Επτά Θανάσιμες Γυναίκες – Κεφάλαιο 4ο

Προηγούμενο

Η Αφροδίτη

Η Αφροδίτη ήταν ένα κοριτσάκι γεμάτο ζωή και όνειρα. Στο μυαλό της ζούσαν χιλιάδες σκέψεις για το μέλλον, για τις σπουδές της, για τη ζωή που ήθελε να χτίσει. Ονειρευόταν να γίνει μικροβιολόγος και διάβαζε ασταμάτητα για να το πετύχει. Κάθε βιβλίο που ξεφύλλιζε, ήταν σαν να άνοιγε μια πόρτα σε έναν κόσμο όπου όλα ήταν δυνατά. Είχε το δικό της ξεχωριστό στυλ: πάντα φόρμες, τα μαλλιά της πιασμένα σε έναν προσεγμένο κότσο και γυαλιά με μαύρο σκελετό διακοσμημένα με στρας που η ίδια είχε κολλήσει.

Ήταν μόλις 17 ετών όταν η ζωή της άλλαξε με τον πιο φρικτό τρόπο. Εκείνο το βράδυ, ο Μενέλαος, ένα τέρας που κρυβόταν πίσω από μια ανθρώπινη μορφή, κατέστρεψε όλα όσα αγαπούσε και πίστευε.

Η Αφροδίτη είχε πάει στο σπίτι της θείας της για να δει παλιά βιβλία ιατρικής που η θεία της είχε κρατήσει από τα χρόνια που σπούδαζε. Ήθελε να τα δει, να τα μελετήσει και να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις που θα καθόριζαν το μέλλον της. Η καρδιά της χτυπούσε από ενθουσιασμό. Ίσιωσε τον κότσο της, έβαλε τα γυαλιά της και χτύπησε την πόρτα γεμάτη αυτοπεποίθηση. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε τόσο περήφανη για τον εαυτό της· τίποτα δεν προμήνυε την εφιαλτική νύχτα που θα ακολουθούσε.

Η θεία της καθόταν στον καναπέ, έραβε τα παντελόνια των παιδιών και έπινε το τσάι της. Όταν είδε την Αφροδίτη να μπαίνει, χαμογέλασε θερμά. Η ανιψιά της άρχισε να μιλάει με βιαστικό ρυθμό: «Θεία, δεν μπορείς να το πιστέψεις! Έκανα ήδη τις δοκιμαστικές εξετάσεις, τα ξέρω όλα απ’ έξω και πέρασα! Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω!»

Η θεία της χαμογέλασε και της απάντησε με τρυφερότητα: «Θα τα καταφέρεις, κορίτσι μου. Είσαι αξία. Είμαι πολύ περήφανη για σένα»

«Ο Μενέλαος δεν έχει γυρίσει ακόμα», πρόσθεσε η θεία, με μια φωνή γεμάτη κούραση και αβεβαιότητα. «Ποιος ξέρει πού γυρνάει πάλι αυτός ο άχρηστος»

Το σταθερό τηλέφωνο χτύπησε και διέκοψε την ηρεμία της στιγμής. Η θεία σήκωσε το ακουστικό.
«Κυρία Μαρία, ο Νικολάκης έπεσε με το ποδήλατο και χτύπησε στο γόνατο. Δεν έρχεστε να τον δείτε;»

Η ανησυχία γέμισε το πρόσωπο της θείας της. Έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνο, τρέμοντας. «Τι θα κάνω με αυτό το παιδί… όλο πέφτει… Παναγία μου, μην έχει σπάσει κάνα πόδι!»

Η Αφροδίτη τη ρώτησε αθώα: «Τι έγινε, θεία;»
«Έπεσε ο Νικολάκης… πάω να δω τι συμβαίνει. Εσύ κάτσε εδώ, παιδί μου. Μην ανησυχείς. Ο Μενέλαος δεν γυρνάει ποτέ τέτοια ώρα. Πάντα ξημερώματα έρχεται ο άχρηστος»

Η θεία έφυγε τρέχοντας, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, χωρίς να ξέρει ούτε η ίδια τι βασανιστήριο θα ζούσε η ανιψιά της εκείνο το βράδυ. Η Αφροδίτη κάθισε ξανά στον καναπέ, απορροφημένη από τα βιβλία της, προσπαθώντας να κρατήσει την ηρεμία της.

Η ώρα περνούσε, η νύχτα γινόταν πιο βαριά και η σιωπή πιο επιβλητική. Και τότε άκουσε κλειδιά στην πόρτα. Αντί να χαρεί, όπως περίμενε, ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνά. Ο Μενέλαος μπήκε μέσα· η μυρωδιά του αλκοόλ έφτανε μέχρι το σαλόνι, και τα βήματά του ήταν ασταθή, σε ζικ-ζακ.

Γύρισε και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Η καρδιά της Αφροδίτης χτυπούσε σαν τρελή. Κάθε ίχνος αυτοπεποίθησης εξαφανίστηκε. Το κορμί της πάγωσε, η ανάσα της κόπηκε.

«Κοιτά που έχω δωράκι σήμερα», είπε με μια φωνή γεμάτη απειλή και χυδαιότητα. Τα πάντα γύρω της έγιναν θολά. Ένιωσε τον εμετό να ανεβαίνει στο λαιμό της, προσπάθησε να τρέξει, αλλά εκείνος ήταν πιο γρήγορος. Έπιασε το βάζο από το τραπέζι και το χτύπησε στο κεφάλι της. Η ζαλάδα, ο πόνος και ο φόβος έγιναν ένα αδιαχώριστο κουβάρι μέσα της.

Την άρπαξε, της έκλεισε το στόμα και κατέστρεψε ό,τι πιο πολύτιμο είχε: τα όνειρά της, την αθωότητά της, τη ζωή της όπως την γνώριζε. Στο μυαλό της Αφροδίτης μόνο μία σκέψη υπήρχε: «Ας με σκοτώσει τώρα… δεν υπάρχει πια νόημα»

Όταν τελείωσε την αποτρόπαια πράξη του, την έσπρωξε έξω από το σπίτι, αφήνοντάς την να αιμορραγεί και να τρέμει. Η Αφροδίτη περπατούσε σαν σκιά, με το αίμα να στάζει από το πρόσωπό της και να λερώνει τα ρούχα της. Κάθε βήμα ήταν ένας αγώνας για να μείνει ζωντανή μέσα σε έναν κόσμο που ξαφνικά είχε γίνει εχθρικός και αβάσταχτος.

Οι σκέψεις της έγιναν μαύρες, σκοτεινές, και ο πόνος ανείπωτος. Έφτασε στον ηλεκτρικό σταθμό και ανέβηκε στη γέφυρα. Η γεύση του θανάτου φαινόταν πλέον πιο ελκυστική από τη ζωή που είχε βιώσει. Παρακολούθησε τα φώτα του τρένου να πλησιάζουν και ένιωσε για πρώτη φορά μετά από ώρες ότι η σωτηρία της πλησίαζε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σκαρφάλωσε στη γέφυρα και άφησε τον εαυτό της να πέσει. Τα όνειρά της έγιναν κομμάτια μαζί με εκείνη, και η νύχτα έκλεισε πάνω στην αθωότητά της για πάντα.

Η ιστορία της Αφροδίτης είναι τραγική, αλλά μέσα σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα φανερώνεται και η δύναμη της νεανικής ψυχής: η επιθυμία για μάθηση, η αγάπη για τη ζωή και τα όνειρα που κανείς δεν μπορεί να καταστρέψει πλήρως στην καρδιά ενός παιδιού… ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω του είναι άδικος και αδίστακτος.

Βασιλική Γκόγκα

Συνεχίζεται…

One response to “Επτά Θανάσιμες Γυναίκες – Κεφάλαιο 4ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading