Ο κυρ-Παντελής

Ο κυρ Παντελής σήκωσε το κεφάλι. Μια φλέβα στο μέτωπό του παλλόταν.
«Πατέρα; Τι έγινε;» τον ρώτησε ο γιος του.
Η γυναίκα του έκανε να τον πιάσει από τους ώμους, αλλά εκείνος τους τίναξε και σηκώθηκε σπρώχνοντας με δύναμη την καρέκλα πίσω του, η οποία έπεσε κάνοντας έναν εκκωφαντικό γδούπο, μέσα στο μικρό δίχωρο σπίτι.

 

*****
Από τότε που γεννήθηκε ο Παντελής, θυμάται πως η σιωπή είναι μονόδρομος.
«Μην μιλάς! Σσσσσς!» η κλασσική φράση που άκουγε από την μάνα του.
Ο πατέρας του, παπάς, αυστηρός και πάντα μαυροφορεμένος, δεν του μιλούσε, μόνο τον κοιτούσε με ένα κοφτό, αυστηρό βλέμμα και ο μικρός Παντελής καταλάβαινε αμέσως την προσταγή για σιωπή. Μα και στο σχολείο έπρεπε να μένει πάντα σιωπηλός. Μη και μιλήσει μες την τάξη ή κουνηθεί ή σύρει την καρέκλα του και ο δάσκαλος αρπάξει την βίτσα. Αλλά και στα διαλλείματα, έπρεπε να κάθεται ήσυχος στην γωνιά του να μασουλάει το ξερό αντίδωρο που είχε από το σπίτι. Μην τον δουν και του το πάρουν «εκείνοι». Μην τους αντισταθεί και τον τουλουμιάσουν στο ξύλο.

Συναισθηματική και σωματική κακοποίηση. Ψυχολογικός πόλεμος. Λέξεις που στις μέρες μας σημαίνουν πολλά, αλλά την δεκαετία του ’60 δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα. Έτσι μεγάλωσε ο Παντελής μέσα στην σιωπή. Έμαθε να υπάρχει αθόρυβα, να μην ζητά, να μην χρειάζεται, να μην απαιτεί.

Την μέρα που η Φρόσω τον κοίταξε, μέσα στα λαδί του μάτια, τα είδε όλα αυτά. Τον πόνο, την κακοποίηση, την μοναξιά. Και σαν γνήσια Μανιάτισσα θέλησε να τον προστατέψει. Η αγάπη της χύθηκε στην καρδιά του Παντελή σαν βάλσαμο. Παντρεύτηκαν ήσυχα, αθόρυβα. Μα οι χτύποι της καρδιάς τους, έκαναν κρότο.

Η ένωσή τους ήταν ίσως το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή του Παντελή. Η κοινή ζωή τους, του έφερε για πρώτη φορά ένα περίεργο συναίσθημα. Ανυπομονούσε να ξυπνήσει, για να δει τι άλλο όμορφο θα ζήσει, τι άλλο όμορφο θα νιώσει με την αγαπημένη του. Στιγμές τρυφερότητας, ηρεμίας και απόλυτης αγάπης. Δεν άργησε να έρθει και η μέρα που η Φρόσω του ανακοίνωσε πως το σπίτι τους θα μεγάλωνε, η ζωή τους θα γέμιζε με παιδικά γέλια. Ο κυρ-Παντελής ένιωθε πως η καρδιά του θα σκάσει από χαρά…! Για εννιά μήνες, κάθε που ξυπνούσε, σκεφτόταν πως επιτέλους ζούσε την ευτυχία που του χρωστούσε η ζωή τα προηγούμενα χρόνια.

Μα την μέρα της γέννας ο ουρανός ήταν σκοτεινός, τρομαχτικός και σιωπηλός. Ο κυρ-Παντελής είχε ένα κακό προαίσθημα. Τρόμος τον έπιασε σαν είδε την μαία να βγαίνει από την κάμαρη βιαστικά.
«Κι άλλες πετσέτες! Χάνει αίμα!» φώναξε σε δυο χωριανές που είχαν έρθει για την μέρα.

Είχε μάθει να μην μιλάει ο Παντελής, μα εκείνη την μέρα άρπαξε την μαία από τους ώμους και την τράνταξε.
«Την Φρόσω μου! Σώσε την Φρόσω μου!»

Σοκαρισμένη εκείνη έχασε την άλλοτε ασταμάτητη μιλιά της. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι τον κυρ-Παντελή. Δεν του απάντησε, μόνο του ακούμπησε απαλά το χέρι που έσφιγγε τον ώμο της και ξαναμπήκε στην κάμαρη. Τέσσερις ώρες πέρασαν από εκείνη την στιγμή. Ένιωθε πως το πάτωμα είχε κάνει λακκούβες από το πήγαινε έλα. Κακό συνήθειο της εποχής ο άντρας να μην μπορεί να μπει στο δωμάτιο της ετοιμόγεννης, σκεφτόταν ο Παντελής, όταν βγήκε η μαία.

«Αγόρι! Παντελή, είναι αγόρι!» είπε με ανακούφιση και χαρά, περιμένοντας την ανάλογη χαρά και από τον πατέρα. Βλέπεις, της εποχής καημός ήταν να κάνουν αγόρια.
«Η γυναίκα μου; Πώς είναι η Φροσούλα μου;» είπε με αγωνία στο βλέμμα, σαν να αγνόησε εντελώς την πρώτη ανακοίνωση.
«Καλά είναι κυρ-Παντελή μου και η Φρόσω, έλα να τους δεις και τους δυο» είπε μαλακά η μαία.

Έτσι ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο στην ζωή του ζευγαριού. Γλυκό μα και δύσκολο. Με πολύ ξενύχτι αλλά και αγάπη. Περίεργο πράγμα η αγάπη, σκεφτόταν ο Παντελής, σαν να πολλαπλασιάζεται μέρα με την μέρα. ‘Άραγε πώς επιβίωνα τόσα χρόνια χωρίς αυτήν;’ αναρωτιόταν συχνά.

Με πολλή αγάπη λοιπόν, μεγάλωναν τον γιό τους τον Στέλιο, ο Παντελής με την Φρόσω. Και άλλο παιδί δεν έκαναν. Ο Παντελής της το ξεκαθάρισε.
«Δεν διακινδυνεύω να σε χάσω ξανά! Μικρή θα ‘ναι η οικογένειά μας, αλλά αγαπημένη».
Και τον άκουσε η Φρόσω, γιατί σπάνια ζητούσε κάτι ο Παντελής. Δεν είχε μάθει βλέπεις, να το κάνει συχνά. Και ο Στέλιος μεγάλωσε με πολλή αγάπη, με πολλά ‘ναι’ και με καθόλου όρια.

«Μη του χαλάς χατίρι», ζητούσε ο Παντελής της Φρόσως, θέλοντας να καλύψει τα τεράστια κενά της παιδικής του ηλικίας. «Παιδάκι είναι, ας του πάρουμε και αυτό το αμαξάκι».
Αφιλτράριστα αγαπούσε ο Παντελής τον γιό του, απεριόριστα. Χωρίς όρια όμως, η αγάπη μπορεί να σε βλάψει. Δεν έμαθε στο ‘όχι’ ο Στέλιος, δεν έμαθε στα ‘μη’. Και μεγαλώνοντας όλο ζητούσε. Ρούχα, χαρτζιλίκι, βόλτες και άλλο χαρτζιλίκι. Και ο Παντελής έλεγε σε όλα ‘ναι’. Αυτά τα πολλά ‘ναι’, ήταν που έκαναν την ζημιά.

 

*****
Στην αρχή ήταν μόνο φήμες. Ότι ο γιος του έκανε ναρκwτιka. Κάτι απλό έλεγαν, τσιγαράκια έστριβε. Ο κυρ-Παντελής δεν πίστευε κανέναν. Μόνο στον γιό του, που τον διαβεβαίωνε πως ήταν τα κακά τα στόματα, λόγια της ζήλιας. Δεν άργησε όμως η μέρα που ο Παντελής είδε τον γιο του με κόκκινα μάτια, την ώρα που γύριζε σπίτι από την βόλτα του. Δεν είπε τίποτα, μόνο χαμήλωσε το βλέμμα και έσμιξε τα φρύδια. Ανησυχία ήταν, μα ο Στέλιος την μπέρδεψε με την ανοχή. Και η χρήση συνεχίστηκε, τα τσιγάρα έγιναν χάπια και τα χάπια σύριγγες. Ξημερώματα πλέον γυρνούσε σπίτι και η μάνα του τον μάλωνε χαμηλόφωνα. Σημασία δεν της έδινε. Άλλο «όχι» δεν είχε ακούσει στην ζωή του και δεν δεχόταν να ακούσει τώρα στα δεκαοχτώ του. Τις λίγες φορές που έβλεπε πλέον τον πατέρα του, απέφευγε να τον κοιτάξει. Έτσι και αλλιώς ο κυρ-Παντελής δεν του μιλούσε τους τελευταίους μήνες.

 

*****
«Κατακλυσμός απόψε!» αναφώνησε ο Φρόσω «και πάλι λείπει το παιδί…» συνέχισε χαμηλόφωνα.
Ο Παντελής δεν μίλησε, μόνο τράβηξε την καρέκλα της κουζίνας και κάθισε εκεί. Έκατσε δίπλα του και η Φρόσω και περίμεναν. Χαμένος ο καθένας στις δικές του σκέψεις, στην δική του ταραχή. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να εμφανιστεί στην πόρτα ο Στέλιος. Έσταζαν τα ρούχα πάνω του, όταν άνοιξε την πόρτα.

«Πού ήσουν παιδί μου;» τον ρώτησε η Φρόσω γεμάτη ανησυχία, καθώς σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Νυστάζω» είπε και παραμέρισε το σώμα της μάνας του με το δικό του.
Εκείνη την στιγμή, σαν να τον χτύπησε κεραυνός, ο κυρ-Παντελής σηκώθηκε. Η καρέκλα του έπεσε κάνοντας δυνατό θόρυβο.

«Η μάνα σου σε ρώτησε κάτι!» είπε με βροντερή φωνή και πρόσωπο κατακόκκινο.
«Πατέρα; Τι έπαθες;» τον ρώτησε ο γιός του. Πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι. Τρόμαξε.
«Ξέρω. Ξέρουμε» απάντησε με σταθερή φωνή.
Ο Στέλιος σαν να ξύπνησε από λήθαργο. Χαμήλωσε το κεφάλι. Ο κυρ-Παντελής τον πλησίασε. Τον έπιασε από το πηγούνι και βύθισε το βλέμμα του στο δικό του.

«Δεν αντέχω να σε χάσω. Θα προσπαθήσουμε. Μαζί» είπε και αγκάλιασε το παιδί του.
«Δεν φταις εσύ παιδί μου, συνέχισε, εγώ φταίω που δεν έμαθα να μιλάω, δεν έμαθα να λέω ‘όχι’. Μαζί θα τα φτιάξουμε όλα. Αρκεί να θες. Θες;» τον ρώτησε με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
«Θέλω…» είπε ο Στέλιος και ξέσπασε σε λυγμούς, στην αγκαλιά των γονιών του.

Έτσι ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο για την οικογένεια του κυρ-Παντελή. Ένα δύσκολο, επίπονο κεφάλαιο, από το οποίο θα πολεμούσαν ένα αδιανόητο θεριό, θα δυσκολεύονταν πολύ, μα στο τέλος θα έβγαιναν όλοι νικητές.

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading