την υπόσχεσή του.
CC

One response to “Ο χορός της νύφης”
Πόσο πολύ έκλαψα!! Πόσο τρυφερή ιστορία!! Το μπράβο είναι λίγο!!