Μόλις έσβησε τον φούρνο, έτοιμο και το φαγητό για αύριο. Πήγε κιόλας εφτά το απόγευμα. Και αυτός ο καύσωνας… σε συνδυασμό με την ζέστη από τους ατμούς του καυτού φαγητού, ανυπόφορη κατάσταση. Άφηνε το γάντι του φούρνου όταν ακούστηκε ο ήχος του μηνύματος στο κινητό της. Δεν βγήκε κάποιο όνομα από τις επαφές. Ένα άγνωστο νούμερο και μόλις το διάβασε, απόρησε. “Να πούμε αύριο στις 10, βολεύει;”. Κατάλαβε ότι ήρθε σε λάθος παραλήπτη και θεώρησε σωστό να το κάνει γνωστό στον αποστολέα. “Λάθος κάνετε, κάντε εκ νέου αποστολή, να πάει στο σωστό άτομο”. Λίγα λεπτά μετά ήρθε απάντηση. “Ααα! Με συγχωρείτε! Σας ευχαριστώ πολύ!”.
Δεν απάντησε, άφησε το κινητό. Η σιδερώστρα την περίμενε, δεν είχε χρόνο για χάσιμο.
Την άλλη μέρα, αραγμένη στη πιάτσα των ταξί, μιλούσε με τους συναδέλφους της για την ακρίβεια στο πετρέλαιο κίνησης και τα προβλήματα της δουλειάς τους, όταν άκουσε τον ήχο των μηνυμάτων. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε “Σας είμαι υπόχρεος για χθες! Δεν φορούσα τα γυαλιά πρεσβυωπίας και πάτησα ένα νούμερο λάθος. Το ραντεβού όμως ήταν σημαντικό. Σας ευχαριστώ για την καλοσύνη σας να με ενημερώσετε για το λάθος μου”. Ενώ είχε σοβαρό ύφος, ανάλογο των σοβαρών θεμάτων συζήτησης, με τους υπόλοιπους ταξιτζήδες, χαμογέλασε. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έγραψε “Με κάνατε να χαμογελάσω! Συμπάσχω! Χωρίς γυαλιά πρεσβυωπίας δεν βλέπω καλά! Τίποτα, τι ευχαριστείτε! Ανθρώπινα όλα!”. Άφησε το κινητό, ήταν η σειρά της να πάει κούρσα. Αργά το μεσημέρι γυρνώντας στο σπίτι, ήρθε αντιμέτωπη με την ίδια, γνώριμη εικόνα. Οι δίδυμες κόρες, που την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών επέστρεψαν σπίτι από τις σπουδές, με τα ακουστικά στα αυτιά και το κινητό στο χέρι, στον τριθέσιο αραχτή η μία, στον διθέσιο η άλλη. Τα πιάτα από το πρωινό τους στον νεροχύτη, πεταμένα ρούχα και παπούτσια. Είτε μπήκε είτε όχι, καμία αντίδραση οι κόρες της. Δεν σπατάλησε άδικα σάλιο. Να πει τι; Πόσες φορές τα ίδια και τα ίδια και τίποτα δεν άλλαζε.
Ζέστανε το φαγητό, έστρωσε τραπέζι, σέρβιρε στα πιάτα και ακούστηκε ο γνώριμος ήχος του κλειδιού στην πόρτα.
– Καλώς τον!
– Τι έγινε;
– Εδώ, τα γνωστά, οι κόρες σου χαμένες σερφάρουν στο διαδίκτυο, εγώ ήρθα πριν 10 λεπτά και ετοιμάζω. Εσύ;
– Τίποτα, τα ίδια. Να φάω και να πάω να ξαπλώσω.
Καθώς έτρωγαν, χτύπησε μήνυμα στο κινητό της. “Θα με περάσετε για τρελό, αλλά από τα μηνύματα, υπέθεσα ότι είστε γυναίκα. Και μάλιστα με χιούμορ και με ανθρωπιά. Μου έχετε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Αν έχω ξεπεράσει κάποιο όριο, σας ζητώ συγγνώμη”.
Δεν αντέδρασε. Δεν έκανε καμία κίνηση, δεν απάντησε. Αφού μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τα πιάτα και οι υπόλοιποι πήγαν για μεσημεριανό ύπνο, κάθισε στον καναπέ χαλαρή και ξαναδιάβασε το μήνυμα. Δεν ήξερε τι έπρεπε να νιώσει και κυρίως τι έπρεπε να κάνει. Να το αγνοήσει ή να απαντήσει; Διχαζόταν. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει από γνωριμίες παρόμοιου τύπου, μέσω ίντερνετ, μέσω Facebook που έκλεισαν σπίτια. Μέχρι που κατέληξε ότι δε θα κάνει κάτι κακό αν απαντήσει. Εξάλλου, θα είναι σαφής και ξεκάθαρη.
“Ναι, είμαι γυναίκα. Παντρεμένη, με δύο παιδιά”.
Σε λίγα δευτερόλεπτα ήρθε η απάντηση.
“Αλίμονο! Μη με παρεξηγήσετε! Το μήνυμά μου ήταν καθαρά ανθρώπινο, όπως ακριβώς μου δώσατε την εντύπωση ότι λειτουργείτε. Κι εγώ παντρεμένος είμαι, με ένα παιδί. Απλά στις μέρες μας, σπάνιος ο τρόπος που φερθήκατε. Στείλατε να με ενημερώσετε ότι ήρθε κατά λάθος το μήνυμα. Δεν θα το έκαναν άλλοι, απλά γιατί δε θα τους ένοιαζε! Αυτό με εντυπωσίασε!”.
“Είναι δύσκολες πια οι εποχές, θα συμφωνήσω. Ευτυχώς έχω προλάβει τις καλύτερες παλιές εποχές και αναπολώ”
“Αν επιτρέπεται, πόσο χρονών είστε; Πού μένετε; Εγώ είμαι πενήντα οχτώ και μένω στην Βέροια”
“Μια γενιά είμαστε. Εγώ πενήντα πέντε και μένω Ναύπλιο”
“Ωραίο το Ναύπλιο! Έχω έρθει δύο φορές στα νιάτα μου, ελεύθερος ακόμα. Ούτε το όνομά σας ξέρω. Είμαι ο Γιώργος!”
“Είναι ωραίος ο τόπος μας, η Ελλάδα μας. Με λένε Αναστασία”
“Ναι, η Ελλάδα μας υπέροχη! Να μιλάμε στον ενικό; Είπες έχεις δύο παιδιά! Ηλικίες; Εμένα ο γιος μου είναι έντεκα. Τον έκανα μεγάλος. Και τώρα, αυτή η διαφορά ηλικίας είναι δύσκολη”
Η Αναστασία ξαφνικά ένιωσε περίεργα. Γιατί τόσες πολλές ερωτήσεις; Γιατί τόση κατάθεση προσωπικών του δεδομένων; Τύψεις την κυρίευσαν που ανοίχτηκε σε έναν άγνωστο πίσω από ένα πληκτρολόγιο. Πέρασαν κάποιες στιγμές σκεπτόμενη αν θα απαντήσει ή θα τον αγνοήσει. Τελικά ακολούθησε μια μέση λύση.
“Με συγχωρείς, έχω δουλειά”
Η απάντηση ήρθε άμεσα.
“Καταλαβαίνω. Ίσως σε τρόμαξα. Ένας σχεδόν εξηντάρης με μικρό παιδί, γιατί στέλνει μηνύματα σε μια παντρεμένη γυναίκα που δεν γνωρίζει. Με συγχωρείς. Η μοναξιά με ώθησε. Δεν ψάχνομαι. Δεν ήθελα να σε ταράξω. Καλή συνέχεια με υγεία και όλα τα καλά”
Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το μήνυμα και οι τύψεις της ήταν χειρότερες από πριν. Βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα και τον αδίκησε. Ένιωσε άσχημα. Άρχισε να γράφει.
“Δεν θα σου κρύψω, ανησύχησα. Μου φάνηκε ξαφνικά πολύ περίεργο. Είναι και τα χρόνια μας τέτοια. Πόσα ακούμε! Πόσα γίνονται μέσα από αυτά τα μαραφέτια. Έχω δύο δίδυμες κόρες λοιπόν, είκοσι δύο χρονών”
“Σε ευχαριστώ Αναστασία! Παρ’ όλα αυτά να μη σε ενοχλώ. Να είσαι καλά”
Δεν του απάντησε. Οι μέρες περνούσαν. Ούτε εκείνος την ενόχλησε άλλο. Η καθημερινότητα πανομοιότυπη, κούρσες με το ταξί, τα κορίτσια στην αποχαύνωση του ίνσταγκραμ, του τικ τοκ, των σέλφι και των “νιώθει ευτυχισμένη στη περιοχή σπίτι μου”, ο άντρας της μονίμως κομμάτια από τις βάρδιες στο νοσοκομείο κι εκείνη να παλεύει για όλα, εντός και εκτός σπιτιού. Είχε περάσει σχεδόν μήνας από την συνομιλία της με τον άγνωστο άντρα. Ένα βραδάκι, αργά, αποφάσισε να φύγει από την πιάτσα, ένιωθε κουρασμένη. Ήταν πολλές ώρες στο τιμόνι. Πριν γυρίσει σπίτι, σταμάτησε στην παραλία για μια βουτιά, να χαλαρώσει. Πάντα μαζί της, σε ένα τσαντάκι είχε τα σύνεργα της παραλίας. Άλλαξε, έβαλε ένα φορεματάκι κι έκατσε στην άμμο. Εκείνη την μαγική ώρα, χωρίς τουρίστες, μπορούσε να συνδεθεί απόλυτα με την ομορφιά της στιγμής. Κάποτε σε κείνη τη παραλία ο έρωτάς τους με τον άντρα της φούντωνε με τα ερωτικά παιχνίδια στο νερό, στα βραχάκια, στην αμμουδιά, κάτω από το φεγγάρι. Αργότερα δεν υπήρχε χώρος από τα κουβαδάκια, τα φτυαράκια, τα σωσίβια μονόκερους και τα μπρατσάκια των διδύμων. Και τώρα… τώρα μόνη, αγκαλιά με τις μνήμες.
Πήρε το κινητό και χωρίς να ξέρει γιατί, χωρίς να το επεξεργαστεί αρκετά, έστειλε μήνυμα.
“Γεια σου Γιώργο. Είναι αργά; Ενοχλώ; Σχόλασα και αντί να πάω σπίτι, αποφάσισα να κάνω μια βουτιά. Είναι τόσο όμορφα! Κι έτσι, είπα να στείλω ένα γεια, τι κάνεις!”
Πέρασαν δύο λεπτά και η απάντηση ήρθε.
“Γεια σου Αναστασία. Αργά; Όλη η νύχτα μπροστά μου. Θα με βρει το ξημέρωμα με τα μάτια ανοιχτά και με σκέψεις. Τι καλά που είσαι στη θάλασσα! Δεν έχω καλύτερο!”
“Ειναι το καταφύγιό μου! Εδώ ηρεμώ, ακουμπώ τις έννοιες μου στο κύμα, να τις πάρει μακριά”
“Είναι φάρμακο η θάλασσα κι εγώ δυστυχής που την έχω μακριά”
“Δυστυχώς κι εγώ που την έχω κοντά, με τις υποχρεώσεις δεν προλαβαίνω”
“Δύσκολο το εικοσιτετράωρο, ειδικά για μια εργαζόμενη μητέρα, τώρα το ξέρω καλά”
“Απίστευτα δύσκολο. Τι εννοείς “τώρα”; Με συγχωρείς, αν γίνομαι αδιάκριτη, προσπέρασέ το”
“Δεν με πειράζει. Το αντίθετο, κουβέντα ψάχνω. Η μοναξιά αβάσταχτη. Σήμερα είναι ακριβώς δεκατέσσερις μήνες χωρίς την γυναίκα μου”
“Ωωω, λυπάμαι πολύ. Φτωχά τα λόγια. Δεν ξέρω τι να πω. Είχες γράψει τότε ότι είσαι παντρεμένος, δεν γνώριζα, συγγνώμη αν σε έφερα σε δύσκολη θέση”
“Φτωχά, πράγματι. Παντρεμένος νιώθω. Δίπλα μου την νιώθω. Δεν έχω συμφιλιωθεί με τη λέξη χήρος. Περάσαμε πολλά δύσκολα, τυραννήθηκε πολύ, με άφησε μόνο”
“Οι λέξεις δεν ορίζουν το πώς νιώθουμε. Πόσο άδικη η ζωή, πόσο σκληρή”
“Ήμουν εργένης εκ πεποιθήσεως, μέχρι που ήρθε στη ζωή μου και την άλλαξε. Με έκανε να θέλω να την μοιραστώ μαζί της. Μου έμαθε να αγαπάω πέρα από τον εαυτό μου, που ήξερα μέχρι τότε. Στα σαράντα πέντε μου, έμαθα έναν άλλο, διαφορετικό κόσμο από αυτόν που ήξερα. Ήμουν παρτάκιας, εαυτούλης, όλα γύριζαν γύρω από μένα και η Δήμητρα το άλλαξε με το μαγικό της ραβδάκι. Μόνο που δεν προλάβαμε να ζήσουμε όσα ονειρευόμασταν. Μου άφησε το δώρο ζωής, τον γιο μας κι έφυγε εκεί που ανήκε πάντα, στους αγγέλους”
“Α ρε Γιώργο, με συγκίνησες! Σπάνια πια ακούω άντρες να μιλούν έτσι για τις γυναίκες τους. Η απουσία των ανθρώπων που αγαπάμε, δηλητήριο στην ψυχή, στην καθημερινότητά μας”
“Αξίζει κάθε λέξη η Δήμητρά μου. Να μη το ζήσει ποτέ, κανένας άνθρωπος. Η απώλεια στοιχίζει ψυχικά. Έγινα πατέρας και μάνα, προσπαθώ να κάνω το πέρασμα της ορφάνιας στον γιο μας, όσο πιο μαλακή γίνεται”
“Πόσο δύσκολο και για το παιδί, μια σταλιά, να έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, με το άσχημο πρόσωπο της ζωής”
“Παλεύω μόνος. Οι γονείς μου έχουν πεθάνει, τα πεθερικά μου δεν μπορούν να συνέλθουν από τον χαμό της κόρης τους και το κατανοώ, τρέχω και για κείνους όσο μπορώ. Η αδερφή μου είναι στην Κρήτη. Οι φίλοι αποδείχθηκαν λίγοι. Μόνο όταν είχαν να πάρουν από μένα ήταν σαν τις μέλισσες γύρω μου. Δύο χρόνια τώρα, στην αρρώστια της γυναίκας μου και στον πόνο της μοναξιάς μου αφού έφυγε, δεν στάθηκε κανένας δίπλα μου”
“Πώς γίναμε έτσι οι άνθρωποι! Θλιβερό! Έχεις τον γιο σου! Ακούμπα επάνω του. Οι δυο σας θα βρείτε την δύναμη ο ένας με τον άλλον. Δεν μπορώ να καταλάβω τι περνάς στην πραγματικότητα. Συμπονώ, αλλά ο καθένας μόνος του ξέρει. Να σφίγγεις τη γροθιά και να παλεύεις, μονόδρομος είναι”
“Ακριβώς! Μόνος του ξέρει ο καθένας. Και μόνο που με άκουσες, που τα είπα, έστω και γραπτά, έστω και πίσω από ένα πληκτρολόγιο, είναι μια ανακούφιση. Σε ευχαριστώ”
“Να μην ευχαριστείς. Με συγχωρείς που φοβήθηκα στην αρχή, που ξέχασα να είμαι άνθρωπος, που πέρασε κι άλλος καιρός χωρίς να έχεις κάποιον να μοιραστείς. Γίναμε καχύπτοτοι, ίσως δικαίως και κλειστήκαμε στο εγώ μας, στο καβούκι μας, χωρίς να αφουγκραζόμαστε τον πόνο δίπλα μας”
“Σε ευχαριστώ πολύ Αναστασία. Σειρά μου να συγκινηθώ. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι. Να είσαι καλά”
Η γραπτή επικοινωνία μεταξύ τους συνεχίστηκε. Η σχέση τους ήταν υποστηρικτική, φιλική και ποτέ δεν χρωματίστηκε πονηρή. Κανένας δεν είχε την διάθεση να δει τον άλλον ερωτικά. Τα χνώτα τους ταίριαξαν και ο ένας έγινε στήριγμα για τον άλλον. Η Αναστασία, έδινε συμβουλές για το μεγάλωμα του παιδιού, πώς να το πλησιάζει, να αντιμετωπίζει τις εκρήξεις του, ιδέες για φαγητό, συνταγές, τρόπους να εντάξει τρόφιμα που δεν πλησίαζε ο μικρός, ακόμα και βοήθεια στα μαθήματά του. Ο Γιώργος την έσπρωχνε να σώσει τον βαλτωμένο γάμο της και την ρουτίνα που του εξιστορούσε καθημερινά. Την έκανε να δει και τα δικά της λάθη, την βοήθησε να κατανοήσει και την στάση του συζύγου της. Με μικρά βήματα τη φορά, με μικρές αλλά θαρραλέες αλλαγές στην προσέγγισή της και με τον άντρα της να συμμερίζεται την προσπάθεια, το ζευγάρι είχε μια δεύτερη ευκαιρία. Ποτέ δεν φτάνει να αγωνίζεται μόνο ο ένας. Αμφίδρομα όλα στη ζωή.
Η Αναστασία μετά από ένα χρόνο, μίλησε στον άντρα της για τον Γιώργο, την καθημερινή επαφή μέσω μηνυμάτων και την βοήθεια που της προσέφερε στο να τον πλησιάσει ξανά. Κόμπιασε αρχικά. Σε δεύτερο χρόνο το αποδέχτηκε. Είχε εμπιστοσύνη στη γυναίκα του και τον τελευταίο καιρό αποδείχθηκε ότι την χρειαζόντουσαν τη βοήθεια. Καμιά φορά, από το πουθενά, προκύπτουν σχέσεις ζωής. Χωρίς να του πουν τίποτα, κανόνισαν ένα τριήμερο και πήγαν Βέροια. Του πρόσφεραν την αγκαλιά και το χάδι που του είχαν λείψει τόσο πολύ. Του πρόσφεραν ανθρωπιά, όταν οι κοντινοί του άνθρωποι αδιαφόρησαν.
Η φιλία δεν ξέρεις πότε θα σου χτυπήσει την πόρτα. Καμιά φορά, συμβαίνει εκεί κοντά στα εξήντα, από ένα λάθος λόγω πρεσβυωπίας και είναι ουσιαστική, παντοτινή και αυτό που χρειαζόσουν περισσότερο στη ζωή σου. Καμιά φορά συμβαίνει από μια απάντηση σε λάθος μήνυμα που δεν αγνόησες και είναι ουσιαστική, παντοτινή και αυτή που σου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία στο γάμο σου.
Χρυσούλα Καμτσίκη
