Κοίταξε τα φθαρμένα της παπούτσια. Και τότε άρχισε να θυμάται…
Θυμήθηκε τη στιγμή που κάποιος την πάτησε με μανία στον χορό — εκείνον που δεν ήξερε τα βήματα. Κάποιον που την κλώτσησε, όταν άρχισε να τη νιώθει διαφορετική από κείνον. Δήθεν φίλοι τής πέταξαν αιχμηρές πέτρες στο πέρασμά της, για να χωθούν βαθιά μέσα στα παπούτσια της, να της τα τρυπήσουν, να δυσκολέψουν το περπάτημά της. Γνωστοί την είχαν λεκιάσει με λόγια βρώμικα, που ξέφυγαν από τα στόματά τους και καρφώθηκαν πάνω τους. Αγαπημένα πρόσωπα έσκαψαν λακκούβες στον δρόμο της, να λερωθεί από τα χώματα. Κάπως έτσι, τα παπούτσια της γέμισαν φθορές.
Και κάποιος σίγουρα θα τη ρωτούσε: Γιατί δεν τα αλλάζεις;
Μα εκείνη ήθελε να θυμάται. Ήθελε να θυμάται όλες εκείνες τις στιγμές που επέτρεψε να μολύνουν τη διαδρομή της. Όλους εκείνους που θέλησαν το κακό της. Να θυμάται πόσα ανέχτηκε και, κυρίως, πόσο επέμεινε στην ίδια διαδρομή. Να τα βάζει με τον εαυτό της, που δεν άλλαξε πορεία για να χάσουν τα ίχνη της. Να θυμάται — για να μην ξανακάνει τα ίδια λάθη. Τα παπούτσια της τής θύμιζαν τα χιλιόμετρα που διένυσε. Πόσες και πόσες διαδρομές έκανε για να φτάσει κάπου, που τελικά αποδείχτηκε απλώς μια όαση. Πόσες φορές κουράστηκε και αναγκάστηκε να μαζέψει τα κομμάτια της για να γυρίσει πίσω. Πόσες φορές τη χτύπησαν τα ίδια της τα παπούτσια, αφήνοντάς της σημάδια, γιατί δεν υπήρχε πουθενά ένα μέρος να ξαποστάσει, να τα βγάλει, να ξεκουραστεί.
Παρατήρησε πως τα παπούτσια της έχουν περισσότερες ρωγμές από τις ρυτίδες στο πρόσωπό της. Ξέρουν τα μυστικά της, τα πάθη της — ίσως καλύτερα κι από την ίδια. Θα μπορούσε να πάρει καινούργια. Αλλά δεν ήθελε. Ήθελε να τα έχει στα πόδια της. Να θυμάται. Να θυμάται όσα πέρασε. Όσα της έμαθε η ζωή. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως δε θα επέτρεπε στις συνθήκες να τη σκληρύνουν. Κι αν άλλαζε παπούτσια, θα ήταν σαν να τον πρόδιδε. Μια άλλη επιλογή θα ήταν να χαθεί στον ορίζοντα ξυπόλυτη. Μα αυτό θα σήμαινε παραίτηση. Και εκείνη ήθελε να ανήκει σε αυτούς που δεν παραιτήθηκαν ποτέ. Σε αυτούς που κυνηγούν την ευτυχία μανιωδώς, κι έχουν τη δύναμη να συνεχίζουν, ακόμα κι όταν όλα γύρω τους γκρεμίζονται.
Τα παπούτσια της, με όλες τους τις ρωγμές, είναι η απόδειξη της δύναμής της.
Μόνο αυτά ξέρουν τα μικρά και μεγάλα της μυστικά. Μόνο αυτά θυμούνται τι χρειάστηκε για να φτάσει ως εδώ. Καμιά φορά νιώθει ότι τους χρωστάει ευγνωμοσύνη που άντεξαν και δεν διαλύθηκαν. Άλλες φορές, θυμώνει που δεν στάθηκαν όσο ανθεκτικά τα ήθελε.
Συχνά τα κοιτάζει και νιώθει πως της μιλούν. Της ψιθυρίζουν — μέσα από κάθε σκόνη, κάθε τρύπα, κάθε λεκέ — πως η πορεία της δεν ήταν εύκολη. Μα ήταν δική της.
Και ήταν αληθινή.
Της θυμίζουν, επίσης, τις μικρές της νίκες. Εκείνες τις στιγμές που στάθηκε όρθια, ενώ όλα κατέρρεαν.
Τα παπούτσια της είναι το ημερολόγιό της. Ένα ημερολόγιο χωρίς σελίδες. Είναι η απόδειξη πως έζησε και πως πάλεψε, με τον εαυτό της και με τα θηρία του κόσμου. Είναι η απόδειξη πως δεν αρκέστηκε ποτέ στη ζώνη άνεσής της.
Ιωάννα Χαντζαρά
