Καθισμένη στο παγκάκι του πάρκου, με το στενό ταγιέρ και τις ψηλές γόβες της, περίμενε τον καλύτερό της φίλο με τον καφέ στο χέρι. Κοιτούσε συνέχεια το ρολόι και της φαινόταν πως τα λεπτά περνούσαν πιο γρήγορα εκείνο το πρωινό.
«Μα τω Θεώ, σήμερα βρήκες να αργήσεις;» σηκώθηκε όρθια και του έδωσε τον καφέ.
«Τι ήταν αυτό το επείγον που έπρεπε να έρθω αμέσως;»
«Δεν έχεις να σχολιάσεις κάτι;» έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της και περίμενε με ανυπομονησία το σχόλιό του.
«Πολύ ωραία είσαι. Αυτό ήταν όλο, βρε Στέλλα;»
«Αμάν, ρε Άλεξ! Πρώτη μέρα στην νέα μου δουλειά είναι σήμερα, δεν μπορείς να με ενθαρρύνεις λίγο;»
«Και εγώ έχω δουλειά, κοπέλα μου. Και δεν θέλω να την χάσω. Άντε μην αργήσεις!»
«Καλά!» είπε μουτρωμένη και εκείνος χαμογέλασε.
«Ευχαριστώ για τον καφέ!» της φώναξε ενώ έφευγε.
Δέκα χρόνια μετρούσε η φιλία τους, από τότε που μετακόμισε ο Αλέξης στην μικρή της πόλη. Αμέσως κόλλησαν λες και γνωρίζονταν από παιδιά. Ίσως γιατί ακόμα έτσι ένιωθαν μέσα τους.
Όταν γύρισε από το πρώτο της επαγγελματικό ταξίδι, έπρεπε αμέσως να τον δει. Είχε σπουδαία νέα! Τον περίμενε στο παγκάκι τους στο πάρκο. Χαιρετούσε όποιον περνούσε από μπροστά της. Κάποιος έβγαζε βόλτα τον σκύλο του, άλλος έτρεχε γύρω από το πάρκο, κάποια παιδιά γυρνούσαν από το σχολείο φορτωμένα με τις τσάντες τους και μια ηλικιωμένη κουβαλούσε τα ψώνια της. Ο Άλεξ μπήκε στο πάρκο και της έκανε νόημα να περιμένει για να βοηθήσει την γυναίκα να πάει τις τσάντες στο σπίτι της. Του έκανε και εκείνη νόημα να κάνει γρήγορα.
«Έχω νέα!» της είπε μόλις έκατσε δίπλα της και ξεφύσηξε.
«Εγώ πρώτη!» τον διέκοψε και ξεκίνησε να του περιγράφει πώς ήταν εκείνος ο άντρας που γνώρισε στο ταξίδι που πήγε, πώς πέρασε στο ραντεβού που βγήκαν και πόσο δύσκολη θα ήταν η σχέση τους λόγω της απόστασης.
«Ήρθε η Λένα»
«Ποια Λένα;» τον ρώτησε, μα γούρλωσε τα μάτια μόλις κατάλαβε για ποια έλεγε.
«Η πρώην μου»
«Εδώ; Και τι θέλει;»
«Να τα ξαναβρούμε!»
«Καλά και τι της είπες;»
«Τι να πω, ρε Στέλλα, που εμφανίστηκε στην πόρτα μου με τις βαλίτσες στα χέρια, έτοιμη για ένα νέο ξεκίνημα; Να την διώξω μέσα στη μαύρη νύχτα;»
«Καλά και τι έκανες;»
«Ό,τι κάνω εδώ και τρεις μέρες. Προσπαθώ να την αποφεύγω»
«Τρεις μέρες;»
«Αφού έλειπες! Αν ήσουν εδώ θα με είχες βοηθήσει. Τώρα μπαστακώθηκε».
«Ναι, συγγνώμη που έχω και εγώ δουλειές και δεν μπορώ να σε νταντεύω όλη μέρα!»
«Εγώ φταίω που στο είπα»
«Αμάν, βρε Άλεξ! Πάρε και μια πρωτοβουλία, βρε παιδί μου, δείξε λίγη πυγμή, λίγη αποφασιστικότητα»
«Πάλι τα ίδια!»
«Αφού τόσα χρόνια στα λέω. Τώρα είναι αργά».
«Δεν είναι! Θα με βοηθήσεις εσύ και θα την κάνεις να φύγει»
«Έχουν φουντώσει τα μαλλιά μου;»
«Ναι, γιατί;»
«Γιατί με νευρίασες!»
«Πάντα φουντωτά είναι! Να προσέχεις τα νεύρα σου», σηκώθηκε και έφυγε και εκείνη έμεινε στο παγκάκι να προσπαθεί να σκεφτεί τι σχέδιο θα καταστρώσει για να βοηθήσει τον καλύτερό της φίλο.
Την επόμενη μέρα πήγε να βρει την Λένα. Της είχε πει ο Αλέξης ότι το μεσημέρι έτρωγε στο εστιατόριο στην πλατεία. Εκεί θα την πετύχαινε. Θα έβλεπε πώς θα πήγαινε η κουβέντα τους και μετά θα σκεφτόταν πώς θα προχωρούσε.
«Στέλλα!» της είπε μόλις την είδε και σηκώθηκε να την φιλήσει.
«Καλημέρα, Λένα. Με θυμήθηκες! Μια φορά με έχεις δει μόνο», έσπρωξε την καρέκλα και έκατσε απέναντί της.
«Από τα μαλλιά», έδειξε με το δάχτυλό της τις φουντωτές μπούκλες της. «Τι θα πάρεις;»
«Δεν θα κάτσω πολύ. Πρέπει να γυρίσω στην δουλειά. Ήθελα να σε καλωσορίσω. Πόσο σκέφτεσαι να μείνεις;»
«Δεν ξέρω. Όσο πάει. Σίγουρα δεν μπορείς να μείνεις; Ήθελα μιας και σε είδα τώρα να σου ζητήσω μια χάρη»
«Έχω δύο λεπτά. Πες μου»
«Την Κυριακή είναι τα γενέθλια του Άλεξ. Θέλω να τον καθυστερήσεις για να του ετοιμάσω ένα πάρτι έκπληξη! Να τον πας μια βόλτα, για καφέ ή σινεμά. Οτιδήποτε για να τον κρατήσεις έξω από το σπίτι για μερικές ώρες»
«Πάρτι. Μάλιστα. Είσαι σίγουρη; Γιατί δεν του αρέσουν ούτε οι εκπλήξεις ούτε τα πάρτι. Ειδικά τα δικά του»
«Θα αλλάξει γνώμη μόλις δει τι θα έχω ετοιμάσει. Θα είναι υπέροχο!»
«Αν έτσι πιστεύεις, θα δω τι μπορώ να κάνω», έπιασε την τσάντα της και σηκώθηκε.
«Ξέρω ότι ανησυχείς. Δεν θα τον πληγώσω ξανά», της είπε και η Στέλλα χαμογέλασε διστακτικά και έφυγε.
Την Κυριακή το απόγευμα, πήγαν στο σινεμά για να δουν ταινία. Σε όλη τη διάρκεια η Στέλλα δεν έβγαλε άχνα. Σκεφτόταν μήπως τελικά είχε αλλάξει η Λένα και ήθελε να επανορθώσει. Η αλήθεια ήταν πως της έκανε εντύπωση η ιδέα της να του ετοιμάσει ένα πάρτι. Ήταν ένα θέμα που χρόνια τώρα προσπαθούσε και η ίδια να του αλλάξει γνώμη. Ίσως η άφιξή της κατάφερνε να του φέρει λίγη χαρά στην ζωή του και να μην είναι τόσο μοναχικός και μουντρούχος. Δεν είχε κάνει καμία σοβαρή σχέση τόσα χρόνια που είχε χωρίσει με την Λένα. Ίσως εκείνος φοβόταν και δεν μπορούσε να δει ότι θα του έκανε καλό να έχει πάλι μια γυναίκα δίπλα του. Έπρεπε απλά να περιμένει λίγο να δει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Αν ήταν καλές οι προθέσεις της θα έκανε τον Αλέξη πραγματικά ευτυχισμένο.
«Πάμε να φάμε κάτι;» την ρώτησε μόλις βγήκαν από την αίθουσα.
«Πάμε μια βόλτα και βλέπουμε», του είπε η Στέλλα για να κερδίσει λίγο χρόνο και να σκεφτεί μια δικαιολογία.
Τελικά του πρότεινε να πάνε σπίτι του να πιούνε ένα ποτό, για να γνωρίσει δήθεν καλύτερα την Λένα. Αυτός της είπε να πάει πρώτη εκείνη στο σπίτι, γιατί ήθελε να σταματήσει να πάρει μερικά πράγματα να μαγειρέψουν. Έτσι χτύπησε πρώτη την πόρτα η Στέλλα και φώναξε πως είναι αυτή και ότι ο Άλεξ έρχεται σε λίγα λεπτά.
«Πώς σου φαίνεται;» την έβαλε γρήγορα μέσα στο σπίτι η Λένα και έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Γιατί δεν μιλάς; Έχεις μείνει άφωνη, ε;»
«Το μόνο σίγουρο. Μου κόπηκε η φωνή. Βρε κοπέλα μου, τι είναι όλα αυτά; Σαμπάνιες και καναπεδάκια;»
«Δεν θα του αρέσουν;»
«Καμία σχέση! Αυτά αρέσουν σε εσένα, μάλλον. Καμιά σχέση με τον Άλεξ»
«Αχ, βοήθησε με σε παρακαλώ!»
Η Στέλλα ξεφύσηξε και έπιασε το τηλέφωνο. Κάλεσε την πιτσαρία και παρήγγειλε πίτσες και μπύρες ενώ έδειχνε ταυτόχρονα με το χέρι της στην Λένα να μαζέψει τις κορδέλες που είχε κρεμάσει και να τις κρύψει μέσα στην σιφονιέρα. Οι καλεσμένοι χάρηκαν μόλις άκουσαν για πίτσες και μπύρες και βοήθησαν και αυτοί να ξεκρεμάσουν την υπερβολική διακόσμηση.
«Στέλλα. Εσύ είσαι, λοιπόν, η καλύτερη φίλη του γιου μου»
«Του γιου… Α! Κυρία Παναγιώτα. Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. Πώς και…»
«Η Λένα! Είχε την καλοσύνη να με καλέσει στα γενέθλιά του γιου μου. Όμορφη είναι η πόλη σας»
«Δεν έχετε ξανάρθει, σωστά;»
«Όχι, δέκα χρόνια που είναι εδώ ο Αλέξης δεν με κάλεσε ποτέ. Φαντάζομαι εσύ θα ξέρεις τον λόγο, γιατί βλέπω ότι ξέρεις πολλά για εκείνον, περισσότερο από τον καθένα»
Το κλειδί στην πόρτα την έσωσε από την άβολη συζήτηση. Ο Αλέξης ξαφνιάστηκε μα εντυπωσιάστηκε κιόλας με όσα είδε. Κατάπιε την απέχθειά του για τις εκπλήξεις και τα πάρτι και χαιρέτισε τους φίλους του.
«Χρόνια πολλά! Λοιπόν, σου αρέσει η έκπληξη; Έρχονται πίτσες και μπύρες σε λίγο», είπε ανυπόμονα η Λένα.
«Ναι, είναι ωραία. Πώς τα κατάφερες όλα αυτά;» την ρώτησε και κοίταξε την Στέλλα. «Σε βοήθησε, ε; Ήταν και αυτή στο κόλπο;» την πείραξε.
«Με βοήθησε με το να σου κρατήσει συντροφιά να ετοιμάσω το πάρτι», τον έπιασε αγκαζέ και τον έσυρε να χορέψουν.
«Μισή αλήθεια, ολόκληρο ψέμα. Δεν είπες κάτι, όμως», πλησίασε η μαμά του την Στέλλα.
«Δεν υπήρχε λόγος να πω κάτι τώρα. Η αλήθεια μιλάει πάντα στο τέλος», της χαμογέλασε και γέμισε το ποτήρι της με κρασί.
«Λέω να μείνω λίγες μέρες», της είπε και η Στέλλα κόντεψε να πνίγει. «Θα ήθελα, αν δεν σου κάνει κόπο, να με ξεναγήσεις στην πόλη σου»
«Μα φυσικά!» είπε και αναρωτήθηκε πώς θα άντεχε ο Αλέξης και το δεύτερο αυτό χτύπημα της μοίρας. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί ο φίλος της απέφευγε την μητέρα του μα κρίνοντας από το αυστηρό παρουσιαστικό και το εξεταστικό της βλέμμα, μπορούσε να μαντέψει γιατί.
«Αντί να με σώσεις, μου έδωσες μια να πέσω μέσα στον βούρκο με τους αλιγάτορες»
«Κολύμπα και θα βγεις στην ακτή»
«Καλά, δεν έχεις ψυχή μέσα σου; Δεν έχεις έλεος; Τι θες, να πέσω στα πόδια σου;»
«Δραματικός, όπως πάντα».
«Α, ρε Στέλλα. Νόμιζα ότι μπορούσα να βασιστώ πάνω σου»
«Θα σταματήσεις να κλαις την μοίρα σου να δούμε τι θα κάνουμε; Αρχικά θα πάμε την μαμά σου σε μερικά μέρη να δει την πόλη, μικρή είναι άλλωστε, σε δύο μέρες θα έχει βαρεθεί και θα φύγει. Ξεκινάμε από σήμερα»
«Ωραία. Ραντεβού στο κέντρο σε λίγες ώρες. Και με την Λένα; Μου έχει κλείσει ραντεβού να κουρευτώ σε λίγο»
«Θα κόψεις τα μαλλιά σου; Καλά δέκα χρόνια σε ξέρω, χρυσό σε έχω κάνει!»
«Με εκβιάζει»
«Ψεύτη! Παραδέξου ότι δεν έχεις τα κότσια να την βάλεις στην θέση της. Εκτός κι αν δεν ξέρεις ποια είναι η θέση της»
«Η αλήθεια είναι ότι μου έκανε εντύπωση το πάρτι που μου ετοίμασε. Τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν είχε κάνει κάτι για εμένα. Πάντα τον εαυτό της κοιτούσε»
«Την έπιασε η φιλανθρωπία φαίνεται»
«Θα δω πώς θα πάει και θα σε ενημερώσω»
«Ναι, μην ξεχάσεις και με φάει η αγωνία»
«Αυτή τη φορά, ίσως είναι πραγματικά ερωτευμένη για να το κάνει αυτό για εμένα», την φίλησε στα μαλλιά και έφυγε.
Η Στέλλα έμεινε στο πάρκο να πιει τον υπόλοιπο καφέ όταν είδε τον Μάνο να την πλησιάζει.
«Έκπληξη!» της είπε και την φίλησε παθιασμένα.
«Εγώ θα πάθω καρδιακό από τις εκπλήξεις αυτές τις μέρες»
«Τι εννοείς;»
«Τι κάνεις εδώ;»
«Δεν είναι εύκολη η απόσταση. Ήθελα να σε δω. Έχεις σχολάσει, σωστά;»
«Ναι, αλλά…»
«Έχεις κανονίσει; Μπορώ να έρθω μαζί σου! Πήρα άδεια όλη μέρα»
«Φανταστικά», σφίχτηκε μα προσπάθησε να φανεί φυσικό το χαμόγελό της.
Λίγες ώρες μετά, η Στέλλα, ο Άλεξ, η μαμά του, η Λένα και ο Μάνος, περπατούσαν όλοι μαζί στην πλατεία, κοιτούσαν τα μαγαζιά και συζητούσαν για την πόλη. Σταμάτησαν έξω από ένα εστιατόριο και αποφάσισαν να φάνε εκεί βραδινό. Λίγο πριν μπουν μέσα, η Στέλλα τράβηξε τον Άλεξ στην άκρη.
«Ξέρω ότι είσαι το τελευταίο άτομο που θα έπρεπε να ζητήσω συμβουλή, αλλά πρέπει να σε ρωτήσω κάτι»
«Πάντα με αποθεώνεις!»
«Μην είσαι μουντρούχος, ρε! Άκου με! Τις τελευταίες μέρες απέφευγα τον Μάνο. Σήμερα εμφανίστηκε ξαφνικά. Το έχει καταλάβει. Πρέπει να πάρω μια απόφαση γρήγορα»
«Γιατί τον απέφευγες;»
«Νομίζω ότι προσπαθεί να με αλλάξει»
«Να αλλάξει την τελειότητα;»
«Πες τα! Τι θα κάνω; Πώς θα ξέρω ότι τα λέει για καλό μου; Για να βελτιωθώ και όχι για να με αλλάξει σε κάτι που θα αρέσει μόνο σε εκείνον;»
«Τέσταρε τον εαυτό σου. Πώς νιώθεις με όλα αυτά; Τι σου ζητάει; Να αλλάξεις τα ρούχα σου και να μην φοράς κάθε μέρα τα στενά ταγιέρ σου ή τα λουλουδάτα φορέματα που έχεις κάνει δεύτερο δέρμα; Να τρως αργά και κομψά γαλλικό φαγητό αντί να καταβροχθίζεις πίτσες και μακαρονάδες που είναι η κύρια πηγή τροφής σου; Να ισιώσεις τα μαλλιά σου και να αποχωριστείς το καστανόξανθο φουντωτό σου κεφάλι; Να μιλάς πιο αργά και να περπατάς πιο ίσια; Να γελάς λιγότερο;»
«Περίπου»
«Σου ζητά να γελάς λιγότερο;»
«Νομίζω ότι σύντομα θα αρχίσω να γελάω λιγότερο»
«Τότε ξέρεις την απάντηση, Στέλλα», της άνοιξε την πόρτα και πήγαν να βρουν τους υπόλοιπους.
«Σου πάει το κούρεμα», του ψιθύρισε πριν κάτσουν στο τραπέζι.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό, η μαμά του ανακοίνωσε ότι θα έφευγε την επόμενη μέρα κιόλας. Ο Μάνος προσφέρθηκε να πάει σπίτι την Στέλλα με το αυτοκίνητο. Είπαν καληνύχτα και χωρίστηκαν. Εκείνο το βράδυ χώρισαν.
«Γιατί;»
«Γιατί μου έβαλε να ακούσω ένα άθλιο ποπ τραγούδι στο αυτοκίνητο»
«Μάλιστα»
«Ήταν το σημάδι! Θυμάσαι την συζήτησή μας;»
«Είμαι έτοιμη. Ελάτε να σας αποχαιρετίσω», φώναξε η μαμά του από το σαλόνι. «Τι κάνατε στην βεράντα; Έχει ψύχρα έξω»
«Μιλούσαμε, μητέρα. Είναι όλα εδώ; Θα πάρω εγώ την βαλίτσα»
«Περίμενέ με στο αυτοκίνητο να χαιρετίσω τα κορίτσια»
«Καλά, μην αργήσεις»
«Λένα, χρυσό μου, σε ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. Χάρηκα που παρευρέθηκα ξανά σε πάρτι γενεθλίων του γιου μου. Στέλλα, έλα, καλή μου», άνοιξε τα χέρια της και την κάλεσε στην αγκαλιά της. «Χαίρομαι που έχετε ο ένας τον άλλον», της ψιθύρισε στο αυτί.
Την επόμενη μέρα, η Στέλλα είχε ρεπό και ξύπνησε από τον θόρυβο στο σπίτι. Βγήκε τρομαγμένη από το δωμάτιό της με αργά βήματα για να δει τι συμβαίνει.
«Τι στο καλό κάνεις εκεί;»
«Φτιάχνω την τηλεόραση. Έβαψα τα κάγκελα έξω και μετά θα σου φτιάξω και την βρύση που στάζει στο μπάνιο»
«Είναι εξίμιση το πρωί! Πώς έβαψες τα κάγκελα μέσα στο σκοτάδι; Πώς μπήκες μέσα; Πότε ζήτησα τον Μπομπ τον μάστορα να έρθει αξημέρωτα να κάνει μερεμέτια;»
«Έβαψα τα κάγκελα με τον φακό. Μπήκα με το κλειδί που έχεις κάτω από την πέτρα δίπλα στον νάνο»
«Δεν είπες γιατί ήρθες να τα κάνεις αυτά!»
«Δεν είπες ότι τα πρωινά παίζεις στον Βασιλιά των Λιονταριών!»
«Θα σε σκοτώσω!»
«Θα στάζει η βρύση σου!»
«Όχι, γιατί εκεί θα σε πνίξω!»
«Στέλλα. Κρύβομαι», σηκώθηκε και φύλαξε το κατσαβίδι στο βαλιτσάκι του.
«Σήμερα, που έχω ρεπό και θέλω να κοιμηθώ σαν άνθρωπος; Δεν μπορείς να κρυφτείς αύριο;»
«Στέλλα! Πρέπει να πάρω και εγώ κάποιες αποφάσεις. Έχουμε ραντεβού το βράδυ. Πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω»
«Θα πάμε για ψώνια το μεσημέρι και θα το συζητήσουμε. Τώρα μπορώ να κοιμηθώ; Θα μείνεις πολύ ακόμη;»
«Τι ψώνια;» της φώναξε, μα έκλεισε δυνατά την πόρτα του δωματίου της.
Βρέθηκαν έξω από το μαγαζί με τα ρούχα και μπήκαν μέσα χωρίς να μιλάνε ο ένας στον άλλον. Η Στέλλα ήταν νευριασμένη που δεν κοιμήθηκε καλά και ο Άλεξ γιατί τα ρούχα που του έδινε να δοκιμάσει ήταν πιο επίσημα από ό,τι φορούσε συνήθως. Όση ώρα έψαχναν να φτιάξουν ένα ωραίο ταιριαστό σετ, ένας άλλος πελάτης πλεύριζε την Στέλλα.
«Σίγουρα είσαι συγκεντρωμένη ή μου δίνεις ό,τι να ‘ναι για να έχεις χρόνο να μιλάς με αυτόν όση ώρα είμαι στο δοκιμαστήριο; Είδα που του έδωσες το τηλέφωνό σου!»
«Με έναν σμπάρο, δύο τριγώνια»
«Και μετά σε πείραζε που ήθελε να σε αλλάξει ο Μάνος»
«Αλήθεια τώρα; Μου το χτυπάς αυτό; Εγώ φταίω που στα λέω!», του έσφιξε δυνατά την γραβάτα.
«Θα με πνίξεις»
«Αυτός είναι ο σκοπός»
«Μας κοιτάνε»
«Θα έχεις μάρτυρες»
«Στέλλα! Δεν μου αρέσουν αυτά τα ρούχα!»
«Έχεις δίκιο. Πήγαινε στο ραντεβού το βράδυ με το τζιν και το στενό μπλουζάκι να φαίνονται τα πρησμένα σου μπράτσα!»
«Δεν σε ξαναπαίρνω μαζί μου στο γυμναστήριο!»
«Μη με ξαναπάρεις! Αλλά αυτά τα ρούχα θα τα πάρεις και θα πεις και ένα τραγούδι!»
«Επιμένεις! Μετά από αυτά που πέρασες με τον Μάνο»
«Δεν θέλω να σε αλλάξω, βρε πανέξυπνε. Να σε βοηθήσω να εμφανιστείς με μια αξιοπρεπή εμφάνιση προσπαθώ. Λόγω της περίστασης. Εννοείται ότι προτιμώ τα κανονικά σου ρούχα. Αν δεν μου άρεσαν, τότε θα ήθελα να σε αλλάξω».
«Άρα σου αρέσει το τζιν και το στενό μπλουζάκι που τονίζει τα μπράτσα μου!»
«Τι αυτάρεσκος!»
«Τι αυταρχική!»
Το ίδιο βράδυ που είχε ραντεβού ο Άλεξ με την Λένα, κανόνισε και η Στέλλα να βγει με τον άντρα που γνώρισε στο μαγαζί με τα ρούχα.
«Έλα, Άλεξ, θέλω βοήθεια»
«Γιατί ψιθυρίζεις;»
«Είμαι στο μπάνιο. Ο τύπος είναι τέρμα βαρετός»
«Βγες από το παράθυρο»
«Είναι μικρό, ρε, δεν χωράω!»
«Μισό μέτρο άνθρωπος και δεν χωράς;»
«Είμαι στο εστιατόριο. Για να φύγω πρέπει να περάσω από μπροστά του. Σε παρακαλώ, κάνε κάτι!»
«Είμαι με την Λένα ακόμη»
«Α! Και πώς πάει;»
«Χάλια! Τελείωσε»
«Γιατί;»
«Θα σου τα πω από κοντά»
Έκανε την καρδιά της πέτρα η Στέλλα και γύρισε στο ραντεβού της. Πέρασε λίγη ώρα και εμφανίστηκε ξαφνικά ο Αλέξης πάνω από το τραπέζι της να κάνει σκηνή ζηλοτυπίας. Την σήκωσε και την τράβηξε στην αγκαλιά του.
«Τι γίνεται εδώ; Δεν μου είπες ότι έχεις αγόρι!» ξαφνιάστηκε ο άντρας.
«Αυτό σκέφτηκες; Σοβαρά τώρα, ρε Άλεξ;» του είπε στο αυτί.
«Ήρθα αμέσως. Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ κάτι άλλο»
«Συγγνώμη, είναι ο πρώην μου και είναι πολύ ζηλιάρης!»
«Και γιατί κάθεσαι στην αγκαλιά του;»
«Δεν μπορώ να αντισταθώ σε αυτήν την γοητεία»
«Νομίζω ότι αυτό το ραντεβού τελείωσε», είπε αυτός νευριασμένος και σηκώθηκε από το τραπέζι.
«Ακριβώς!» είπε ο Άλεξ και την φίλησε παθιασμένα.
«Νομίζω ότι έφυγε»
«Ναι»
«Και γιατί με φιλάς ακόμα;»
«Εσύ γιατί με φιλάς ακόμα;»
«Αλέξη!»
«Μπα μπα. Με ολόκληρο το όνομά μου!».
«Αφού δεν είσαι εσύ. Είσαι ένας άλλος»
«Εγώ είμαι, Στέλλα. Εγώ είμαι πάντα»
«Εσύ είσαι πάντα», είπε και τον φίλησε ξανά και ξανά.
«Πάμε να φύγουμε από εδώ;»
«Μάλιστα, κύριε».
Εκείνο το βράδυ, η φιλία τους έγινε ένας έρωτας που δεν στέρευσε ποτέ. Σαν το ατελείωτο γέλιο και την χαρά που ένιωθαν όταν ήταν μαζί. Σαν δύο μικρά παιδιά. Ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Οι δύο μικροί κόσμοι τους ενώθηκαν για πάντα και δεν χώρισαν ποτέ.
CC
